30.12.08

2008: Μουσικά κονσέρτα, part 1

Φιού... Αυτή κι αν ήταν γεμάτη συναυλιακή χρονιά! Με βεβαιότητα η χρονιά που μας φεύγει διαθέτει, εκτός απο τις περισσότερες, και αυτές τις συναυλίες που θα θυμάμαι μέχρι να πηγαίνω για καφέ με τον καλό φίλο Aλτσχάιμερ. Ήταν τόσο ποιοτικά καλή, ώστε εύκολα οι συναυλίες που βρίσκονται έξω από την εξάδα, αν έλειπαν οι από πάνω τους, θα έμπαιναν δικαιωματικά και χωρίς δεύτερη σκέψη στην πρώτη θέση. Ιδού λοιπόν οι έξι (5 + μία) καλύτερες συναυλίες της φετινής χρονιάς, συν τρεις από τις υπόλοιπες που δεν ήταν σε καμία περίπτωση κακές, απλώς είχαν να αντιμετωπίσουν μεγαθήρια. Ξεκινάμε με τις τρεις επιλαχούσες που κανονικά ανάμεσά τους θα έπρεπε να βρίσκεται και η πολύ καλή συναυλία της Róisín Murphy, για την οποία όμως θα έχει περισσότερες λεπτομέρειες η πιο ειδική uptight...

Η αξία των Spiritualized, η παρουσία του Jason Pierce και ο επικός τους τραγουδοκατάλογος είναι όλα αναμφισβήτητα και δεδομένα. Όμως κάτι έφταιξε στη φετινή τους εμφάνιση στην Αθήνα. Ενώ ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς - ένα αξιοπρεπές support, την αναντίρρητα cool προσωπικότητα του Jason καθώς και την παρουσία δύο αφροαμερικάνων δεσποινίδων που τον προμήθευαν με backing vocals και soul πινελιές - στην πορεία έχανα σταδιακά το ενδιαφέρον μου. Παρά το ότι υπήρξε μια δίκαιη μοιρασιά καινούργιων και παλιών κομματιών, η φωνή του ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, τηρουμένων των αναλογιών, και οι μουσικοί ικανότατοι, με κούρασε η φυσική τους ροπή στο αχαλίνωτο jamming. Οι δύο αφροαμερικάνες κυρίες περνούσαν όλο και περισσότερο στο περιθώριο. Η μπάντα τέντωσε τα τραγούδια σε διάρκεια και εσωστρέφεια τεντώνοντας ταυτόχρονα και τα νεύρα αλλά και δοκιμάζοντας την υπομονή των θεατών (που είναι το "Baby I’m Just A Fool" ρε αλήτες"!!;). Οι θεατές οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, ήταν απροσδόκητα λίγοι ποσοτικά εκείνη τη νύχτα (κάτι για το οποίο πρέπει να έφταιξε και η μηδενική προβολή της συναυλίας, ενώ η εταιρεία δεν αξιώθηκε καν να τυπώσει εισιτήρια με το όνομα του συγκροτήματος). Πάντως την επόμενη φορά θα είμαστε ξανά εκεί και θα ελπίζουμε σε καλύτερα. 

Άλλη μια μυστήρια συναυλία που θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη απ’ότι εξελίχθηκε τελικά. Ο ενθουσιασμός μας, μιας και επιτέλους θα βλέπαμε την Bjork μετά από τόσα χρόνια αναμονής, μεγάλωνε καθώς προχωρούσαμε προς τις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Και η Bjork δεν μας απογοήτευσε, ούτε με τα εντυπωσιακά σκηνικά που είχε στήσει, τα μικρά της σκετσάκια με τους καταπληκτικούς Wonderbrass (μια ομάδα Ισλανδών που έπαιζε τα πνευστά), την εξωπραγματική φωνή της και τους «επιστήμονες» που χειρίζονταν τα beats σαν να χειρίζονται πυρηνικά όπλα. Το “Hunter” εξόρισε το σώμα μας σε ένα πυκνό και σκοτεινό δάσος να αναζητεί το ξέφωτο, το “Declare Independence” θα μπορούσε να ρίξει μια ολόκληρη κυβέρνηση μοναχό του, και το θρυλικό “Army Of Me” απλά μας υπενθύμισε σε τι δυσθεώρητα ύψη ποιότητας έχει φτάσει αυτή η Ισλανδή. Όμως η Bjork έπαιξε μόλις μία ώρα και κάτι πολύ ψιλά, ξαποστέλνοντάς μας ακριβώς την ώρα που αρχίσαμε να ζεσταινόμαστε. Βάλτε και το γεγονός ότι και η ίδια φαινόταν σαν να παίρνει την όλη ιστορία λιγάκι διαδικαστικά, αφήνοντάς μας τελικά γλυκόπικρη γεύση. Όπως και να’ χει εμάς το απωθημένο μας έφυγε, αλλά μας έμεινε η αίσθηση πως μάλλον δεν την προλάβαμε στα καλύτερά της.

Παρότι η Bjork μπορεί να μας βγήκε λίγο τεμπέλα με μικρή διάρκεια συναυλίας και λίγο άκεφη, ο Brett Anderson έφτασε στα όριά του, στην κυριολεξία. Ήταν εμφανές πως στα δύο τελευταία τραγούδια λύγισε από το βάρος ολόκληρης της συναυλίας που κουβάλησε μοναχός του ώστε αναγκάστηκε να κόψει μερικές στροφές από δύο κλασσικά χιτς των Suede. Στηρίζοντας με όλες του τις δυνάμεις τον εγκληματικά υποτιμημένο φετινό του δίσκο αλλά και την προηγούμενη μέτρια προσπάθειά του, παίζοντας με την ψυχή του τραγούδια των Suede, έχοντας ως μοναδικά όπλα είτε το πιάνο είτε την κιθάρα σε συνδυασμό με τη φωνή του. Μπορεί η τεράστια δόξα των Suede να μην του ξαναέρθει αλλά αν τα υπόλοιπα live του έχουν το ίδιο πάθος τότε θα είμαστε εκεί.

Και μετά το ορεκτικό, οι έξι καλύτερες συναυλίες του 2008 που είχα την τύχη να παρευρεθώ...

