Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα post beans. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα post beans. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7.3.12

Post Beans #3

Μπορεί να μη γράφουμε συχνά στην στήλη του post beans αλλά προσπαθούμε όταν το κάνουμε να αξίζει τον κόπο. Τα παρακάτω παιδιά ήρθαν ουρανοκατέβατα στο πεδίο μας παρότι υπάρχουν στην πιάτσα περίπου 10 χρόνια. Το «υπάρχουν» είναι σχετικό βεβαίως αφού λίγοι γνωρίζουν την ύπαρξή τους ενώ και η χρηματοδότηση του καινούργιου τους δίσκου (αποτέλεσμα της ελάχιστης ανταπόκρισης που γνώρισαν) δεν ήταν και ό,τι ευκολότερο. Ακόμα κι έτσι όμως μας υπενθύμισαν ότι καλό είναι που και που να αδειάζουμε το γραμματοκιβώτιό μας γιατί ποιός ξέρει τι πολύτιμο μπορεί να βρούμε μέσα στο σωρό;

The Minor Leagues

Τον Ιανουάριο η επταμελής μπάντα The Minor Leagues από το Cincinati (διαβάζεται Σινσενέεετι) που συμπληρώνει περίπου δέκα χρόνια ζωής κυκλοφόρησε τον έκτο δίσκο της με τίτλο North College Hill. Γεμάτος πιασάρικα ζωηρά ρεφρέν και κολλητικά κομματάκια εμπνευσμένα από τις καλές στιγμές της κιθαριστικής pop, είναι μια απόδειξη της πολύ καλής αντίληψης της μελωδίας που διαθέτουν. Μπαίνουν με αυτοπεποίθηση, λένε τα δέκα κομμάτια τους, τα μαζεύουν και φεύγουν.

Ο κόσμος λέει ότι μοιάζουν με τους Belle & Sebastian και τους New Pornographers. Ισχύει εν μέρει, σχετικά με τους Καναδούς, αφού δεν φοβούνται να βάλουν ενέργεια στην pop τους, αλλά οι Minor Leagues είναι πιο συγκρατημένοι και δεν προσπαθούν να εκμαιεύσουν τα hooks. Αντίστοιχα είναι πολύ εξωστρεφείς και Αμερικανοί για να ταιριάξουν με τους Belle And Sebastian (εκτός από τις κιθάρες του "Sister" που εύκολα θα μπορούσαν να έχουν γυρίσει από την απογευματινή τους βόλτα στην μουντή Γλασκώβη). Αυτή η αμεσότητά τους που πετσοκόβει το λίπος και κρατάει το ψαχνό -θα το πω και αμαρτίαν ουκ έχω- θα μπορούσε να θυμίσει έναν Morrissey σε άλλη ηλικία (και χωρίς τους τόνους κυνικότητας, σαρκασμού και χιούμορ). Επίσης θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι σαν πολύ πολύ (πολύ) καλύτεροι Los Campesinos.

Παραδόξως μετά το καταπληκτικό single "Sister" πιο πολύ συμπαθήσαμε το κομμάτι που δεν μοιάζει με τα υπόλοιπα και είναι πιο δραματικό και αργόσυρτο. Το "Smoke" θυμίζει '90s britpop ραδιοφωνικά παράσιτα και η Hilly Kenkel (που τραγουδά κατ' εξαίρεση στη θέση του βασικού τραγουδιστή Ben Walpole) φέρνει στο μυαλό την Sonya Madan των Echobelly.

Για να καταλήξουμε ως πρώτη παρουσίαση, θα παραθέσουμε την περιγραφή της μπάντας στο Bandcamp: "Ben Walpole wishes he were British, fronting Pulp in 1995. Patrick Helmes wishes he were playing lead for Megadeth in 1988. But cruel fate has instead placed them both in the Minor Leagues, playing insidiously catchy indiepop for most of the last decade from their Cincinnati, Ohio homebase".

Μετά και από αυτά επιβάλλεται Some Questions για αυτούς τους εξαιρετικούς μελωδούς. Ακούστε όλο το άλμπουμ από εδώ και δώστε ιδιαίτερη βάση στην ακολουθία 3-5 καθώς και στο δυναμικό τελείωμα 9-10.

