Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.11.10

Unexpected Delight

Ξέρω ότι το λέω πολύ καιρό τώρα. Αλλά είτε επειδή δε βρήκα τον κατάλληλο χρόνο, είτε επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ τι να γράψω που να σου αξίζει, είτε επειδή με εκπλήσσεις κάθε μέρα με κάτι καινούργιο που σε κάνει όλο και περισσότερο αξιαγάπητο καθυστερούσα αυτό το κείμενο. Τώρα ήρθε η ώρα όμως. Αισθάνομαι έτοιμος να σου εξομολογηθώ πώς νιώθω για σένα, πόσο πιο διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα έκανες τη ζωή μας και πόσο μας ηρεμείς κάνοντάς μας να ξεχνάμε τα καθημερινά προβλήματα.

Αυτό το κείμενο είναι για σένα Τσίκο. Την φουντωτή και χνουδωτή απόλαυσή μας.

Έναν χρόνο πριν ήρθες στην πόρτα μας καλόβολος και παραδομένος στις αγκαλιές μας όπως πάντα. Χωρίς να δαγκώνεις και χωρίς να γρατζουνάς. Μόνο κοίταζες με ένα βλέμμα περιέργειας. Η αφορμή για να σε ανεβάσουμε πάνω ήταν ένα γιγάντιο ποντίκι που μας είχε πιάσει όμηρους ζητώντας λύτρα και τρώγοντας όλο μας το φαΐ. Το τουλάχιστον τρίμετρο ποντίκι δεν έλεγε να φύγει και όποτε προσπαθήσαμε να το παγιδεύσουμε δεν καταφέρναμε τίποτα. Βλέπεις ήταν πολύ έξυπνο για εμάς τους ανθρώπους. Το χειρότερο από όλα βέβαια ήταν ότι χρησιμοποιούσε το μπάνιο όλο το πρωί με αποτέλεσμα να αναγκαζόμαστε να ανακουφιζόμαστε στο διπλανό οικόπεδο μαζί με την Τζούλη. Ξέρω τι θα πεις. Ολόκληρο κόκερ σπάνιελ γιατί δεν βοήθησε να ξεφορτωθούμε τα δεσμά από την σκληρή κατοχή του ποντικού. Αλλά δεν την ξέρεις την Τζούλη τώρα; Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι οι πλεξούδες της και η διατήρηση της 80’s κουπ της. Έτσι και αλλιώς υπέγραψαν με κροκέτες βουτηγμένες σε αίμα μια ανίερη συμφωνία μεταξύ τους μετατρέποντάς μας κυριολεκτικά σε είλωτες και απειλώντας τη ζωή μας αν αρνούμασταν να πληρώσουμε το χαράτσι του τυροφόρου που πραγματικά μας γονάτιζε.

Ώσπου ήρθες εσύ Τσίκο. Λόγω της φυσικής του και πατροπαράδοτης απέχθειας για τις γάτες ο ποντικός (που στο μεταξύ είχε ανακηρυχθεί βασιλιάς, πρωθυπουργός, υπουργός γεωργίας και κυβερνητικός εκπρόσωπος) στην αρχή ταρακουνήθηκε. Άρχισε να τρέχει στη θέα σου. Εσένα όμως δε σε ένοιαζαν αυτά. Και το κατάλαβε κι ο ίδιος όταν μια φορά που τον είχες στριμώξει στη γωνία αντί να τον φας κοίταξες το ρολόι σου και είδες ότι είναι ώρα για πλύσιμο. Τα παράτησες όλα τότε και άρχισες με σπουδή να γλείφεσαι πότε κάθετα, πότε οριζόντια, πότε κόντρα στις τρίχες σου με τις βουρτσίτσες ης γλώσσας σου να δουλεύουν υπερωρία.

Ο ποντικός τότε αναθάρρησε και κατάλαβε ότι η κυριαρχία του θα συνεχιστεί αφού η τρίτη παράταξη που εισέβαλλε στο σπίτι ήταν αναποφάσιστη και μάλλον ψήφιζε αποχή. Έτσι έγινε ακόμα χειρότερος αφού άρχισε να μας τιμωρεί που θέλαμε ακόμα να τον ξεφορτωθούμε. Μάλιστα στα επίμονα παρακαλετά μας ότι «δεν υπάρχει άλλο τυρί» απάνταγε με αδιαφορία και σκληρότητα «Τυρί υπάρχει!». Για τα βράδια ούτε λόγος. Κανείς δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τα ροκανίσματά του και τους εφιάλτες που τον ταλαιπωρούσαν. Εσενα βεβαίως δε σε ενδιέφεραν αυτά γιατί ήδη είχες κατέβει κάτω στο δρόμο. Βλέπεις η γιαγιά σου δε σε ανεχόταν αφου ούτε είχες επαναστατικές βλέψεις προς τον ποντικό αλλά έτρωγες και το λιγοστό φαΐ μας.

Η ζωή σου κάτω στην αυλή μας ήταν αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα. Στην αρχή ήσουν διστακτικός. Και πραγματικά ένας πανέμορφος γάτος, με τρόπους και φιλικός προς τους ανθρώπους πως θα μπορούσε να επιζήσει στο δρόμο; Ειδικά δε όταν στη γειτονιά έκανε κουμάντο ο Βρωμύλος. Ένας κάτασπρος αλήτης με μια οκά βρώμα πάνω του. Αγενέστατος και ζητιάνος. Μόλις του έδινες αυτό που ήθελε γυρνούσε ανάποδα δήθεν να τον χαϊδέψεις. Αυτό ήταν το κόλπο του. Και μόλις πήγαινες να χαϊδέψεις το χνουδωτό κοιλούμπι με μια αστραπιαία δολοφονική κίνηση σου γρατζούναγε με μανία το χέρι. Έτσι τον χάσαμε τον παππού…

Φόβος και τρόμος για τα υπόλοιπα γατάκια και άλλος ένας πονοκέφαλος για τους ανθρώπους. Αυτά έβλεπε ο ποντικός και έλεγε «Βλέπετε πως είναι έξω τα πράγματα; Καθίστε μαζί μου τώρα και μη γκρινιάζετε». Ανησυχούσα για σένα και θεωρούσα μεγάλο κρίμα που θα χανόταν έτσι ένα τρυφερό γατάκι. Και πράγματι, από την πρώτη νύχτα κιόλας άκουγα καυγάδες και απειλητικά νιαουρίσματα. Φαντάζομαι ότι θα σου έκανε τη ζωή δύσκολη και θα προσπαθούσε να επιβληθεί πάνω σου όπως οι παλιοί στρατιώτες προσπαθούν να ρίξουν το ηθικό των νεοσύλλεκτων.

Την επόμενη μέρα κατέβηκα με αγωνία να σε ψάξω. Κοιτάζω γύρω μου και δε σε βρίσκω. Σε καλώ με το γνώριμο ψι ψι ψι χωρίς όμως ανταπόκριση. Περιμένω λίγο ακόμα φωνάζοντας παράλληλα το καινούργιο σου όνομα. Τίποτα. «Αυτό ήταν τον έδιωξε ο βρωμύλος» σκέφτομαι. Γυρίζω να κλέισω την πόρτα και ξαφνικά ακούω το γνώριμό σου πρρρρ που βγαίνει μέσα από την προσπάθεια που κάνει το ήδη μεγάλο σου στομάχι να ακολουθήσει τα γυμνασμένα σου χέρια και πόδια. Έρχεσαι και τρίβεις το κεφάλι στα πόδια μου κοιτώντας παράλληλα αν κρατάω τίποτα φαγώσιμο. Παραμένει άψογη, καθαρή και στιλπνή η τρίχα σου. Σα να πέρασες το βράδυ στο σπίτι και όχι παλεύοντας με τον Βρωμύλο. Και να όμως κάτι που κίνείται πίσω από τη λεμονιά. Είναι ο Βρωμύλος! Και έχει τα μαύρα του τα χάλια. Λες και τον έσυραν στο δρόμο, ακόμα πιο βρώμικος και με χτυπημένο το σημείο πάνω από το αριστερό του μάτι. Πολύ πιο σεμνός αλλά εξίσου εκμεταλλευτής και σκληρός.