6. Αυτή ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Πρέπει να ήμουν από τους λίγους που δεν είχαν ακούσει την μουσική των Asian Dub Foundation. Πίστευα απλά ότι κινούνταν στο φάσμα ραπ και dub/reggae. Και όλα αυτά γιατί κανείς δεν με ειδοποίησε πως η μπάντα διαθέτει έναν χαρισματικό κήρυκα που λέγεται Pandit G και έναν κιθαρίστα που γνώριζε τα μυστικά για μερικά από τα πιο υπόκωφα εκρηκτικά ριφάκια που έχω ακούσει. Οι Asian Dub «ζωντανά» είναι ένα, για να το θέσουμε επιστημονικά, πορωτικό θέαμα. Είναι από εκείνους που όχι μόνο προετοιμάζουν αλλά και κάνουν πράξη τα επικά ηχητικά ξεσπάσματα που υπόσχονται, αναγκάζοντας ακόμα και τον πιο κολλημένο στη θέση του να χάσει τον έλεγχο. Ήταν μια επίθεση από 7 τρελαμένους που ένας ένας περνούσαν στη θέση του φρόντμαν με τον δικό τους τρόπο ο καθένας. 

5. Η Kristin μπορεί να ταλαιπωρήθηκε εκείνη την ημέρα αφού το ιστορικό πλέον μπάχαλο στο αεροδρόμιο του Heathrow, ήταν υπεύθυνο για την απώλεια των αποσκευών της. Δηλαδή όλων των ρούχων της αλλά και όλων όσων είχε φέρει για να κάνει τη συναυλία στη χώρα μας. Συμπεριλαμβανομένης και της κιθάρας της. Ευτυχώς βρήκε εκεί μια πρόχειρη και δανείστηκε. Πέρα από αυτά όμως η Kristin Hersh μας απέδειξε γιατί είναι από την πάστα των μουσικών που κάποιος σπάει το καλούπι όταν βγαίνουν στον κόσμο. Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω τα μάτια της. Το πάθος, η φλόγα, η τραγωδία, η επιθυμία, οι ενοχές, ο έρωτας, η νοσταλγία όλα περνούσαν σαν φιλμ από τα καταγάλανα νεκρά μάτια της. Η ερμηνεία της μας κύκλωσε και μας κράτησε δεμένους στη θέση μας χωρίς να τολμήσουμε να γυρίσουμε το κεφάλι μας και να κοιτάξουμε αλλού. Ήταν ο ορισμός της ηλεκτρισμένης ακουστικής συναυλίας. Η μόνη πίκρα που μας έμεινε ήταν πως εξαιτίας της απώλειας των αποσκευών της δεν μπορέσαμε να δούμε πώς είχε προετοιμάσει ολόκληρη την παράσταση της.

4. Dulli και Lanegan. Lanegan και Dulli. Δεν θα κουραστώ να βλέπω ποτέ τους συγκεκριμένους είτε ως δίδυμο είτε τον καθένα ξεχωριστά. Ευτυχώς μας έχουν τιμήσει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Αυτή η φορά όμως ήταν εξαιρετικά ξεχωριστή μιας και δεν θυμάμαι να διασκέδασα σε καμία άλλη τους συναυλία έτσι. Την πρώτη φορά που τους είδα ως Twilight Singers, ο Mark εμφανιζόταν σε ελάχιστα τραγούδια ενώ δεν ήμουν και πολύ οικείος με τον κατάλογο των Twilight Singers.Την δεύτερη φορά ήταν μόνος του ο Mark με την Isobel Campbell όπου, παρά το πολύ καλό τους δέσιμο, ήταν πολύ σεμνά τα πράγματα. Απολαυστικά μεν, σεμνά δε. Την τρίτη φορά είδα τον Lanegan μαζί με τους Soulsavers ως support του support στην συναυλία του Iggy Pop πέρυσι το καλοκαίρι. Εκεί, παρά τον καταπληκτικό χώρο, ο τιτανοτεράστιος Mark έφαγε ένα σχετικό κλάσιμο από τον ελάχιστο ως τότε κόσμο, πράγμα που τον επηρέασε, παίζοντας για ελάχιστη ώρα. Η τέταρτη ήταν και η φαρμακερή, το Μάιο που μας πέρασε. Το σατανικό δίδυμο, έχοντας μόλις απελευθερώσει στον κόσμο το γεμάτο μετάνοια, εξομολόγηση και θρυμματισμένη ελπίδα πόνημά τους, βρισκόταν σε δαιμονιώδη φόρμα (προφανώς. Σε τι άλλη φόρμα θα βρισκόντουσαν ειδικά αυτοί οι δύο δηλαδή; αγγελική;).

Γύρισαν την ένταση στο τέρμα, ο Dulli κατάπιε όλο το κοινό με την αδάμαστη, μετρημένη πλέον σε Γιγαβόλτ ενέργειά του, ο Lanegan στο ρόλο του έξω από’δώ να μας απειλεί με το αλλόκοτα σκλαβωτικό γρύλισμά του, και τα τραγούδια να μην χαρίζουν κάστανο σε κανέναν. Στο "Front Street" ειδικότερα ο Dulli έγινε ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε να αποπλανήσει γύρω στους 1000 και κάτι ανθρώπους ταυτόχρονα. Η ατζέντα μας θα ηχήσει ξανά εύθυμα στις 4 Φεβρουαρίου, όταν και θα τους ξαναδούμε.

3. Δεν ξέρω αν η PJ Harvey ζήτησε το χώρο του Badmindon, αλλά αν όχι, η ιδιοφυΐα που την έστειλε εκεί αξίζει αμέσως αύξηση στον μισθό του. Στον καταπληκτικό χώρο του Badmindon oπου τουλάχιστον γίνεται και κάποιο πολιτιστικό γεγονός, που και που, ώστε να σώζεται από την αχρηστία, η PJ κατόρθωσε να βγάλει όλη την ουσία και την ατμόσφαιρα του συγκλονιστικού White Chalk. Τα λόγια περίσσευαν, ο λαιμός στέγνωνε και η καρδιά σφιγγόταν από ένα αόρατο χέρι καθώς η PJ μας μετέφερε στο σπαραξικάρδιο “The Mountain”, στην εκλιπαρούσα βελανιδιά του “Grow Grow Grow” και πιο παλιά, στα γεμάτα αμαρτία καμώματα της “Angelene”. Πολύ πιο άνετη και ομιλητική απ’ότι την περίμενα, μάλιστα προς το τέλος άκουγε από τον κόσμο τις δικές του προτάσεις.  Ο κόμπος που ένιωσα στο λαιμό όταν μνημόνευσε με τόσο μελαγχολική μεγαλοσύνη την πατρίδα της το Dorset στο “White Chalk” δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου.