The Minor Leagues - "Smoke" από το North College Hill

Οι Minor Leagues στο MySpace
Οι Minor Leagues στο Bandcamp
Το επίσημο site τους

6.4.09

Post Beans #2

Τις προάλλες, σαν γνήσιο αρσενικό, ο mr.grieves είχε βγει για μπυρόνια και μπιλιάρδο με τους φίλους του. Αφού πρώτα ακολούθησε όλη τη δέουσα διαδικασία - ροχάλες στο πάτωμα, ρέψιμο για καληνύχτα και μερικά τελετουργικά μαρσαρίσματα της Harley για να ζηλέψουν οι γείτονες - με άφησε στο σπίτι να κλάψω τη μοίρα μου. Τι να κάνω, πήρα κι εγώ μια φίλη τηλέφωνο κι αποφασίσαμε να κλάψουμε μαζί, σε ένα καλό εστιατόριο.

Μόλις φτάσαμε, ο μαιτρ μας συνόδεψε στο τραπέζι. Με το που μας γέμισε τα flutes με Dom Pérignon, έβγαλα από το μυαλό μου την εικόνα των λιγδιασμένων μακρυμάλληδων στο βρωμερό κλαμπ και άνοιξα τον κατάλογο. Ένα τέταρτο αργότερα, ο ψηλός, αρρενωπός σερβιτόρος με τους τέλειους γοφούς πλησίασε χαμογελώντας, κρατώντας τον ασημένιο δίσκο με το αστραφτερό, καμπυλωτό καπάκι, μέσα στον οποίο βρισκόταν η steak tartare μου. Τον άφησε απαλά στο τραπέζι και πιάνοντας τη λαβή του καπακιού, με μια γρήγορη, επιδέξια κίνηση ξεσκέπασε το περιεχόμενο. Ήδη τα χέρια μου είχαν κινηθεί προς τα μαχαιροπήρουνα (πεινούσα σα λύκος, αφού στο σπίτι όλο το φαϊ το τρώει ο αχόρταγος mr.grieves), οπότε φανταστείτε την έκπληξή μου όταν αντί για το αιματηρό, λιανισμένο κρεατάκι που περίμενα αντίκρυσα ένα cd! Κοίταξα με ένα απορημένο βλέμμα τον σερβιτόρο, αλλά αυτός, αντί για οποιαδήποτε άλλη εξήγηση, μου έκλεισε το μάτι κι έφυγε.

Η φίλη μου, αδιάφορη, καταβρόχθιζε ήδη τις πένες της με τρούφα, οπότε, αφού εις μάτην αναζήτησα με το βλέμμα τους γοφούς... εεε, τον σερβιτόρο, ο οποίος δε φαινόταν πουθενά, σα να τον είχε καταπιεί η γης ένα πράγμα, δε μου έμενε παρά να εξερευνήσω το cd που είχα μπροστά μου. Είχε ένα αρκετά artistic για τα γούστα μου εξώφυλλο, ασπρόμαυρο εκτός από τον τίτλο και το όνομα του συγκροτήματος. Στην κάτω δεξιά γωνία, με διακριτικά μωβ παλ γραμματάκια, έγραφε...

Kingsbury

Ναι, ναι, μ'αυτόν τον τρόπο έφτασε σε μας η μουσική της τετράδας από τη Florida. Μια μικρή εισαγωγή σας κάναμε λίγα ποστ πιο πίσω, όταν παρουσιάσαμε τις απαντήσεις τους στο ερωτηματολόγιό μας. Πριν όμως φτάσουμε να τους στείλουμε τις σκληρές, βασανιστικές ερωτήσεις μας, είχαμε προλάβει ν'ακούσουμε αρκετές φορές το λεγάμενο cd. Πρόκειται για το τελευταίο EP της μπάντας, με τίτλο Lie To Me, το ομώνυμο κομμάτι του οποίου παίξαμε στην τελευταία μας εκπομπή. Τα έξι τραγούδια του τα παραχωρούν δωρεάν στη σελίδα τους από τον Νοέμβριο του 2008. Λένε μάλιστα ότι σκοπεύουν να διαθέσουν και άλλη μουσική στο μέλλον με αυτόν τον τρόπο, δείχνοντας ότι έχουν καλές επιρροές.