Έτσι τα κατάφερες Τσίκο. Οι επόμενοι μήνες πέρασαν όμορφα για σένα. Με αλητεία και φαΐ που σου κατεβάζαμε κάτω και τώρα πια μας περίσσευε γιατί η προγιαγιά σου ξεφορτώθηκε τον ποντικό με παλιομοδίτικο αλλά αποτελεσματικό τρόπο (έφτιαξε παγίδες κόλλας παγιδεύοντάς τον και στην συνέχεια του έριξε καυτό νερό με τις τσιρίδες του να κρατάνε κανα δεκάλεπτο αν σας ενδιαφέρει).

Δεν ήσουν αχάριστο γατί όμως σαν τον Βρωμύλο. Μας αντάμειβες για τον κόπο που κάναμε με υπερωρίες χαδιών. Το ήρεμο γουργουρητό σου αντηχούσε στη γειτονιά και η άνοιξη έμοιαζε πιο ανθισμένη από ποτέ μόλις έβλεπε τα παιχνιδιάρικά σου μουστάκια να εμφανίζονται στον ορίζοντα. Η όλη ιδέα να σε κάνουμε οικόσιτο και να φυλακίσουμε μαζί μας την άγρια αλλά και εκλεπτυσμένη γοητεία σου ήρθε όταν αυτή που θα γινόταν η μελλοντική σου μαμά σε είδε σε μια από τις επισκέψεις της. Ο έρωτας ήταν αμοιβαίος, δυνατός και κεραυνοβόλος. Παρότι κι εγώ είχα διακρίνει την αναμφισβήτητη γατίσια ποιότητά σου μόνο εκέινη διέκρινε σε τι εξωφρενικά ύψη ομορφιάς θα έφτανες κάνοντας όλο τον κόσμο να αλαλάζει το όνομά σου όποτε σε έβλεπε δημιουργώντας έναν περίπου αστικό μύθο στο πέρασμα σου.

Από εκεί και πέρα έγινε σκοπός της ζωής μας να σε πάμε στο μελλοντικό σου βασίλειο στον Πειραιά και να σε βάλουμε κορώνα πάνω στο κεφάλι μας. Οι μήνες πέρναγαν αλλά οι αλόγιστες σπατάλες του ποντικού μας είχαν ρίξει στα νύχια του ΔΝΤ (Διεθνές Νιαουριστικό Ταμείο) οπότε μας είχε απαγορευτεί να κάνουμε εισαγωγή γατιών. Εμείς όμως δεν θέλαμε άλλες γάτες. Θέλαμε εσένα. Και παρότι η δίμετρη Ρωσίδα Όλγα καθόταν περήφανη πάνω στο μαξιλάρι του καναπέ που ήταν στηριγμένο στον αγαπημένο της κάδο από σκουπίδια ξέραμε ότι εσύ είχες προτεραιότητα. Και όσο και αν μας πόναγε που μια ξεπεσμένη κούκλα που στην πατρίδα της θα γουργούριζε σε σαλέ κυριών στο Καζάν αναγκαζόταν να βουτήξει τη μυτούλα της στα σκουπίδια της γειτονιάς, εσύ ήσουν ο πρώτος μας.

Όταν η περιβόητη επιτήρηση τελείωσε και το περίφημο γατόνιο μπήκε στα συρτάρια ήμασταν πια έτοιμοι για σένα Τσίκο. Όλη εκείνη την εβδομάδα είχαμε άγχος. Πώς θα σε φέρουμε σπίτι, πού θα εναποθέτεις το κουρασμένο από το τέντωμα κορμάκι σου, πού θα βάλουμε την άμμο σου, τί θα κάνεις όταν λείπουμε από το σπίτι κλπ κλπ. Ετσι καθυστερήσαμε μερικές μέρες μέχρι να ετοιμάσουμε και τις τελευταίες λεπτομέρειες. Εντωμεταξύ το πρωί εκείνης της ημέρας είχε έρθει μόνο ο Βρωμύλος αλλά χωρίς εσένα. Το προήγουμενο βράδυ είχα ακούσει τον μεγαλύτερο καυγά που είχατε κάνει ποτέ. Ο Βρωμύλος ήταν ακόμα πιο πολύ χτυπημένος σε δύο ακόμα σημεία αλλά εσύ δεν ήσουν πουθενά. Είχα καθησυχαστεί όμως γιατί ήξερα ότι ήταν η περίοδος που το είδος σου αρέσκεται σε ερωτικές τρελίτσες και ζουζουνίσματα. Έτσι κι αλλιώς ένας κούκλος σαν και εσένα, ένας James Dean κυριολεκτικά των γατιών, δεν θα μπορούσε να μην έχει άπειρες κατακτήσεις.

Τώρα πλέον ήμασταν στην τελική ευθεία. Άυριο θα σε πέρναμε σπίτι οπότε έπρεπε να κοιμηθείς απόψε εδώ που σε βρήκαμε στο μακρινό βουνό του Υμηττού προκειμένου να φύγουμε μαζί αύριο το πρωί. Κοιτάζω έξω από το μπαλκόνι. Το φαΐ σου ανέγγιχτο. Ο Βρωμύλος καθόταν βαριεστημένα κάτω από το αμάξι τρομάζοντας άλλα μικρά γατάκια με το απειλητικό του γοερό μουρμουρητό. Κάτι είχε συμβεί. Και δε μου άρεσε καθόλου. Άφαντος όλη την ημέρα. Δεν μπορεί λεω. Τώρα που τον χρειαζόμαστε να λείπει. Προφανώς θα έπεσε σε λυσσάρα γάτα με full time διαθέσεις. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Άλλη μια νύχτα έπεσε και αρχίσαμε να ανησυχουμε αληθινά. Αρχίσαμε να ψάχνουμε στις κακοτράχαλες ανηφόρες του μαγικού και στοιχειωμένου βουνού του Υμηττού. Πίσω από λοφάκια, κάτω από λοφάκια, στο δασάκι από πάνω, στο σχολείο. Τίποτα. Είχαμε αρχίσει να το παίρνουμε απόφαση. Ρισκάραμε που τον αφήσαμε μόνο του έξω. Δύο πράγματα είχαν συμβεί. Ή τον καπάκωσε κάποιο γκρινιάρικο παιδάκι που τον είδε έτσι καλόβολο και καλλονό και τον πήρε σπίτι του ή…. Ούτε να το σκέφτομαι δεν ήθελα. Και η αλήθεια είναι πως οι άμαξες εδώ περνάνε αραιά αλλά με μεγάλη ταχύτητα. Και η αλήθεια είναι πως είχε παχύνει τώρα τελευταία και είχε γίνει λιγότερο ευκίνητος. Ήταν και η καλοκαιρινή ζέστη. Μπορεί να θόλωσε, να μην πρόσεξε και μια από αυτές τις γερμανικές άμαξες να πέρασε από πάνω του…. Χριστέ μου….