2. 100% καθαρή διασκέδαση. Για πιο συγκεκριμένα ανατρέξτε (πού αλλού;) στο αρχείο. Αλλά μετά από περίπου τέσσερις μήνες μπορώ να θυμηθώ τα εξής… Ο Stipe διδάσκει την τέχνη του frontman, ο Mills και ο Buck είναι σπεσιαλίστες sidekicks και η επανένωση των R.E.M. με τη μούσα τους είναι γεγονός. Οι μελωδίες του γκαζωμένου φετινού Accelerate βοήθησαν η συναυλία να μην κάνει κοιλιά όταν τα χιτς έμπαιναν στην άκρη ενώ γιγάντια τραγούδια, που δεν χρειάζεται καν να αναφέρω γιατί όλοι είμαστε οικείοι με αυτά, παίχτηκαν με τέτοιον γυαλισμένο αυθορμητισμό που νόμιζες ότι τώρα ξεκινούσαν την καριέρα τους κι έπρεπε να εντυπωσιάσουν κόσμο και κριτικούς. Η παράδοση άνευ όρων στην μπάντα ήρθε εύκολα και χωρίς δεύτερη κουβέντα, ενώ το δέσιμο του κόσμου με τα τραγούδια και τα παντοτινά μηνύματά τους ήταν σε στιγμές συγκινητικό. Η απάντησή μας στην απορία «Πως είναι οι REM live;» λύθηκε. Μας δημιουργήθηκε μια καινούργια όμως με τη βοήθεια ενός φίλου. «Πως διάολο παίζουν καλύτερα και από παλιά;»

1. Δε μπορώ να είμαι αντικειμενικός με τους Radiohead. Και δεν θέλω να είμαι αντικειμενικός με τους Radiohead. Θα ήταν αχαριστία, μιας και εξαιτίας τους έμαθα τη μουσική έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι σήμερα...

Η στιγμή που επιτέλους άκουσα για πρώτη φορά ζωντανά τη φωνή του Thom ήταν μια από τις πιο απολαυστικές και έντονες εμπειρίες που έχω ζήσει. Σχεδόν δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ότι η φωνή που άκουσα τυχαία σε ένα αυτοκίνητο πριν 8 και κάτι χρόνια ήταν σε απόσταση μερικών μέτρων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν και πολύ καλύτερη από όλες τις αναλύσεις που την είχα υποβάλλει. Το να πω ότι ακουγόταν αγγελική θα φανεί μελό και συνηθισμένο. Όμως ήταν αλήθεια. Στο soundcheck του “Weird Fishes” παρότι o Yorke δοκίμαζε και ζέσταινε τη φωνή του, εκείνη ακουγόταν βελούδινη, σαν σε μια υποθαλάσσια συχνότητα που τη φίλτραρε και την μετέτρεπε σε χάδι στα αυτιά. Τότε κατάλαβα ότι επιτέλους θα έβλεπα την μπάντα που με έμαθε να αγαπάω και να γίνομαι εμμονικός με τη μουσική.  

Αν συνεχίσουμε την ιστορία χρονολογικά θα πρέπει να πούμε ότι γύρω στις 8 παρά το απόγευμα, σε μια Ρωμαϊκή Αρένα που σου έπαιρνε την ανάσα με το μεγαλείο της, και αφού συμπληρώσαμε σχεδόν 5 ώρες αναμονής (το τίμημα για μπροστινές θέσεις) μαζί με άλλους βλαμμένους και παρανοϊκούς συγκάτοικους στην τρέλα, βγήκε η πολλά υποσχόμενη μπάντα της Natasha Khan. Δηλαδή οι Bat For Lashes. Ένα πολύ ενδιαφέρον μίγμα Bjork και Kate Bush που μπορεί προφανώς οι συνθέσεις της να μην είναι ακόμα στο επίπεδο των δύο επιρροών της, αλλά ούσα μια πολύ ζωντανή και ταλαντούχα frontwoman, φαίνεται ότι έχουν σπουδαίο μέλλον και έναν δεύτερο δίσκο που θα μας έρθει τον Απρίλη και ήδη ανυπομονούμε, μιας και θα διαθέτει σε ένα κομμάτι ως guest vocalist τον Scott Walker.

Tα ακροβατικά των τεχνικών προκειμένου να προετοιμάσουν το εκπληκτικό φωτο-σόου των πρωταγωνιστών της βραδιάς επιμήκυναν ακόμα περισσότερο την ανυπομονησία μας ενώ η μεξικάνικη ola μας κρατούσε απασχολημένους.

Ώσπου τα φώτα έκλεισαν. Ένα ηλεκτρονικό ηχητικό απόσπασμα φτιαγμένο από κομματάκια του “Reckoner” μας προειδοποίησε. Βγήκαν στη σκηνή. Οι εναρκτήριες νότες του κανονικού “Reckoner” ήταν η δικαίωση για ό,τι συνέβη τον προηγούμενο καιρό. Στον καθαρό βραδινό ουρανό της Nimes έψαχνα να βρω απαντήσεις και να αναρωτηθώ αν όντως είναι αλήθεια αυτό που συμβαίνει. Έχοντας ακούσει δεκάδες Bootlegs μπορώ να πω με σιγουριά πως το Ιερό Δισκοπότηρο της live συναυλίας των Radiohead περιείχε το πιο γλυκόπιοτο νέκταρ. Το μυθικό πλέον “Reckoner”, ο πιο κοντινός σε soul πειραματισμός της μπάντας, μας έδωσε μια μεγάλη και τρυφερή αγκαλιά. Το “Myxomatosis” πέρασε από πάνω μας σαν οργισμένη νταλίκα αφήνοντας μας τα σημάδια από τις ρόδες του. Τα “All I Need”, “Pyramid Song”, “Nude” έμοιαζαν με παρατεταμένους οργασμούς των αισθήσεων, στο “There There” o Jonny Greenwood προσπάθησε να προκαλέσει εξέγερση στην ήρεμη ως τότε Nimes, και στο “National Anthem” η θρυλική μπασογραμμή του έτερου Greenwood ανακάτεψε τα στομάχια και τα μυαλά μας αφήνοντας μόνο τα πόδια μας ανέγγιχτα ώστε να μπορούμε να χορεύουμε. Έπειτα ήρθε το “Faust Arp” σαν ηλιόλουστο πρωινό στο γρασίδι, και μετά τη συλλογική επιθυμία να πέσει η κυβέρνηση στο “No Surprises”, το “Where I End...” και το “Idioteque” έφτασαν την αντοχή και το ξέσπασμά μας στο χείλος του γκρεμού. Δεν μας έριξαν ακόμα όμως. Με ένα μεγαλειώδες ‘Street Spirit” και ένα “Bodysnatchers” που αν το χαρακτηρίσεις «εκρηκτικό» θα το υποτιμούσες έφυγαν αναγκάζοντάς μας να παρακαλέσουμε για encore.