Το επιβεβαιώνουν στο MySpace τους και στο site τους, όπου το μάτι του επισκέπτη θα πάρει απο'δω κι απο'κει ονόματα όπως ο Nick Cave, οι Radiohead, οι Wilco, οι Elbow και άλλοι αγαπημένοι μουσικοί. Οι κριτικοί, από την άλλη, τους έχουν παρομοιάσει με Mogwai, Sigur Ros και διάφορα άλλα πράγματα. Προσωπικά, δε μου θύμισαν τίποτα απ'όλα αυτά, παρ'όλο που ψήγματα της επίδρασης σχεδόν όλων των παραπάνω μπορεί κανείς να βρει στον ήχο τους. Έχουν, ας πούμε, τις αργές, κιθαροκεντρικές αναπτύξεις των Mogwai, αλλά είναι πιο song-orientated και σαφώς λιγότερο βίαιοι (και κακιασμένοι). Έχουν, σε σημεία, την εκλεπτυσμένη λιτότητα των Elbow, αλλά χωρίς τις jazzy λεπτομέρειες, και χωρίς τη ζεστή αγκαλιά της παρουσίας του Guy Garvey που δίνει την τέλεια ισορροπία στη βρετανική μπάντα.

Αυτό που μου θύμισαν με την πρώτη ακρόαση, και το οποίο ανέφερα και στο άλλο ποστ, ήταν ο πρώτος δίσκος των Σουηδών Logh, Every Time a Bell Rings an Angel Gets His Wings. Ένας δίσκος που, πίσω στο 2002, μ'έκανε να πιστέψω πως δεν θα ξαναέγραφα ποτέ για μουσική, καθώς είχα στύψει το μυαλό μου μπροστά από τον υπολογιστή αλλά δεν είχα καταφέρει ποτέ να βρω τις λέξεις για να τον περιγράψω και να τελειώσω επιτέλους εκείνο το αρθράκι για το site κάποιων φίλων (Περικλή, χίλια sorry...). Δεν ήταν ότι επρόκειτο για το αριστούργημα που μ'άφησε ανήμπορη να καταγράψω το μεγαλείο του. Απλά η ατμόσφαιρα που τον τύλιγε απ'άκρη σ'άκρη μου έφερνε στο μυαλό πολλές εικόνες αλλά καθόλου λόγια. Ακούγοντάς τον, έβλεπα έναν χειμωνιάτικο ήλιο να πηγαίνει προς τη δύση, και το φως του να φιλτράρεται από δεκάδες λεπτά κλαδιά από γυμνά δέντρα σ'ένα δάσος. Φανταζόμουν τους μουσικούς να παίζουν δίπλα σ'ένα μισόσβηστο τζάκι, σ'ένα ξύλινο σπίτι χωρίς ρεύμα χωμένο μέσα στο δάσος, με το σούρουπο να πέφτει βαρύ. Κάτι σαν τα Τέσσερα Δέντρα του (συγκλονιστικού, και αγαπημένου) Egon Schiele, αλλά με τα χρώματα δυο τόνους πιο σκούρα.

Είχα ακούσει το δίσκο πολλές φορές, προσπαθώντας να αποτυπώσω με λόγια όλες αυτές τις εικόνες, αλλά μάταια. Έτσι, εγκατέλειψα την προσπάθεια. Να όμως που 7 χρόνια αργότερα έρχονται οι Kingsbury να μου φέρουν στο μυαλό ακριβώς αυτήν την ατμόσφαιρα. Κάτι που αποτελεί πραγματικό κατόρθωμα για ένα EP με έξι μόνο κομμάτια, ηχογραφημένο μεταξύ περιοδειών, σε μια από τις νοτιότερες πολιτείες των Η.Π.Α.. Σύμφωνοι, το μέρος όπου βρίσκεται το studio τους λέγεται Winter Park (κοντά στο Orlando), αλλά με τόσο ήλιο και θάλασσα που έχει η Florida όλα είναι σχετικά. Οι Kingsbury μοιάζουν να τα αγνοούν όλα αυτά, με τον τρόπο που αντίστοιχα οι Supergrass μοιάζουν να αψηφούν τη μελαγχολία του αχτύπητου συνδυασμού υπερβολικά όμορφων και επιβλητικών μεσαιωνικών κτιρίων και βρετανικής υγρασίας και συννεφιάς που επικρατεί στην πόλη τους. Και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει - όπως και τους Supergrass, αλλά αυτό είναι αντικείμενο μελλοντικής μας ενασχόλησης.