Πρώτη φορά στενοχωρήθηκα τόσο για ένα ζώο. Μεγάλωσα με γάτες και με σκύλους αλλά πάντοτε η αγάπη μου και το ενδιαφέρον μου γι’αυτά κρατούσε μέχρι να αρχίσει το καθάρισμα, οι καθημερινές βόλτες (που κατέληγε να τις κάνει ο πατέρας μου) και μέχρι να μεγαλώσουν και να σταματάνε να είναι τόσο χαριτωμένα βυζανιάρικα κουτάβια και γατάκια. Τώρα ήταν διαφορετικά όμως.

Το απόγευμα πήγα έναν ακόμα περίπατο σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τον βρω. Πάνω, κάτω, γύρω από τη γειτονιά, στους περίφημους επτά λόφους. Πουθενά. Ώσπου σε μια ανηφόρα βλέπω ένα από τα πολλά γατιά που κυκλοφορουσαν. Τα υπόλοιπα αρνήθηκαν ευγενικά να μου μιλήσουν αλλά αυτό παρέμενε εκεί πέρα. Έβλεπα μόνο την πλάτη του που είχε αυτό το γνώριμο τιγρέ σταχτί που είχε και η πλάτη του Τσίκο. Πλησίασα και όσο πλησίαζα διαπίστωσα ότι είχε και τα ίδια χρώμα στο κεφάλι του. Αυτό ήταν! Ο Τσίκο! Μα τι δουλειά είχε εδώ και τι περίμενε τέλος πάντων; Ο γάτος καταλαβαίνει εκείνη την στιμή την παρουσία μου και γυρίζει. Δεν ήταν ο Τσίκο…. Το κεφάλι του παραήταν στρογγυλό. Σαν ιπτάμενος δίσκος. Το άριστα σμιλεμένο κεφάλι του Τσίκο ήταν ιδανικά δομημένο και συμμετρικό. Ένας Paul Newman των γάτων. Και φυσικά δεν είναι ο Τσίκο. Αυτό το γατί είχε άσπρα γαντάκια στα χέρια πως δεν το παρατήρησα από την αρχή; Ο Τσίκο δεν θα καταδεχόταν το βαρετό άσπρο να διακόψει τις τέλειες σκούρες καφέ τιγρέ ραβδώσεις του. Πήγα να χαιδέψω το ανώνυμο γατί αλλά έφυγε. Δεν είχε καμμία σημασία. Δεν ήταν ο Τσίκο…

Γύρισα σπίτι μου. Ενημέρωσα την μαμά του που ανησυχούσε. Το επόμενο πρωί στείλαμε τις πλερέζες στο καθαριστήριο. Ο Τσίκο θα μας αποχαιρετούσε το Σάββατο ένα ζεστό απόγευμα του Ιούνη στο μπαλκόνι της αυλής που τόσο αγάπησε. Δεν θα είναι ο ίδιος. Η τελετή θα γίνει χωρίς σώμα αλλα δεν έχει σημασία. Θα αποχαιρετούσαμε την ιδέα του Τσίκο, ενός γατιού που είχε μόνο φίλους και θαυμαστές και έναν εχθρό που όμως και αυτός τον παραδεχόταν. Το μικρό Τσικάκι που είχε σπείρει σε μια από τις προηγούμενες περιπέτειές του ο άντρας, ο ιππότης σε μια εποχή που έχει πεθάνει ο ιπποτισμός, ο σοσιαλιστής σε μια εποχή που έχει πεθάνει ο σοσιαλισμός, ο αθλητής σε μια εποχή που έχει πεθάνει ο αθλητισμός, ο <επίθετο> σε μια εποχή που έχει πεθάνει ο <θεσμός>, ήταν απαρηγόρητο. Κουτούλαγε στους τοίχους αποσυντονισμένο που ο κύρης και πυξίδα του το άφησε μόνο του. Ένα Τσικάκι που ήταν καθ’ εικόνα και καθ'ομοίωση του, δίχως υπερβολή, ομορφότερου γάτου που έχει περάσει από τον πλανήτη. Ένα Τσικάκι που παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε για να το εξημερώσουμε στην αρχή κατέληξε να έχει χαρακτήρα ίδιο με τον πατέρα του. Στοργικό και παιχνιδιάρικο του άρεσε να κοιμάται στο μπαλκόνι. Εκεί που κοιμόταν και μεγαλουργούσε και ο πατέρας του. Το Τσικάκι θα μπορούσε να γίνει ο νέος Τσίκο, χωρίς βεβαίως να διαθέτει την επίκτητη enfant gâté ποιότητα του πατέρα του που θα ανάγκαζε τους Φαραώ να πλακώνονται για το ποιος θα τον πάρει στον τάφο.

Το Τσικάκι είχε άσχημη τύχη όμως. Ζώντας γρήγορα και καιγόμενο εξίσου γρήγορα βρέθηκε να κοιμάται τον αιώνιο ύπνο στην αυλή μας μια αποφράδα ημέρα του Σεπτέμβρη θύμα των δολοφόνων αμαξών που μαστίζουν τη γατοράτσα. Το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα και ξαφνικά, και παρότι έζησε στην σκιά του σημαντικού πατέρα του δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ.

Το σκοτάδι έπεσε την ημέρα της κηδείας του Τσίκο. Τα νιαουρίσματα έσκισαν τον αέρα προς τιμήν ενός ωραίου γάτου.Πέσαμε όλοι αποκαμωμένοι για ύπνο προσπαθώντας να ξεχάσουμε. Μερικές ώρες αργότερα το φώς άρχισε να διαπερνά τις κουρτίνες. Η γιαγιά μου κατέβαινε για την κυριακάτική της Ακολουθία καθώς είχε ήδη συμπληρώσει 49 απουσίες από τον θάνατο του παππού μου και κινδύνευε να μείνει μεταξεταστέα. Ανοιξε την πόρτα ετοιμαζόμενη να αντιμετωπίσει το δροσερό πρωινό που θα το ακολουθούσε μια ακόμα ζεστή μέρα στο λυκόφως μιας δύσθυμης και ιδρωμένης νύχτας. Και τότε τον είδε!

Ο Τσίκο ήταν εδώ! Γύρισε! Ζωντανός! Το μικρό Τσικάκι κουτρουβαλούσε χαρούμενο από πίσω του πότε αριστερά και πότε δεξιά της ουράς του αφέντη του ψάλλοντας χαρούμενα νιαουρίσματα ενώ ο ήλιος βιαστικά άρχισε να ανατέλλει για να προλαβει να χαιδέψει πρώτος έναν γάτο, μα τι γάτο. Γάταρο. Ο Antony Hegarty που πεταξε αποκλειστικά για τον αποχαιρετισμό του Τσίκο άρχισε να τραγουδάει το “Salt Silver Oxygen” με μια ολόχρυση μελωδία που αγκάλιαζε όλη την πλάση τιτιβίζοντας χαρούμενα “The flying horse carries me across the sky”. Πράγματι ο Τσίκο επέστρεψε και το ναζιάρικο νιαούρισμά του ξανάγινε νόμος και χαρά σε αυτό το σπίτι.