Στο 1ο encore με το “Talk Show Host” μας έβαλαν χαπάκια στην πορτοκαλάδα, αναγκάζοντάς μας να υποκύψουμε στις ψυχεδελικές του διαθέσεις, ενώ η ερμηνεία του Thom στο “Exit Music” συγκίνησε βαθύτατα. Το encore ολοκληρώθηκε με το απροσδόκητο ξέσπασμα του “Karma Police” που live, είναι αλήθεια, αποκτά ψυχοθεραπευτικές ιδιότητες.

Όταν παίχτηκαν οι αποχαιρετιστήριες νότες του “Planet Telex” (από τις πιο χαρακτηριστικές των 90’s) μείναμε στην κυριολεξία και δεν υπάρχει πιο ταιριαστή φράση, στα κρύα του λουτρού. Παρακολούθησα την πιο μεγαλειώδη παράσταση στη ζωή μου. Στο πιο μεγαλειώδες σκηνικό που μπορούσα να φανταστώ. Ένιωσα κατευθείαν μελαγχολικός.

It's all downhill from here, που λένε και οι συμπατριώτες τους. Ήθελα να ακούσω απεγνωσμένα τους δίσκους τους. Θέλαμε να τους ξαναδούμε σύντομα. Στην καθιερωμένη μετασυναυλιακή μπύρα σχεδόν συνήλθαμε. Σε ένα μαγαζί με δεκάδες αγνώστους που συζητούσαν όλοι αυτό που μόλις αντίκρισαν, συζητώντας με την uptight ηρεμήσαμε. Και οριοθετήσαμε το γεγονός σαν αυτό που ήταν. Η συναυλία της ζωής μας. Μέχρι την επόμενη. Όχι ζωή, συναυλία.

17.12.08

2008: This is a Story, some kind of a story

(Προειδοποίηση: Μεγάλο Κείμενο!)

Καμία άλλη χρονιά τα Χριστούγεννα δεν πλησίασαν τόσο ύπουλα όσο φέτος. Πράγμα λιγάκι οξύμωρο αν σκεφτεί κανείς ότι το 2008 μου έχει φανεί τεράστιο. Κι όταν λέμε τεράστιο, εννοούμε Γιγαντιαίο. Ατέλειωτο. Άσωστο. Υπάρχουν χρονιές που δε μου έχουν μείνει στη μνήμη παρά μόνο για κάποιες σκόρπιες στιγμές, και που η υπόλοιπη διάρκειά τους έχει χαθεί στους πίσω χώρους του χρονοντούλαπου σαν κάτι τριμμένα σεντόνια που δεν θες να στρώσεις πια, αλλά λυπάσαι να τα κάνεις και ξεσκονόπανα (κι εδώ σταματούν οι παρομοιώσεις κατευθείαν από το λυσάρι της Ελληνίδας συγγραφέως αισθηματικών διηγημάτων, το υπόσχομαι). Το 2008 δεν πρόκειται να είναι ποτέ για την υπογράφουσα μια τέτοια χρονιά.

Και δεν είναι πως ήταν καμιά χρονιά πνιγμένη στη χαρά. Ήταν μάλλον μια χρονιά σκωτσέζικο ντους - με διαφορά αυτή με τις περισσότερες διακυμάνσεις ευχάριστων και δυσάρεστων καταστάσεων που έχω βιώσει και με την ένταση των συναισθημάτων να χτυπάει συχνά κόκκινο. Ίσως γι'αυτό θεωρώ ότι θα τη θυμάμαι πάντα. Το θέμα όμως είναι ότι τελειώνει. Ότι απόψε, από το σαλόνι μου, υπό τους ήχους του Devotion των Beach House, πλάι στο στολισμένο δέντρο, μπορώ επιτέλους να πω ότι πλησιάζει το τέλος και να κοιτάξω πίσω, μπαίνοντας στο mood της ανασκόπησης που με πιάνει κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. Και, πριν ξεκινήσω μαζί με τον Nick Z. τις απαραίτητες λίστες που συνοδεύουν τόσο καλά τους κουραμπιέδες, να μοιραστώ μαζί σου, ω! αγαπητέ αναγνώστη, χωρίς ανατριχιαστικές λεπτομέρειες αλλά προσπαθώντας να περιγράψω τα συναισθήματα, την ιστορία που στιγμάτισε περισσότερο από κάθε άλλη το 2008 για μας εδώ στο some beans. Ίσως να αναρωτηθείς τι σ'ενδιαφέρει εσένα. Whatever. Η ανάγκη να μοιραστώ το τι σήμανε για μένα αυτή η ιστορία με τον έξω κόσμο είναι μεγάλη, οπότε θα παρακάμψω το ερώτημά σου και θα περάσω στο ψητό.

Η ιστορία μας έχει τίτλο "Το ταξίδι".

Ξεκίνησε πέρυσι τέτοια εποχή περίπου, αθώα και χαρούμενα. Αρχές Δεκεμβρίου του 2007, οι Radiohead ανακοίνωσαν τις ημερομηνίες της ευρωπαϊκής τους περιοδείας για το In Rainbows. Έχοντας τις καλύτερες αναμνήσεις από τη μοναδική φορά που οργάνωσα ταξίδι στο εξωτερικό γύρω από μια συναυλία, για χατίρι και πάλι των φίλτατων Οξφορδέζων - στη Μαδρίτη, το καλοκαίρι του '03 - και με δεδομένη την πολύ μεγάλη (understatement of the year) επιθυμία μας να τους δούμε (εγώ για 3η φορά, ο Nick Z. για πρώτη), βουτήξαμε τον μισοδιαλυμένο ευρωπαϊκό οδικό χάρτη που είχα αγοράσει σε μια φάση που τα οικονομικά μου επέτρεπαν μόνο νοερά ταξίδια. Τα βάλαμε κάτω κι αποφασίσαμε να μην κάνουμε το σχετικά απλό (πάμε σε μια πόλη, βλέπουμε το live, γυρνάμε) αλλά να ταξιδέψουμε. Η συναυλία-στόχος ήταν στη Nîmes, μια μικρή πόλη στη Νότια Γαλλία, με έντονη τη σφραγίδα της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Ημερομηνία, 14 Ιουνίου 2008. Ο άλλος στόχος ήταν ένα από τα όνειρά μου - να μείνω για μια έστω μέρα σε ένα χωριουδάκι στην Ελβετία. Και όλα αυτά με το χαμηλότερο δυνατό μπάτζετ.