Η μουσική τους (των Kingsbury) είναι εσωστρεφής, λιτή και αβίαστα ατμοσφαιρική (αχρείαστη η παρένθεση εδώ που τα λέμε, αποκλείεται να περιγράφαμε έτσι τους Supergrass ό,τι και να'χαμε πιει). Σε ρουφάει μέσα της και σε μεταφέρει στο δάσος που λέγαμε χωρίς τον παραμικρό κόπο. Το ορχηστρικό "Ocarina Mountaintop" είναι υποβλητικό και γοητευτικό σαν τη βουνοκορφή που περιγράφει λουσμένη στο χλωμό φως μιας ανατολής, καθώς οι νότες από το πιάνο μένουν για λίγο στον αέρα πριν ακολουθήσουν τη λιτανεία. Το ομώνυμο "Lie To Me" σέρνεται παρακαλεστικά στο πάτωμα, και στο απλό αλλά σίγουρο ρεφραίν ο τραγουδιστής Bruce Reed διατυπώνει με σαφήνεια το αίτημά του. Το γλυκά απατηλό "As I See It" τυλίγει ένα μικρό παράπονο σε ζαχαρωμένες κιθάρες και πιάνο. Το πιο αγαπημένο μου απ'όλα, όμως, είναι το "Back in the Orange Grove" όπου το λιτό πιάνο οδηγεί το τραγούδι ώσπου, μετά το ρεφραίν, ένα υπέροχο κύμα κιθαριστικής μελωδίας σκάει και σκεπάζει τα πάντα, κάνοντάς σε να θέλεις να το ακούς για πάντα.

Όλα αυτά φανερώνονται άλλοτε με την πρώτη, και άλλοτε μετά από κάμποσες ακροάσεις που ομως τις κερδίζουν με το σπαθί τους. Αφ'ότου σύστησαν στον κόσμο το συγκεκριμένο EP, έχουν γράψει κι άλλα τραγούδια που μπορεί ο καθένας να βρει στη σελίδα τους, και ήδη ανυπομονούμε ν'ακούσουμε το επόμενο ολοκληρωμένο πόνημά τους. Αφού με κατάφεραν να ξαναπιάσω το νήμα του δάσους από εκεί που το είχα αφήσει, ήδη έχουν ένα πρώτο παράσημο στο πέτο τους.

Kingsbury - "Ocarina Mountaintop" (Lie To Me EP)

Μπορείτε να κατεβάσετε το EP από εδώ, δωρεάν.
Αν θέλετε, πάντως, ν'αφήσετε ένα μικρό κατιτίς, γίνεται κι αυτό.
Οι Kingsbury στο MySpace
Το επίσημο site τους

27.2.09

Post Βeans #1

Σήμερα λέμε να εγκαινιάσουμε μια καινούργια στήλη. Δεν σκοπεύαμε, αλλά είναι αυτό που λένε ότι τα νέα καμιά φορά σε βρίσκουν από μόνα τους. Από εδώ λοιπόν θα ασχολούμαστε με συγκροτήματα που μας προσέγγισαν πετώντας δείγματα της δουλειάς τους κάτω από την χαραμάδα της εξώπορτάς μας ή στο γραμματοκιβώτιο που έχουμε έξω από τα γραφεία μας και γράφει με καθαρά ευδιάκριτα πρασινωπά γράμματα “Some Beans”. Έτσι γίνεται συνήθως.

Αυτή τη φορά όμως συνέβη το πιο περίεργο πράγμα.

Ήταν ένα νυσταγμένο πρωινό. Ο διστακτικός ήλιος φαινόταν ότι έλεγε ψέματα για το πώς θα εξελιχθεί ο καιρός την υπόλοιπη μέρα. Το κλειδί όπως πάντα αρνούνταν να συνεργαστεί στο ξεκλείδωμα της πόρτας και πάνω στην πρωινιάτικη τούρλα έκανα μικρές ατζέντες στο μυαλό μου για το πώς θα πρέπει να κατανείμω την υπόλοιπη μέρα.