Τα λόγια ήταν περιττά, ο χρόνος για χάσιμο, και το σακούλι γεμάτο. Την ίδια κιόλας ημέρα η μαμά του Τσίκο πέταξε τα μαύρα και ήρθε να προϋπαντήσει το παιδί της. Όντας πιο ήσυχος και ικανοποιημένος από ποτέ ο Τσίκο κάθησε ήρεμος στα χέρια μου για όσο διαρκούσε η διαδρομή μέχρι τον Πειραιά. Ικανοποιημένος γιατί ήξερε ότι η πορεία του σαν αδέσποτος αρχηγός της γειτονιάς έλαβε τέλος και ήρθε η ώρα του να ξεκουραστεί. Επιβίωσε από τις δόλιες επιθέσεις του Βρωμύλου, τις λυσσάρες και αχόρταγες γάτες, τις γρήγορες γερμανικές άμαξες, την Τζούλη, τον ποντικό και τα παιδάκια που τον στόχευαν με τα φυσοκάλαμα. Τώρα μπορούσε να απολαύσει τους καρπούς του κόπου του και να έχει ένα σπίτι, μια μαμά και έναν μπαμπά.

Καμμιά φορά αναρωτιέμαι τι να σκέφτεται όταν κοιτάζει διερευνητικά έξω από το μπαλκόνι καθήμενος στο μαξιλαράκι της ψάθινης καρέκλας του. Τον βλέπω να τεντώνει τα αυτιά του στο ξαφνικό γαύγισμα του γκρινιάρη Φοίβου από την παραδίπλα πολυκατοικία και το σώμα του να σχηματίζει ερωτηματικό όταν βλέπει μια γάτα να περπατάει στο απέναντι πεζούλι του πίσω μπαλκονιού. Τώρα μάλιστα που δεν μπορεί και δεν θέλει να αναπαραχθεί άλλο αντιμετωπίζει τις γάτες με μια ιδιαίτερη περιέργια σχηματίζοντας αρχαίες ερωτήσεις με την ουρίτσα του. Το πρωί πάντα θα μας ξυπνήσει γιατί είναι η ώρα του να φάει (τρώει νωρίτερα το πουλάκι μου από την ώρα που ξυπνάμε εμείς), του αρέσει να κάνει μανικιούρ με τα φοβερά και τρομερά του νύχια, που πλέον τα χρησιμοποιεί για καλό σκοπό , στον ονυχοδρομιακό του πάσσαλο, εξαφανίζει κάτω από ψυγεία, καναπέδες, γραφεία, έπιπλα ό,τι μπορεί να κλωτσήσει με τα ποδαράκια του (από θερμόμετρα μέχρι ρολόγια) και πάντοτε μα πάντοτε θα κάτσει στο ίδιο δωμάτιο με την μαμά και τον μπαμπά. Αν βλέπουν κάποια ταινία θα φροντίσει να τεντωθεί μπροστά στην τηλεόραση την πιο κρίσιμη στιγμή, ή αν κάθονται στον υπολογιστή θα αρχίσει να κυνηγάει το ποντίκι (το ψεύτικο αυτήν τη φορά) πατώντας διάφορα τυχαία κουμπιά στο πληκτρολόγιο κλείνοντας ό,τι παράθυρο υπήρχε ανοιχτό. Το βράδυ πάντα θα κοιμηθεί στα πόδια μας μη σταματώντας να ανησυχεί για εμάς και να μας προστατεύει, συνεχίζοντας τον τίμιο αγώνα του ενάντια στις πατούσες, τα καζανάκια και τα μαλλιά της μαμάς που του αρέσουν ανακατεμένα.

Τσίκο αυτό είναι για σένα μαζί με όλη μας την αγάπη και την τρυφερότητα….

12.6.10

Jogo Bonito

Το αεροπλάνο ετοιμάζεται να προσγειωθεί. Ο Αύγουστος Ιγκνάσεβιτς ήπιε την τελευταία γουλιά από τον χυμό ακτινίδιο του (ποτέ δεν πίνει αλκοόλ όταν βρίσκεται σε αποστολή) και ακούμπησε το ποτήρι του στο τραπεζάκι άλλης μιας θέσης business.

Κάθε αποστολή του έχει έναν και μοναδικό σκοπό. Να κυνηγήσει το αλάνθαστο (κάποιοι θα προσέθεταν το «σχεδόν» πριν τη λέξη «αλάνθαστο» αλλά αυτοί οι κάποιοι προφανώς δεν γνωρίζουν τον Αύγουστο) ένστικτό του. Αυτή τη στιγμή δεν δουλεύει για κανέναν. Μάλλον οι υπόλοιποι δουλεύουν γι'αυτόν. Το πιο αναπτυγμένο σύστημα σκάουτινγκ στον κόσμο του ανήκει, και ομάδες τύπου Ρεάλ Μαδρίτης, Μπαρτσελόνα, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ αλλά και διοργανώσεις όπως το Μουντιάλ ουσιαστικά υπάρχουν μόνο και μόνο για να αναδεικνύουν και να κάνουν αστέρια στο ευρύτερο κοινό τους ποδοσφαιριστές που βρήκε πρώτος αυτός. Το συννεφάκι του φθόνου από τους υπόλοιπους πάντοτε τριγυρνούσε πάνω από το κεφάλι του αλλά αυτός ποτέ δεν ξεχνούσε την ομπρέλα του.

«Τη στιγμή που πιστεύεις ότι είσαι ο καλύτερος, εκείνη τη στιγμή, κάπου αλλού, κάποιος άλλος σε ξεπερνά». Αυτή ήταν η ατάκα ζωής του Αύγουστου που τον βοηθούσε να μην πέφτει στην παγίδα της υπεροψίας και της ληθαργικότητας. Κυρίως όμως φρόντιζε πάντοτε να κρατιέται αρκετά μακριά από τους ανταγωνιστές του για να μην μπορούν να τον φτάσουν αλλά αρκετά κοντά ώστε να τον βλέπουν και να τον ζηλεύουν.

Αυτή η κυριαρχία του βέβαια είχε αρχίσει να κάθεται στο στομάχι όλο και περισσότερου κόσμου τώρα τελευταία. Για την ακρίβεια πολύς κόσμος αυτή τη στιγμή θα ευχόταν μια άσχημη προσγείωση του αεροπλάνου που θα τους απάλλασσε απο την παρουσία του Ιγκνάσεβιτς.

Κανείς δεν θέλει άλλωστε να κερδίζει συνέχεια η ίδια ομάδα. Κανείς δεν θέλει συνέχεια την ίδια κυβέρνηση και ας κάνει τα ίδια πράγματα με την προηγούμενη. Κανείς δεν θέλει να βλέπει τους ίδιους ηθοποιούς. Είναι στην ανθρώπινη φύση. Και ο Αύγουστος είχε συντρίψει τον ανταγωνισμό κάνοντας το πράγμα υπερβολικά εύκολο. Φυσικά αυτός συνέχιζε με τους ίδιους ρυθμούς. Πηγαίνοντας αυτοπροσώπως να δει τα μικρά ακατέργαστα διαμάντια που έπρεπε να ξεθαφτούν από τα πιο περίεργα μέρη.

Για παράδειγμα, τώρα θα έπρεπε να παρακολουθήσει έναν αγώνα επίλεκτων εφήβων στο Kasungu του Malawi. Φυσικά δεν θα περίμενε αυτοί οι μελλοντικοί μπαλαδόροι να φτάσουν στις επαγγελματικές ομάδες, του Malawi για παράδειγμα, μέχρι να τους ανακαλύψει. Πολλοί ψιθύριζαν ότι χρησιμοποιούσε μεθόδους δουλεμπορίου ή σαγήνευε τους πιτσιρικάδες με τον δυτικό τρόπο ζωής διώχνοντάς τους από τις οικογένειές τους. Πολλές φορές βέβαια οι ίδιες οι οικογένειες αισθάνονταν ότι τους χάριζε τον πρώτο λαχνό του λαχείου δίνοντας την ευκαιρία στον γιο τους να πλουτίσει και να βοηθήσει την οικογένειά του βγάζοντάς την από δυσβάστακτη φτώχεια μιας και ο σωτήρας τους είχε τον τρόπο και την ικανότητα να διαλέξει τις εθνικές ομάδες του μέλλοντος και να πουλήσει τον γιό τους κατευθείαν σε ένα από τα ποδοσφαιρικά πάμπλουτα μεγαθήρια της Ευρώπης.