Στις 11 Δεκεμβρίου, με την πολύτιμη βοήθεια ενός Περουβιανού φίλου, κλείσαμε τα εισιτήρια της συναυλίας. Κοιτάζοντας το χαρμόσυνο email που με πληροφορούσε για το γεγονός και σηματοδοτούσε ουσιαστικά το ξεκίνημα της οργάνωσης του ταξιδιού μας, έκανα στον εαυτό μου τη μοιραία ερώτηση "τι μπορεί να πάει στραβά;". Το εξάμηνο που μεσολάβησε μέχρι την αναχώρησή μας μου έδωσε τόσες εμφατικές απαντήσεις, που η ερώτηση αυτή έφτασε να παίζει κοροϊδευτικά σε επανάληψη στο μυαλό μου.

Τους επόμενους δυο μήνες, τα οικονομικά μας κατρακύλησαν και το γραφείο που δούλευα ξέμεινε από δουλειές. Το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου με βρήκε χωρίς ρεύμα και τηλέφωνο και με σπασμένα γυαλιά - άνετα μπαίνει στη λίστα με τις χειρότερες μέρες της ζωής μου. Το ίδιο απόγευμα, προσπαθώντας να συνέλθω, έλεγα στον Nick Z. ότι "να δεις που σε 4 μήνες από τώρα θα περιμένουμε έξω από την Arene de Nîmes και θα τα θυμόμαστε όλα αυτά και θα γελάμε", με το ίδιο ύφος που το λέει ο Μελλοθάνατος του Αρκά από τον Ισοβίτη.

Πέρασε άλλος ένας μήνας κάπως έτσι, και είχα φτάσει στο σημείο να πιστεύω ότι με το που θα έπαιρνα τα εισιτήρια στα χέρια μου θα έπρεπε να τα πουλήσω σε κάποιον που στ'αλήθεια θα πήγαινε. Τότε, σαν καλή νεράιδα του παραμυθιού, ένας παλιός συνεργάτης μου πρότεινε να δουλέψω μαζί του. Οι λογαριασμοί είχαν μαζευτεί σωρό, αλλά ήταν μια ελπίδα. Στα τέλη του Απριλίου μπορούσαμε να ξανακάνουμε σχέδια. Και τα κάναμε, τάχιστα. Μέχρι τα μέσα Μαΐου είχαμε τακτοποιήσει τα πάντα, έχοντας καταλήξει στη λύση του αυτοκινήτου για τις μετακινήσεις μας στο τρίγωνο Μιλάνο (αεροδρόμιο) - Leysin (το χωριουδάκι που λέγαμε) - Nîmes. Όλα αυτά μετά από τρελό ψάξιμο για ευκαιρίες, με το ελάχιστο κόστος και γνωρίζοντας ότι θα ήμασταν εντελώς τσίμα-τσίμα.

Τότε, αυτός ο Κάποιος εκεί έξω που πάντα γελάει χαιρέκακα μόλις χαρείς, ξέροντας πως σε περιμένει νέα μπανανόφλουδα στην επόμενη γωνία, γέλασε και πάλι βροντερά. Με λίγες μέρες διαφορά, δυο συγγενείς μας πρώτου βαθμού βρέθηκαν στο νοσοκομείο σε σοβαρή κατάσταση. Το ταξίδι τυλίχθηκε σε ζελατίνα και μπήκε στο κάτω ράφι του ψυγείου. Υπήρχαν σημαντικότερα πράγματα στη μέση. Τα συναισθήματα χτύπησαν νέο ναδίρ.

Όταν όλα έληξαν ομαλά και οι καρδιές όλων μας γύρισαν από την Κούλουρη, είχε φτάσει πια 5-6 Ιουνίου. Με τα νεύρα τσατάλια από όσα είχαν προηγηθεί και τις συνοδευτικές αμφιβολίες για το αν έπρεπε να φύγουμε ενώ τα αγαπημένα μας πρόσωπα ήταν ακόμα σε ανάρρωση, ετοιμάσαμε βαλίτσες και τα τυπικά. Η αναχώρηση ήταν Τετάρτη, 11 Ιουνίου. Τη Δευτέρα και την Τρίτη, σαν ξεπροβόδισμα, έπεσε μαζεμένη η περισσότερη δουλειά όλης της χρονιάς, και οι ώρες μέχρι την Τετάρτη κυλούσαν πολύυυ αργά. Αλλά έφτασε.

Το πρωί της 11ης Ιουνίου, όλα ήταν έτοιμα. Όλα έτοιμα είπαμε; Χο! Χο! Χο! Ακούστηκε και πάλι βροντερό το κοσμικό γέλιο. Το αεροπλάνο έφευγε στις 4, κι έπρεπε να είμαστε στο αεροδρόμιο 2 με 2.30. Γύρω στις 12, ο Nick ήρθε στο σπίτι μου και είπαμε να κάνουμε έναν τελευταίο έλεγχο πριν ξεκινήσουμε. Διαβατήρια, τσεκ, τυπωμένα vouchers για τα εισιτήρια και τα ξενοδοχεία, τσεκ, δίπλωμα...

Δίπλωμα, τσεκ. Πλην όμως, το μαγικό ροζ τρίπτυχο που είχα στα χέρια μου ήταν της μάνας μου καθώς, μέσα στην παραζάλη από τη δουλειά της Δευτέρας, είχα πάρει αυτό από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου που μοιραζόμαστε αντί για το δικό μου. Το αυτοκίνητο, δε, βρισκόταν στη δουλειά της, στου Ζωγράφου. Κι εμείς στα βάθη του Πειραιά, με δυο τεράστιες βαλίτσες και δυο ώρες καιρό για να βρεθούμε στα Σπάτα χωρίς κατά προτίμηση να χρησιμοποιηθεί ταξί.

Ένιωσα σα να έπαιζα σε ταινία, από εκείνες μάλιστα που απορείς πως στην ευχή τα σκέφτηκε αυτά τα τρελά ο σεναριογράφος. Το μυαλό μου αδυνατούσε να χωρέσει το μέγεθος της καταστροφής. Ολόκληρο το ταξίδι που τόσο καιρό περιμέναμε σαν όαση και με τόσο κόπο είχαμε καταστρώσει και - ακόμα περισσότερο - πληρώσει, ήταν στον αέρα εξαιτίας μου. Ήθελα να καταρρεύσω αλλά δεν υπήρχε ούτε καν αυτή η πολυτέλεια.

Μετά από ένα εικοσάλεπτο διανθισμένο από σκηνές αλλοφροσύνης και με διάφορες λύσεις απελπισίας να πετάγονται στον αέρα, έπρεπε να κάνουμε το γενναίο βήμα έξω απ'την πόρτα. Άλλο ένα τέταρτο αναλώθηκε σε μάταιες προσπάθειες να βρούμε ταξί που να μας πάει με τις βαλίτσες μεσημέρι Τετάρτης στου Ζωγράφου, κι αφού πειστήκαμε πως αυτό θα γινόταν μόνο με τζίνι από το λυχνάρι του Αλαντίν στο τιμόνι, πήραμε το δρόμο για τον ηλεκτρικό, κι από εκεί για το αεροδρόμιο. Η διαδρομή που περίμενα σαν την πιο χαρούμενη της χρονιάς είχε πάρει κάτι από τη σκούρα απόχρωση του εξάμηνου που είχε προηγηθεί.