Καθώς κλείνω την πόρτα κοιτώντας τριγύρω μου και παίρνοντας μια τζούρα από τον πρωινό αέρα, ακούω χαλασμένα πετάλια να στριφογυρίζουν και να παλεύουν με αδέξια παπούτσια. Ταυτόχρονα οι ρόδες που πάσχιζαν να ισορροπήσουν στις αμέτρητες λακκούβες και ανωμαλίες του δρόμου γρύλιζαν. Καθώς γυρίζω το κεφάλι μου προς την κατεύθυνση του θορύβου, και πριν προλάβω να δω τι συνέβαινε, για μια φευγαλέα στιγμή το μάτι μου συνέλαβε έναν ποδηλάτη και ένα αντικείμενο που πετούσε προς το μέρος μου. Με το που ετοιμάζομαι να κάνω μια απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής το αντικείμενο μεγαλώνει στο οπτικό μου πεδίο και σχεδόν ταυτόχρονα ακούω ένα δυνατό γντούπ.

Κλείνω τα μάτια μου και μου γεννιέται μια εκνευριστική ζαλάδα σαν αυτές που παθαίνεις όταν έχεις φτερνιστεί 40 συνεχόμενες φορές. Ανοίγω τα μάτια μου και τρίβω τη μύτη μου που τη νιώθω ευαίσθητη σαν κάποιος να την είχε γεμίσει με πιπέρι νωρίτερα. Κοιτάζω κάτω και συνειδητοποιώ ότι ο ποδηλάτης μου έχει πετάξει ένα ορθογώνιο, κάπως χοντρό πακέτο. Αισθάνομαι τα μάτια μου να θολώνουν και το αίμα μου να μετακομίζει βιαστικά προς το κεφάλι. Αρχίζω να τρέχω βγαίνοντας με την ελπίδα να βρω τον αγενέστατο και απρόσεκτο ποδηλάτη και να του προτείνω, με πρακτική εφαρμογή φυσικά, διάφορα άλλα μέρη που μπορεί να φυλάει το ποδήλατό του ώστε να είναι ασφαλές.

Μόλις βγαίνω στο δρόμο βλέπω μια κοκκαλιάρικη πλάτη, και δύο αδύνατα πόδια να στρογγυλοκάθονται σε ένα σκονισμένο ποδήλατο γεμάτο αυτοκόλλητα. Είναι ένας νεαρός που με ξανθό ημίμακρο λαδωμένο μαλλί, και προχωρημένη ακμή, γυρνάει μασώντας τσίχλα προς το μέρος μου, κάνει ένα αποβλακωμένο νεύμα που μεταφράζεται σε «Ώχ, σόρυ κύριος δε σε είδα» και μου ξαναγυρνά την πλάτη. Τότε κρατώντας στο χέρι του μια διπλωμένη εφημερίδα την πετάει προς την κατεύθυνση ενός γειτονικού σπιτιού. Το «κράτς» και ο πάταγος ενός σπασμένου τζαμιού μου δίνει να καταλάβω πως αυτός μάλλον θα είναι ο καινούργιος μας ταχυδρόμος. Γυρνώ στην πόρτα της πολυκατοικίας τρίβοντας τη μύτη μου και σκεπτόμενος ότι το μόνο που θα άξιζε όλον αυτόν τον κόπο θα είναι αν μέσα στο φάκελο βρίσκονται τα cd που έχω παραγγείλει εδώ και μια εβδομάδα.

Σκύβω λοιπόν, και σηκώνω έναν ελαφρύ και παραφουσκωμένο λευκό φάκελο που έγραφε με κόκκινο λεπτοκαμωμένο στυλό τη φράση “Some Beans”. «Ώστε γι’ αυτό πρόκειται» μουρμούρισα. Αναποδογύρισα τον φάκελο και με μεγάλα μωβ γράμματα ήταν γραμμένη η φράση...

The Rest

Oι The Rest είναι μια μπάντα από το Οντάριο του Καναδά που τον Νοέμβρη του 2007 κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ μέσω της ανεξάρτητης εταιρείας Auteur. Όπως ενημερωνόμαστε από το MySpace της μπάντας, την άνοιξη του ίδιου έτους μάζεψαν τα μπογαλάκια τους και απομακρύνθηκαν από σχέσεις και υποχρεώσεις, παίρνοντας μαζί τους φαγητό, ρούχα και φυσικά ένα βαν γεμάτο με όργανα, κατευθυνόμενοι σε λίμνες και βουνά.