Για τον Αύγουστο δεν είχαν καμμία σημασία οι κρίσεις των αντιπάλων του. Ο σκοπός του ήταν πολύ συγκεκριμένος αυτή τη στιγμή και ούτε η μελαμψή συνταξιδιώτης του που άφηνε ηθελημένα την άκρη των δαχτύλων του αριστερού της ποδιού να ξεκουράζονται πάνω στο παντελόνι του Αύγουστου μπορούσε να του αλλάξει γνώμη. Ακόμα και η μηδαμινή αναστάτωση που του προκάλεσε το ανεπαίσθητο δάγκωμα των χειλιών της απεδείκνυε ότι ο Αύγουστος ήταν ένας άνθρωπος αποφασισμένος.

Όπως όλες οι δουλειές του τα τελευταία χρόνια, έτσι και αυτό το ταξίδι ξεκίνησε από ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα στο Casselbergh της Μπριζ. Εκεί, κάτω από τα κανάλια, είχαν αλλάξει οι μοίρες δεκάδων παντελώς άγνωστων αθλητών που η φαντασία τους πρόβαλλε απαγορευτικό ακόμα και στο να κουβαλούν τις μπάλες και τα jockstraps δισεκατομμυριούχων κακομαθημένων νεαρών, πόσο δε μάλλον ότι θα γυμνάζονται, θα παίζουν και θα βγαίνουν στα αποκλειστικά club που η αναλογία ποδοσφαιριστών και μοντέλων είναι ένα προς τρία.

Το συνηθισμένο τηλεφώνημα στο ξενοδοχείο που συνήθιζε να προτιμά, όπως και τις άλλες φορές, ζητούσε τον Αουρέλιο Ίνγκραμ. Το, ας πούμε, alter ego του Ιγκνάσεβιτς. Ποτέ δεν χρειάστηκε να συναντήσει κάποιον. Απλά παραλάμβανε το μικρό χαρτάκι που του ακούμπαγε διακριτικά η σερβιτόρα κάτω από την τσαγιέρα του. Αυτό το χαρτί έδινε τις απαραίτητες πληροφορίες για το αντικείμενο που έπρεπε να ερευνηθεί. Όνομα, χώρα καταγωγής, ημερομηνία γεννήσεως, ιατρικό ιστορικό και ένα σύντομο (τι άλλο θα μπορούσε να ήταν άλλωστε αφού μιλάμε για παιδιά και εφήβους) βιογραφικό. Τίποτα περίεργο και αυτή τη φορά. Τίποτα περίεργο γι'αυτόν. Γιατί για όποιον έμπαινε στον κόπο (ή στο συρτάρι του Ιγκνάσεβιτς) να ερευνήσει αυτά τα χαρτιά θα του αποκάλυπταν τις πιο παράξενες ιστορίες του κόσμου. 13χρονα παιδιά θαύματα, τοπικοί ήρωες της γειτονιάς, άπορα παιδιά που βρήκαν διέξοδο μέσα από το ποδόσφαιρο, και φυσικά το αγαπημένο του. Παιδιά με σπιλωμένο ποινικό μητρώο που μεταξύ ποδοσφαίρου και παιχνιδιού έπρεπε να προστατεύσουν την οικογένειά τους με όπλα αλλά και να την θρέψουν από το εμπόριο ναρκωτικών.

Αφού πήρε μια γουλιά από το τσάι καραμέλα και πριν δαγκώσει το αλατισμένο μπισκοτάκι που του προσφέρθηκε από την ευγενική Βελγίδα σερβιτόρα, δίπλα στο όνομα Chipita Ngoni από το Malawi γεννημένος τον Απρίλιο του 1999 υπήρχε μια υποσημείωση για νοσηλεία στο τοπικό νοσοκομείο της περιοχής στα 9 του χρόνια. Ο λόγος της νοσηλείας ήταν άγνωστος οπότε ήταν κάτι που έχριζε διερεύνησης. Μπορεί η ποιότητα των πληροφοριών του είναι τέτοια που ο Αύγουστος ήταν σίγουρος ότι ο χρόνος που θα επένδυε θα του ερχόταν πίσω με τη μορφή δολαρίων, αλλά παρ'όλ'αυτά έπρεπε να σιγουρευτεί ότι ο Chipita έσφυζε και θα έσφυζε από υγεία, αφού έτσι και γινόταν το καινούργιο κατοικίδιο του Ιγκνάσεβιτς θα έπρεπε να αντέξει σε φρενήρεις ρυθμούς. Τα περίεργα περιστατικά που έχουν συμβεί στους παίκτες που άνηκαν στον Ιγκνάσεβιτς αφ'ότου τελείωσαν την καριέρα τους μας δίνουν μια ιδέα γι’αυτούς τους ρυθμούς. Ο Μαλτέζος Richard Ellis για παράδειγμα, αφ'ότου έγινε ο πρώτος Μαλτέζος παίκτης που κατέκτησε τον τίτλο του πρώτου σκόρερ στην Ευρώπη, μετά από μια χρονιά γεμάτη τραυματισμούς και ταλαιπωρία σόκαρε όλον τον κόσμο με την καρδιακή ανακοπή που υπέστη όταν κοιμόταν στο σπίτι του. Όλοι μίλησαν για ένα πραγματικό σοκ και μια πρωτόγνωρη τραγωδία για έναν τόσο σπουδαίο και ακμαίο αθλητή. Ο Ιγκνάσεβιτς όμως ήξερε. Αλλά ήταν πολύ απασχολημένος να ασχολείται με τον Seyfou Solange που έπρεπε να κάνει φίλους τους πιο «άτακτους» ποδοσφαιριστές στην καινούργια του ομάδα. Το χειρότερο ήταν όταν κλάπηκε το σώμα του Ellis πριν γίνει η τοξικολογική έρευνα. Τότε θα μπορούσε να είχε ταραχτεί ο Ιγκνάσεβιτς αλλά ξεκουράζονταν στο ησυχαστήριό του κάπου στον κόλπο του Μεξικό.

Πίσω στο ξενοδοχείο, αφού διασκέδασε για λίγο με τη σκέψη πως το όνομα Chipita σήμαινε «αυτό έχει αφαιρεθεί» στην γλώσσα της φυλής των Ngoni ανέβηκε στο δωμάτιό του για να βρει την ατζέντα του προμηθευτή του στην Νοτιοανατολική πλευρά της Αφρικής.