Το ίδιο το ταξίδι με βρήκε σε περισυλλογή. Πως θα πηγαίναμε το βράδυ στο Leysin; Πως θα κάναμε όλες εκείνες τις διαδρομές; Θα μας έφταναν τα λεφτά για τα τρένα; Θα προλαβαίναμε τη συναυλία, στην τελική; Κι αν φτάναμε στη Nîmes, θα είχαμε αρκετά χρήματα για να πάμε πίσω στο Μιλάνο και να πάρουμε το αεροπλάνο της επιστροφής; Στο μυαλό μου, το μαγικό πενταήμερο που περιμέναμε είχε ήδη μετατραπεί σε έναν αγχώδη αγώνα δρόμου με αβέβαιη εξέλιξη και τέλος.

Στο Μιλάνο, είχα την ίδια βαριά καρδιά ενώ κατευθυνόμασταν στο σταθμό των τραίνων. Εκεί μάθαμε ότι το τελευταίο τρένο για Ελβετία είχε φύγει μισή ώρα πριν φτάσει η σειρά μας να εξυπηρετηθούμε από έναν ασύλληπτα βαριεστημένο υπάλληλο μετά από ένα ακόμα πιο ασύλληπτα ηλίθιο σύστημα αναμονής. Ήταν 10 το βράδυ όταν οριστικά συνειδητοποιήσαμε ότι το πρώτο κιόλας βράδυ είχαμε ξεμείνει μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα από εκεί που είχαμε κανονίσει να βρισκόμαστε, οπότε και με πήραν τα ζουμιά. Πίστεψα ότι το ταξίδι μας είχε καταστραφεί οριστικά, ότι όλες οι απόπειρες για να βρούμε άκρη στους σταθμούς θα ήταν κάπως έτσι και ότι όλα αυτά που φανταζόμασταν όσο προσπαθούσαμε να αντέξουμε δεν θα γίνονταν ποτέ.

Πήγαμε και βολευτήκαμε σ'ένα κοντινό ξενοδοχείο. Εκεί, στο μικρό δωμάτιο ήταν που συνειδητοποίησα ότι στην τελική ήμασταν στο Μιλάνο και ήμασταν στο ταξίδι μας, και ότι θα κάναμε ό,τι μπορούσαμε (και γουστάραμε) μ'αυτό, και που το βούλωσε ο Παρθένος και μίλησε ο περιπετειώδης εαυτός μου που ως τότε είχε λουφάξει. Και κάπου εκεί, επιτέλους, το πραγματικό ταξίδι άρχισε.

Τα επόμενα τρία εικοσιτετράωρα, από το βράδυ εκείνο στο Μιλάνο μέχρι και τα τέσσερα χιλιόμετρα που περπατήσαμε στις τρεισήμισι τη νύχτα γυρίζοντας από τη συναυλία στο ξενοδοχείο στη Nimes, μπορούν να χαρακτηριστούν μόνο με τη λέξη "ονειρικά". Όχι με την τετριμμένη έννοια που χρησιμοποιείται στα δελτία τύπου για να περιγράψει με κομψό και λίαν κολακευτικό τρόπο τη μουσική της Enya, αλλά την κυριολεκτική. Ήταν the stuff dreams are made of, που λένε. Η ανταμοιβή για όλη την αγωνία, τα διαλυμένα νεύρα, τη στενοχώρια, τα κλάματα έξι μηνών ήταν αυτές οι τρεις μέρες. Τέσσερεις και μισή τυπικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι για μένα τουλάχιστον η τελευταία μιάμιση μέρα, με όλες τις ωραίες στιγμές της, ήταν μέρος της ψυχολογικής προετοιμασίας για την προσγείωση στα πάτρια εδάφη και την πραγματικότητα. Αλλά χαλάλι.

Το τριήμερο ήταν γεμάτο. Γεμάτο από εικόνες που εύκολα μπορώ να φέρω ξανά στο μυαλό μου, με όλα τους τα χρώματα πεντακάθαρα σαν μικρές polaroids, κι ας έχουν περάσει έξι μήνες από τότε. Γεμάτες από συναισθήματα που επίσης έρχονται ξανά αυτούσια συνοδεύοντας τις εικόνες. Και γεμάτες από εμπειρίες που έκαναν το μικρόκοσμό μας κατά πολύ πλουσιότερο. Ναι, έχω ξαναταξιδέψει στο εξωτερικό. Τόσο έντονες, ξέχειλες από περιεχόμενο μέρες όμως δεν θυμάμαι να έχω ξαναπεράσει.

Η στιγμή που πρωτοαντικρύσαμε το Duomo βγαίνοντας από το Μετρό. Η βόλτα που κάναμε στην πλατεία από κάτω και στις μαρμαροστρωμένες στοές της Όπερας, και το παγωτό πεπόνι. Τα χαρτιά στο παγκάκι του σταθμού στις 6.30 το άλλο πρωί. Το ταξίδι προς την Ελβετία, με τη λίμνη Maggiore στα δεξιά και τα πανέμορφα χωριουδάκια στ'αριστερά, πνιγμένα στα λουλούδια και στο πράσινο. Η Ελβετία! Ναι, η Ελβετία είναι όπως τη φανταζόμασταν. Τακτοποιημένα χωράφια, διάσπαρτα κοπάδια αγελάδες και γύρω-γύρω κάτασπρες, μεγαλόπρεπες κορυφές. Το Monte Rosa, το Mont Blanc, επιβλητικοί όγκοι που αντανακλούσαν το φως του πρωινού καλοκαιρινού ήλιου. Και μετά το Aigle. Το μικρό τρενάκι με τις οδοντωτές ράγες που μας περασε μέσα από τα αμπέλια και άρχισε να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, να ανεβαίνει... Το Leysin!

Είχε 15 βαθμούς και από το στόμα μας έβγαινε αχνός, όπως γίνεται εδώ γύρω στο Νοέμβρη. Ο ταξιτζης σταμάτησε το ταξίμετρο όσο περιμέναμε σε κάτι έργα να περάσουν οι απέναντι. Το ξενοδοχειάκι όλο ξύλινο. Το μπαλκόνι. Η θέα! Πράσινα λειβάδια, απέναντι πράσινες κορυφές, στο βάθος κάποιες άσπρες. Και μετά κατεβήκαμε. Το λειβάδι. Ξάπλα στον ήλιο, μέσα στα αγριολούλουδα, δεν σκεφτόμασταν πια τίποτα. Δεν υπήρχε Αθήνα, δεν υπήρχε τίποτα άλλο.