Εκεί, μέσα στην απομόνωση, επικεντρώθηκαν αποκλειστικά στη μουσική, προσπαθώντας να ηχογραφήσουν το δεύτερό τους άλμπουμ. Αντί να μας φερθούν εντελώς Bon Ιver-ικά, μετά από πολλά ταξίδια γύρισαν πίσω στην πόλη και ηχογράφησαν όχι πλέον στην απομόνωση της φύσης, αλλά στην αστική απομόνωση. Αυτές οι διαδοχικές όμως φυγές από τον κόσμο είχαν έναν σκοπό. Και αυτός ο σκοπός όπως μας εξηγούν οι ίδιοι ήταν «η ολοκληρωτική φυγή από την απομόνωση».

Η μπάντα διατείνεται πως σε αυτόν τον δεύτερο δίσκο, που θα ονομάζεται Everyone All At Once και θα κυκλοφορήσει στις 21 Απριλίου, βρήκε τον ήχο που έψαχνε για πέντε ολόκληρα χρόνια. Δεν έχω λόγο να διαφωνήσω και απλά θα προσθέσω πως αν πράγματι αυτός ήταν ο ήχος που έψαχναν, οι The Rest βρίσκονται σε πολύ καλό δρόμο.

Με την καταπληκτική σύγχρονη Καναδέζικη μουσική στη φαρέτρα τους, οι The Rest αξιοποιούν στο έπακρο αυτήν την κληρονομιά τους με βελούδινες, μελωδικά στοιχειωμένες στιγμές και ξεσπάσματα ομαδικής απελευθέρωσης. Μοιάζουν ολοκληρωμένη μπάντα, που γνωρίζει ποια είναι τα προτερήματά της και τα προβάλλει. Ένα από αυτά είναι και η φωνή του τραγουδιστή τους που θυμίζει κάτι από τον Alec Ounsworth των Clap Υour Hands αλλά πολύ πιο όμορφη, λιγότερο τραχιά και με μεγαλύτερη ποικιλία. Ένα ακόμα συν τους είναι η υιοθέτηση πιο κλασσικών οργάνων όπως το cello, που σε αρκετά τραγούδια δίνει την αίσθηση του εύθραυστου μυστηρίου που φαίνεται να αποζητά η μπάντα. Οι αγάπη για τις συχνές εναλλαγές ατμόσφαιρας και ήχου των Sunset Rubdown, η συμμαζεμένη ορχηστρική ποπ του Andrew Bird, οι ενεργητικές φωνητικές παρεμβάσεις α λα New Pornographers και οι βραδυφλεγείς αξιοπρόσεκτες μελωδικές στιγμές των Arcade Fire βρίσκονται όλα εδώ.

Το συλλογικό και πολυσυλλεκτικό αισθητήριό τους φαίνεται ότι μόνο καλό τούς έχει κάνει, και το ότι έχουν ήδη στον κατάλογο τους τραγούδια σαν το "Drinking Again", το "Walk on Water", το "The Lady Vanishes" και το "Coughing Blood/Fresh Mountain Air" τους δίνει πολλούς λόγους για να καυχιούνται. Οι The Rest, παρότι βρίσκονται στο δεύτερό τους άλμπουμ και σε μια μικρή εταιρεία, μπορούν να περηφανεύονται ότι είναι αρκετά βήματα μπροστά από άλλα αντίστοιχα συγκροτήματα. To Everyone All at Once σου δημιουργεί προσδοκίες και σίγουρα σε κάνει να σημειώνεις αυτό το μπούγιο των Καναδών στο καρνέ με τις πολλά υποσχόμενες μπάντες που μπορεί ακόμα να μην είναι σε θέση να προσφέρουν κάτι πρωτοποριακό σε σχέση με την εποχή, αλλά για αρχή μπορούν να μας σερβίρουν πολύ όμορφες στιγμές.

The Rest - "Drinking Again" (Everyone All At Once)

Μπορείτε να προπαραγγείλετε το album από εδώ, από τις 10 Μαρτίου και μετά.
Οι The Rest στο MySpace
Το επίσημο site τους
 
Clicky Web Analytics