Όταν κατέβηκε από το αεροπλάνο, ο Ιγκνάσεβιτς έψαξε κατευθείαν και σχεδόν αυτόματα την ασφάλεια που θα τον συνόδευε. Η συνηθισμένη πενταμελής ομάδα ήταν εκεί και τον περίμενε με ένα αρκετά μεγάλο πρασινωπό αυτοκίνητο. Θα ορκιζόταν ότι κάποιος από αυτούς τους θηριώδεις τύπους τον είχε ξανασυνοδεύσει σε αποστολή του αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρος ούτε τον ένοιαζε αρκετά για να πιάσει συζήτηση. Αφού εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για το χρώμα του αυτοκινήτου και αφού προσπέρασε μια φευγαλέα αίσθηση ματαιότητας για το συγκεκριμένο ταξίδι έδωσε εντολή να ξεκινήσουν. Δύο ώρες αργότερα αφού πια είχαν χωθεί σε μερικές από τις χειρότερες για τους τουρίστες περιοχές, παρότι ήταν σχετικά κοντά στην πρωτεύουσα, σταμάτησαν μπροστά σε ένα ερειπωμένο σχολείο.

Άλλοι θα είχαν τρομοκρατηθεί και μόνο στην ιδέα ότι πρέπει να βγουν από το αυτοκίνητο και να αντικρύσουν καθαρά αυτόν τον χαμό που συνέβαινε γύρω τους και όχι μέσα από τα κιτρινωπά τζάμια του αρματωμένου αυτοκινήτου. Ο Ιγκνάσεβιτς, αρκετά συνηθισμένος πλέον με την εικόνα εξαθλιωμένων ανθρώπων και παρατημένων σχολείων, πλησίασε προς την καγκελόπορτα ενώ οι πέντε άνδρες σχημάτισαν ένα υποτυπώδες τείχος ανάμεσα σε αυτόν και τον περίεργο κόσμο.

Σύντομα μια παρέα εφήβων ξεπετάχτηκε πηδώντας ένας ένας τον φράχτη του σχολείου. Σαν μυρμήγκια που ξεπερνούσαν τα χάρτινα εμπόδια που τους βάζει ένα παιδί ξεχυθήκαν μέσα στην αλάνα του σχολείου ουρλιάζοντας και χοροπηδώντας. Ποιό από αυτά τα περίπου δεκαπέντε υπερδραστήρια πιτσιρίκια μεταξύ 8 και 12 χρονών μπορεί να ήταν ο Chipita; Το χαρτάκι εξ'άλλου για τον φόβο κατασκοπείας δεν έγραφε τίποτα άλλο. Τα τόσα χρόνια εμπειρίας του Ιγκνάσεβιτς όμως ήταν αρκετά. Αυτό το ήξερε και ο ίδιος αλλά και ο κρυφός του πληροφοριοδότης.

Για να δούμε τώρα λοιπόν.... Ο μεγαλόσωμος μπουνταλάς που παίζει με τον όγκο του θα μπορούσε μελλοντικά να είναι ένας από τους άντρες που εγγυούνταν την ασφάλεια του Ιγκνάσεβιτς αυτή τη στιγμή. Ο κοντοστούπης ντριπλαδόρος που χώνεται κάτω από τα πόδια των αντιπάλων του θα ήταν ο προφανής στόχος για τον κοινό ανιχνευτή ταλέντων. Ο Αύγουστος όμως ψάχνει κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Μετριότητες, παιδιά, αδύναμοι χαρακτήρες. Όλα περνούσαν μέσα από σκάνερ εκείνη τη στιγμή.

Σε κάποια στιγμή ένας αργοπορημένος πιτσιρικάς πήδηξε τον φράχτη. Το ελαφίσιο περπάτημά του και τα παιχνιδιάρικα κοτσιδάκια του αποκάλυπταν έναν μελλοντικά αδύναμο και χωρίς τσαγανό ποδοσφαιριστή αρκετά ωραιοπαθή και χωρίς σύντομη ημερομηνία ωρίμανσης. Όταν άρχισε μάλιστα να παρακαλάει τον μεγαλόσωμο αρχηγό της παρέας προκειμένου να μπει να παίξει ο Αύγουστος εκνευρίστηκε με τον εαυτό του που προς στιγμήν νόμιζε ότι βρήκε τον άνθρωπό του νιώθοντας παράλληλα οίκτο για το παιδί που δεν επρόκειτο να επιβιώσει στις σκληρές συνθήκες της γειτονιάς.

Μετά από μισή ώρα ο Αύγουστος είχε γίνει πραγματικά νευρωτικός. Ο πανικός του χτύπαγε την πόρτα μιας και ποτέ στο παρελθόν δεν είχε αργήσει τόσο να βρει τον άνθρωπο του. Εντωμεταξύ ο μικρός θλιβερός μυξιάρης συνέχιζε να τραβάει τη φανέλα του βουβαλιού, που πλέον είχε μοιράσει κλωτσιές και καρπαζιές σε όλα τα κακόμοιρα παιδιά που σταμάτησαν να προσπαθούν να του πάρουν την μπάλα, προκειμένου να τον βάλει και αυτόν να παίξει έστω και για πέντε λεπτά. Μόλις σκόραρε άλλο ένα γκολ για την ομάδα του ο βούβαλος άρπαξε από τον λαιμό τον κοντό μπαλαδόρο συμπαίκτη του και τον πέταξε έξω από το «γήπεδο» σχεδόν πάνω στην πόρτα του σχολείου πίσω από την οποία ο Ιγκνάσεβιτς γούρλωνε τα μάτια του με αγωνία για να βρει το αντικείμενο του ταξιδιού του. Ο βούβαλος έκανε μια κίνηση πρόσκλησης με τα κουπιά που είχε για χέρια και ο μικρός θλιβερός μυξιάρης μπήκε για μερικά λεπτά δόξας πριν τους μαζέψει η αστυνομία της περιοχής. Αυτό θα γινόταν μόλις τελείωνε την είσπραξη των «φόρων» από τους κατοίκους. Το παιχνίδι συνεχίστηκε και ο μικρός τράβηξε αμέσως την προσοχή όλων. Δυνατό και ταυτόχρονα πολύ πιο ταχύ απ'όλους τους άλλους τρέξιμο. Οι ώμοι του όρθιοι να προτάσσουν το φουσκωμένο του στήθος, η ισορροπία του σώματος του αρκετή για να πετάξει οποιονδήποτε αντίπαλο ένα μέτρο μακριά και λεπτά μακριά πόδια που αγκάλιαζαν σαν πλοκάμια την μπάλα. Ήταν προφανές ότι ο μικρός μυξιάρης με τα μεγάλα μάτια και τις ακτινωτές βλεφαρίδες ήταν ο Chipita.