Η βόλτα σε όλο το χωριό. Τα σπιτάκια με τα χρωματιστά ξύλινα παραθυρόφυλλα. Το ομορφότερο αγριολούλουδο που είχαμε δει ποτέ. Ο Λάρι το Λάμα! Οι άνθρωποι, που μας έλεγαν "Bonjour!" απλά επειδή διασταυρωθήκαμε μαζί τους στο δρόμο κι εμείς κοιταζόμασταν μεταξύ μας. Η κυρία Lisette με τα πλεχτά της. Η κυρία Maria με το μαγαζάκι με τα μπιμπελό που είχε έρθει πρόσφατα στην Κρήτη. Ο απίστευτα εξυπηρετικός κυριούλης, αγνώστων λοιπών στοιχείων, στο σταθμό του τρένου. Τρένο που σε πήγαινε με μια μόνο αλλαγή στη Γενεύη, με συνολικό χρόνο αναμονής 7 λεπτά και ακρίβεια δευτερολέπτου. Η μικρή Τερέζα που δεν ήταν κατσαρίδα, αλλά το πανέμορφο γατί του σταθμού. Το ξύλινο, κίτρινο τραπεζάκι του πικνίκ, με τη θέα στα βουνά. Η 9η του Μπετόβεν - ο Ύμνος της Χαράς! - που ακούσαμε από μια λίγο αδέξια φλογέρα καθώς έπεφτε ο ήλιος, για ν'ανακαλύψουμε λίγο μετά ότι υπεύθυνη ήταν μια πιτσιρίκα γύρω στα 4 που μας κοίταζε με περιέργεια από την ανοιχτή πόρτα του σπιτιού της. Το fondue με τα τυριά στο ζεστό εστιατόριο του ξενοδοχείου, με τη βροχή έξω να ρίχνει ένα γκρίζο πέπλο στο αλπικό τοπίο. Και όλα αυτά έγιναν μέσα σε μια μόνο μέρα...









Το πρωινό στις εφτάμισι το πρωί με τον κο Μπονέλι να έχει ανοίξει πιο νωρίς την τραπεζαρία μόνο για μας και με το "Monkey Gone To Heaven" από live (!) να παίζει στα ηχεία. Το ανέβασμα στο λασπωμένο μονοπάτι για το μικρό σταθμό σέρνοντας τις βαλίτσες. Το κατέβασμα με το τρενάκι. Η απίθανη διαδρομή για τη Γενεύη, δίπλα στη λίμνη Λε Μαν, με το Mont Blanc να υψώνεται πάνω από τα νερά στο βάθος. Η Γενεύη! Mε τις εκβολές του Ροδανού να συναντάνε τη λίμνη, με χιλιάδες πολύχρωμο κόσμο (είχε και Euro) ν'απολαμβάνει το δυνατό ήλιο, δεκάδες ποδήλατα παντού, μπαρόκ και ροκοκό και σύγχρονα κτίρια όλα σε τέλεια ισορροπία και τα πάντα σχεδόν αηδιαστικά καθαρά και φροντισμένα.   Οι δημόσιες τουαλέτες, στο μεταξύ, χαλαρά ό,τι το πλησιέστερο σε διαστημόπλοιο έχουμε δει ποτέ και δεν κάνουμε καθόλου πλάκα (πλέον).

Απογευματάκι. Το τρένο για τη Valence κι από εκεί το TGV που κατάπιε 150 χιλιόμετρα σε 43 λεπτά, μ'εμάς στριμωγμένους σε μια γωνιά αφού στα τρία λεπτά που έμεινε στο σταθμό δεν μπορέσαμε να βρούμε αυτό όπου θα καθόμασταν ανάμεσα στα 25 δίπατα βαγόνια. Αλλά κατά τις 9,15 ήμασταν εκεί! Η Nimes δεν φάνηκε ν'αλλάζει τους ράθυμους τρόπους της για να μας υποδεχτεί, και μια απεργία των ταξί μας καλωσόρισε πίσω στα μεσογειακά κλίματα. Τα παιδιά από την πιτσαρία κάτω από τη γέφυρα καλέσανε τον μοναδικό απεργοσπάστη που ήρθε 40 λεπτά μετά. Αλλά ήμασταν εκεί.

Και το Σάββατο. Η πιο ηλιόλουστη μέρα μας βρήκε να περπατάμε ως την πόλη και μετά μέσα της. Τα πλακόστρωτα στενάκια, με τις πλάκες κάτω ν'αστράφτουν (δεμένες ανά 4 με μπρούτζινα καρφιά με χαραγμένο επάνω τον κροκόδειλο με τον φοίνικα, σύμβολο της πόλης, σχεδιασμένο από τον Philippe Starck) και τα μικρά τους μαγαζάκια μας υποδέχτηκαν. Το ιστορικό κέντρο, γεμάτο με κόσμο σαν κι εμάς που είχε μαζευτεί απ'όλη τη Γαλλία κι ένα σωρό άλλες χώρες για τη συναυλία... Η σκλαβωτικά ευγενική, στρουμπουλή κυρία με την τρομερή κρεπερί της (κρέπα After Eight, με ζεστή πικρή σοκολάτα και παγωτό μέντα. Μμμμμ!) που όταν πληρώναμε μας ρώτησε πως κι από τα μέρη της και όταν της είπαμε έδειξε πλήρως ενημερωμένη, φωνάζοντας χαρωπά "Αααα, λε κονσέρ ντε Ραντιοέεεντ!"...

Και μετά, η Αρένα! Είχε λοιπόν φτάσει εκείνη η στιγμή. Ήταν 14 Ιουνίου και καθόμασταν στο πλακόστρωτο έξω από τη μεγαλόπρεπη διώροφη ρωμαϊκή αρένα, με μπόλικη ώρα στη διάθεσή μας για να θυμηθούμε τη 14η Φεβρουαρίου καθώς περιμέναμε, κάνοντας πράξη εκείνη την κουβέντα που είχα πει. Αλλά δεν το κάναμε. Ήμασταν τόσο χαρούμενοι που βρισκόμασταν στ'αλήθεια εκεί, ήρεμοι και ξέγνοιαστοι, που προτιμήσαμε να επικεντρωθούμε στο task at hand, δηλαδή στο να βολευτούμε καλύτερα κάτω από τον ήλιο για ν'ακούσουμε απερίσπαστοι το soundcheck, καθώς αντηχούσαν μέσα από την άδεια αρένα οι πρώτες νότες του "Weird Fishes/Arpeggi". Για τη συναυλία αυτή καθ'αυτή θα μιλήσουμε όταν έρθει η ώρα (πολύ σύντομα δηλαδή) αλλά μετά το τέλος, καθισμένοι σε ένα εστιατοριάκι με εκατοντάδες κόσμο τριγύρω να συζητάει το ίδιο ακριβώς πράγμα με μας ("Μα πως τόλμησαν να μην παίξουν το 'How To Disappear';;;!!;!;"), νιώθαμε πλήρεις. Ευτυχισμένοι. Η Αθήνα, τα προβλήματα, όλα είχαν θαφτεί κάτω από ένα βουναλάκι χαράς και ηρεμίας.

Ξέραμε φυσικά ότι δεν ήταν φτιαγμένο για να κρατήσει πολύ. Την άλλη μέρα, μετά από καταδικασμένες εκ των προτέρων προσπάθειες να βρούμε εισιτήρια για τη δεύτερη συναυλία (ένα από τα συμπεράσματα που επαληθεύτηκαν για μένα σε αυτό το ταξίδι ήταν ότι, αν πάρεις εισιτήριο για μια συναυλία των RH σε μια πόλη όπου παίζουν και την επομένη, θα πρέπει να πάρεις και για τη δεύτερη συναυλία, Φακτ. Δεν το είχα κάνει ούτε όταν είχαν έρθει στην Αθήνα. Το δις εξαμαρτείν, κλπ), φύγαμε από την πολη, τόσο για να μη μελαγχολήσουμε, όσο και για να προλάβουμε να δούμε άλλη μία. Έτσι κι αλλοιώς, η Μασσαλία ήταν στο δρόμο προς το Μιλάνο και μας υποδέχτηκε πολύβουη και πολύχρωμη, και βρήκαμε δωμάτιο σ'ένα παλιό ξενοδοχείο, φτιαγμένο θαρρείς για σκηνικό σε κάποιο ασπρόμαυρο φιλμ με τη Lana Turner ή έναν James Stewart ν'ανεβαίνει τις σκάλες με το όπλο στο χέρι.

Μετά όμως βράδιασε. Οι δρόμοι άδειασαν, τα λεωφορεία σταμάτησαν από τις 8, τα μαγαζιά ήταν κλειστά, ένα ψιλόβροχο άρχισε να πέφτει, και η μουντή Κυριακή κατακάθισε πάνω μας, προετοιμάζοντας τη μοιραία Δευτέρα που προσπαθούσαμε να ξεχάσουμε - τη Δευτέρα της επιστροφής. Ίσως έφταιγε η ομοιότητα του μέρους με τον Πειραιά που, εμένα τουλάχιστον, μ'έφερνε πιο κοντά στο σπίτι απ'ότι θα ήθελα εκείνη τη στιγμή. Το αργό, παμπάλαιο τρένο για το Μιλάνο δε βοήθησε, ούτε και η καταρρακτώδης βροχή στο Malpensa. Γυρίζαμε πίσω, να ξαναβρούμε τους σκελετούς που είχαμε κλείσει στο ντουλάπι από την Τετάρτη το βράδυ.

Και τους βρήκαμε. Τα συνηθισμένα 35άρια της Αθήνας μετά τον ανοιξιάτικο καιρό της Ελβετίας και το γλυκό καλοκαιράκι της Nîmes. Τις πανάσχημες πολυκατοικιες και το ακαταμάχητο μίγμα σταρχιδισμού και μουντρουχίλας όπου γυρίζαμε το μάτι μας. Φρέσκους λογαριασμούς κάτω απ'την πόρτα μας και ξαναζεσταμένη γκρίνια και άγχος στο περιβάλλον μας.

Τώρα, όμως, μπορούσαμε να ανασύρουμε κατά βούληση μια από όλες εκείνες τις στιγμές και να χαμογελάμε σα χαζοί με την ανάμνησή της, αλλά και με την ανάμνηση όλων όσων προηγήθηκαν και την έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο φωτεινή (Κοέλιο, φαντάζομαι το ξέρεις ότι γράφεις μαλακίες. Το σύμπαν τη βρίσκει περισσότερο να συνωμοτεί για να ΜΗΝ τα καταφέρεις!). Πιθανότατα θα κάνουμε κι άλλα ταξίδια στο μέλλον, και ίσως κάτω από καλύτερες συνθήκες, αλλά είναι σίγουρο ότι κανένα δεν θα είναι τόσο πολύτιμο όσο αυτό.

13.12.08

Soundtracking Moments #2: 12/12/08, 11.31πμ

Με το ατσούμπαλο, ετοιμόρροπο πλαστικό ντοσιέ ("φάκελο" το λέμε στην αργκό των μηχανικών που ξέρουν τι θέλουν και είναι μέσα στα κόλπα άμα λάχει να'ούμ') αγκαλιά, στέκομαι μπροστά στην πόρτα του τελευταίου βαγονιού, στάση Πευκάκια, κατεύθυνση Πειραιά. Στ'αυτιά μου το "Need You Around" των Smoking Popes. Το τρένο ξεκινάει καθώς το κομμάτι κορυφώνεται και για μια στιγμή, εκεί που τραγούδι και τρένο βρίσκονται σε πλήρη επιτάχυνση και με τον χειμωνιάτικο ήλιο να λούζει το βαγόνι, μοιάζει σαν κανένα από τα δυο να μην πρόκειται να σταματήσει. Σαν μόλις να είχαμε ξεκινήσει ένα ξέγνοιαστο, ηλιόλουστο ταξίδι με τον ηλεκτρικό προς άγνωστη κατεύθυνση, με το τραγούδι των Smoking Popes να το συνοδεύει αέναα. Φυσικά, το επόμενο δευτερόλεπτο το τρένο κόβει ταχύτητα (δε βοηθάει που Πευκάκια και Περισσός είναι από τις πιο κοντινές μεταξύ τους στάσεις σε όλη τη διαδρομή) και πριν το καταλάβω, η Πολεοδομία γεμίζει το οπτικό μου πεδίο σε όλη της τη λευκή βαρεμαρότητα και πρέπει να κατέβω και να εξαφανιστώ μέσα της. Δε βαριέσαι. Το ταξίδι κράτησε μόνο ένα δευτερόλεπτο, αλλά ήταν αρκετό για να με κάνει να αισθάνομαι λίγο λιγότερο άσχημα με την προοπτική αυτή.

Smoking Popes - "Need You Around" (Born To Quit)
 
Clicky Web Analytics