Αφού αναστέναξε βαθιά ο ανακουφισμένος Αύγουστος ετοίμασε τα διαπραγματευτικά του χαρτιά για να μετατρέψει άλλον έναν μικρό και φτωχό χλεμπονιάρη σε παγκόσμιο σταρ.
Η ώρα είχε περάσει αρκετά και οι σειρήνες της αστυνομίας ακούγονταν από τον επόμενο δρόμο. Οι μικροί άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι ακριβώς όπως τρέχουν τα μυρμήγκια όταν τα παιδιά βάζουν φωτιά στις φωλιές τους. Ο βούβαλος άρχισε να κυνηγάει τον Chipita για να του πάρει τη μπάλα και να φύγει στο σπίτι του. Ο μικρός, θρασύς όμως, αντί να παρατήσει τη μπάλα και ν'αρχίσει να τρέχει όχι μόνο δεν φοβήθηκε την εφόρμηση του μικρού ταύρου αλλά αφού πάτησε τη μπάλα έριξε μια απότομη και ξαφνική γροθιά με το αριστερό του χέρι στην ευαίσθητη περιοχή του βούβαλου. Μέχρι να διπλωθεί στα δύο αυτός που του επιτέθηκε ο Chipita ήδη είχε αρπάξει τη μπάλα και έτρεχε να πηδήξει την καγκελόπορτα του σχολείου. Ο Αύγουστος είχε αρχίσει να αναστατώνεται και αυτή η επίδειξη θάρρους του μικρού τον είχε εντυπωσιάσει. Αφού έδωσε μια απότομη εντολή στον έναν από τους πέντε φουσκωτούς να αρπάξει τον Chipita από τις κοτσίδες του έψαξε μέσα στο παντελόνι του ένα σακουλάκι και στη συνέχεια έβγαλε το σακάκι και το πέταξε στα μούτρα ενός άλλου σωματοφύλακα. Ο Chipita οδύρονταν χειρότερα και από την επερχόμενη σειρήνα πριν τον κουτρουβαλιάσουν μέσα στα μπεζ καθίσματα του αυτοκινήτου. Ο Ιγκνάσεβιτς μπήκε αποφασισμένος στο αυτοκίνητο και του είπε στην διάλεκτο Chewa μέσω ενός από τους πέντε σωματοφύλακες που μετέφραζε με μια ικανοποίηση για την επιλογή του ως μεταφραστής. «Αν δεν κάτσεις ήσυχος και δεν έρθεις μαζί μας θα σε αφήσω να ενηλικιωθείς στις φυλακές της περιοχής». Οι σειρήνες πλησίαζαν αλλά ο μικρός μέσα σε κλάματα και υστερίες ούρλιαζε πως θέλει να γυρίσει σπίτι. Ο Ιγκνάσεβιτς δεν είπε κάτι παραπάνω και περίμενε υπομονετικά να φτάσει η αστυνομία. Όσο πλησίαζαν οι σειρήνες τόσο μεγάλωνε ο λυγμός του μικρού. Τα περιπολικά πάρκαραν ακριβώς μπροστά στο αμάξι του Ιγκνάσεβιτς και στο εμετικό πράσινο χρώμα αναβόσβηνε το κίτρινο της σειρήνας. Ο Αύγουστος βγήκε από το αυτοκίνητο και το πρόσωπο του είχε το πιο γαλήνιο βλέμμα που θα μπορούσε να έχει άνθρωπος. Αφού επικοινώνησε για λίγο μέσω του νέου του μεταφραστή με τον πιο αγριωπό αστυνομικό, που έφτασε εκεί με πρόθεση να συλλάβει τα παιδιά που είχαν καταπατήσει το κτίριο, του έδωσε το φακελάκι που είχε βγάλει νωρίτερα από την τσέπη του παντελονιού του. Ο Chipita τους είδε για λίγο ακόμα να μιλούν και να χασκογελάνε. Ξαφνικά ο αστυνομικός μπήκε με φόρα μέσα στο αυτοκίνητο. Αφού έριξε δυο τρεις σφαλιάρες στον Chipita (μπορεί να ήταν και τέσσερεις, έτσι κι αλλιώς ο Αύγουστος κοιτούσε αλλού και σκεφτόταν την επόμενή του κίνηση) του τράβηξε την κοτσίδα και τον έφερε κοντά στο πρόσωπο του. Τότε του μίλησε για κάποια δευτερόλεπτα και αφού του έριξε άλλη μια σφαλιάρα βγήκε ξανά έξω από το αυτοκίνητο. Ο μικρός άρχισε να κλαίει ακόμα περισσότερο και ο Αύγουστος επέστρεψε στη θέση δίπλα του. Οι τρεις άνδρες έμειναν έξω και βοήθησαν τους αστυνομικούς να βρουν τα υπόλοιπα παιδιά που το έσκασαν. Μεταξύ τους και ο μεταφραστής που δεν έδειχνε καθόλου ικανοποιημένος από την εξουσία που γλίστρησε μέσα από τα χέρια του. Οι υπόλοιποι δύο μπήκαν μέσα στο αυτοκίνητο και περίμεναν εντολές. Ο Ιγκνάσεβιτς τους είπε να τους πάνε στο ξενοδοχείο που βρίσκεται στην πιο τουριστική πλευρά της πόλης και κοντά στην πρωτεύουσα.

Είχε νυχτώσει για τα καλά. Ο Chipita δεν είχε άλλο να κλάψει και για το μόνο που ανησυχούσε ήταν η μάνα του στο σπίτι όσο άσχημα και αν του είχε φερθεί πριν μερικά χρόνια. Έτσι και αλλιώς για το καλό του το έκανε.
Ο Ιγκνάσεβιτς είχε ήδη περάσει αρκετή ώρα στο μπάνιο. Παρά τα 48 του χρόνια συνεχίζει να ντρέπεται για κάποια πράγματα και να καταφεύγει στο μπάνιο για να κρυφτεί. Ο Chipita περίμενε μαζεμένος στην καρέκλα του και αναρωτιόταν αν ο αστυνομικός έλεγε αλήθεια ότι αν δεν συνεργαστεί θα πειράξουν την μάνα του.

Αργά αργά η πόρτα του μπάνιου του πολυτελούς (τηρουμένων των αναλογιών) ξενοδοχείου άνοιξε. Ο Αύγουστος Ιγκνάσεβιτς ήταν ξυπόλυτος μέσα σε ένα χνουδωτό μπουρνούζι. Τα μαλλιά του ήταν φρεσκολουσμένα και οι κόρες των ματιών του διεσταλμένες. Στο χέρι του κράταγε ένα ζευγάρι χειροπέδες και ένα κερί. Πέταξε τις χειροπέδες στο κρεβάτι και άνοιξε τη βαλίτσα του. Από μέσα έβγαλε έναν αναπτήρα και ένα μακρύ και χοντρό αντικείμενο σαν ρόπαλο που ο Chipita δεν είχε ξαναδεί. Ήταν μαύρο και λύγιζε πότε αριστερά και πότε δεξιά όταν ο Αύγουστος περπάταγε με αυτό στο χέρι του. Διέσχισε όλο το δωμάτιο και τελικά κάθησε στο κρεβάτι μπροστά του. Κοίταξε τον Chipita χαμηλά στο σορτσάκι του και άφησε το μπουρνούζι να λυθεί και να ανοίξει μπροστά του. Ο Ιγκνάσεβιτς φορούσε ένα κόκκινο σουτιέν και ένα εξίσου κόκκινο κάτω εσώρουχο. «Άνοιξε το συρτάρι στα αριστερά σου» είπε ήρεμα ο Αύγουστος. Τα πόδια του μικρού άρχισαν να τρέμουν. Άνοιξε διστακτικά το συρτάρι και βρήκε μια ζώνη και δύο βραχιόλια με καρφιά.

Ο Ιγκνάσεβιτς συνέχισε χωρίς να διακόψει μιλώντας σαν να έχει πει τα παρακάτω λόγια δεκάδες φορές. «Αν γδυθείς και φορέσεις αυτά που βρίσκονται στο συρτάρι θα έχεις μια ζωή που όλοι έχουν ονειρευτεί. Η μάνα σου κι εσύ θα ζήσετε στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και με τα λεφτά που θα βγάλεις θα μπορείς να αγοράσεις ολόκληρη την πατρίδα σου. Θα πηγαίνεις με όποιες και με όσες γυναίκες θέλεις και κυρίως θα είσαι ο μεγαλύτερος ήρωας που βγήκε ποτέ από το Malawi. Εγώ θα βρίσκομαι για πάντα δίπλα σου αρκεί να είσαι πιστός σε εμένα και να κάνεις ότι σου λέω. Γδύσου τελείως τώρα, φόρεσε μόνο αυτά εκεί και μετά έλα κοντά μου.»

Ο Chipita έμεινε για λίγο παγωμένος. Ξαφνικά άνοιξε το στόμα και άρχισε τα αναφιλητά ενώ άρχισε να κατεβάζει το σορτσάκι του. Ο Ιγκνάσεβιτς ημέρεψε και ήξερε πως από εδώ και πέρα όλα θα έπαιρναν τον φυσιολογικό τους δρόμο. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν το σοκολατένιο σώμα και τον ανδρισμό του μικρού που δεν είχε δοκιμαστεί μέχρι τότε. Τα μάτια του πλέον ήταν έτοιμα να πεταχτούν στον απέναντι τοίχο όταν είδε το κουρέλι που υπήρχε κάτω από το σορτσάκι του μικρού. Η ανυπομονησία του πλέον ήταν ανυπόφορη. Ο μικρός έκλαιγε όλο και πιο δυνατά αλλά αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Κανείς από το ξενοδοχείο δεν ήταν διατεθειμένος να τους ενοχλήσει. Όταν έβαλε τα χέρια του στο κουρέλι για να απαλλαγεί και από αυτό ο Ιγκνάσεβιτς του φώναξε «ΟΧΙ ΑΚΟΜΑ! Βγάλε πρώτα τη μπλούζα σου!».

Τότε τα χέρια του μικρού Chipita σήκωσαν τρομαγμένα αλλά και διστακτικά την μπλούζα του αποκαλύπτοντας ένα περίεργο θέαμα. Στο ύψος του κοκκαλιάρικου στέρνου του υπήρχαν δύο μεγάλες ουλές που φαίνονταν να είχαν γίνει τα τελευταία δύο-τρία χρόνια. Ο Ιγκνάσεβιτς δεν αποθαρρύνθηκε. «Κατέβασέ και το άλλο τώρα».

Ο μικρός έκλαιγε πλέον όσο πιο πολύ μπορούσε και ταυτόχρονα κοίταγε διερευνητικά την πόρτα. Ο Ιγκνάσεβιτς φώναξε πλέον απελπισμένα «ΑΝΤΕ ΛΟΙΠΟΝ!!» και τότε το κουρέλι κατέβηκε στους αστραγάλους του μικρού. Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει όμως το εφηβικό του πέος στη θέση εκείνη υπήρχε ένα εφηβικό αιδοίο που προλογίζονταν από ένα τριγωνικό εφηβαίο.
Ο Ιγκνάσεβιτς τίναξε πίσω το κεφάλι του σα να έφαγε καρπαζιά από τον μικρό βούβαλο. Ταυτόχρονα το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει και προς στιγμήν ήταν σίγουρος πως έχασε την όραση του. Ένα βίαιο κύμα εμετού πετάχτηκε μπροστά στο κρεβάτι. Η μικρή Chipita περίμενε το ξάφνιασμα αλλά όχι μια τόσο ακραία αντίδραση. Σήκωσε γρήγορα το σορτσάκι της και άρπαξε τη μπλούζα της τρέχοντας προς την πόρτα. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη και έξω από αυτήν κανείς να την σταματήσει. Την έκλεισε όσο πιο δυνατά μπορούσε νομίζοντας ότι θα δυσκολέψει τον Ιγκνάσεβιτς αν επιχειρούσε να την κυνηγήσει και τρέχοντας με όλη της την ζωή στην σκάλα και έπειτα στην έξοδο προσπέρασε την καφετέρια του ξενοδοχείου. Οι δύο άντρες της ασφάλειας βρίσκονταν αρκετά μακριά από το ξενοδοχείο κάπου όπου θα χαίρονταν τα λεφτά που πήραν πρώτα από τον Αύγουστο και μετά από τον ανώνυμο βραχύβιο εργοδότη τους. Η μικρή είχε φορέσει πια την μπλούζα της και άνοιγε την εξωτερική πόρτα του ξενοδοχείου. Όταν είχε βγει στο δρόμο τρέχοντας για το σπίτι της ο Ιγκνάσεβιτς έπεφτε λιπόθυμος χτυπώντας το κεφάλι του στο ξύλο του κρεβατιού καθώς συνειδητοποιούσε το μέγεθος της προδοσίας βλέποντας το γυάλινο σπίτι που ζούσε μέχρι τότε να ραγίζει μπροστά του.

Το επόμενο πρωί ξύπνησε μέσα στον εμετό του και τα αίματα από το κεφάλι του. Η όρασή του είχε επανέλθει αλλά το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει από αυτήν την καταραμένη χώρα. Η προδοσία στριφογύριζε στο κεφάλι του και ένιωθε το χαλί να τραβιέται κάτω από τα πόδια του. Αυτός που του έδινε τις ζωτικές πληροφορίες βρήκε καινούργιο εργοδότη και η Chipita ήταν ο τρόπος του πληροφοριοδότη να τονίσει αυτή την αλλαγή στάσης. Το μέλλον του έμοιαζε αβέβαιο πλέον και για πρώτη φορά άρχισε να σκέφτεται πως θα μπορούσε να εξαφανιστεί τελείως από τον χάρτη. Όποιος είχε την δύναμη να τον εξευτελίσει με αυτόν τον τρόπο σίγουρα θα μπορούσε να του κάνει πολύ χειρότερα. Όταν κατέβηκε μαζί με τις βαλίτσες του στην είσοδο δεν υπήρχε κανείς και τίποτα να τον υποδεχτεί.

Τρομοκρατημένος, κάλεσε αυτοκίνητο μέσω της reception και παρότι είχε να αντιμετωπίσει τα πρωτόγνωρα εχθρικά βλέμματα του υπεύθυνου κατάφερε να παραμείνει σχετικά ψύχραιμος, πέρα από κάποιες φορές που του έπεφτε η βαλίτσα καθώς ένιωθε αδύναμο το χέρι του, δεχόμενος τελικά το αυτοκίνητο με ανακούφιση.
Η αναμονή στο αεροδρόμιο ήταν βασανιστική και με το ζόρι απέφυγε την λιποθυμία στα βρώμικα βλέμματα που δεν ήταν δεκτικά στην ξενική του φάτσα. Είχε βραδιάσει πλέον και το αεροπλάνο απογειωνόταν. Όταν η Chipita απολάμβανε την γκρίνια και την ανησυχία της μαμάς της για την χθεσινή εξαφάνιση, ο Αύγουστος κοιτούσε με ένα πρωτόγνωρα απελπισμένο βλέμμα από το παράθυρο. Προσπαθώντας να σκεφτεί αν η εταιρεία με την οποία πέταγε ήταν από αυτές που θεωρούνται πιο επικίνδυνες σύμφωνα με μια οδηγία που βγήκε πρόσφατα ταυτόχρονα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το μυαλό του από ένα τραγούδι που έλεγε πως πρέπει να εξαφανιστεί πλήρως και να μην ξαναβρεθεί ποτέ.

6.2.10

Some '00s #2: Nottingham

Οφείλω μια εξήγηση στο πολυπληθές κοινό του some beans. Μια εξήγηση για το γεγονός ότι δράττομαι κάθε υποψίας ευκαιρίας για να αναφέρω την συμπαθή φαντάζομαι σε όλους πόλη που βρίσκεται κάπου στο κέντρο-προς-τα-βόρεια της Αγγλίας, το Nottingham, συνοδεύοντας συνήθως τις αναφορές μου με προσδιορισμούς όπως «αγαπημένο», «λατρεμένο» και άλλα παρόμοια. It's been a long time coming, και η ώρα ήρθε. Βρισκόμαστε στο δεύτερο ποστ της σειράς που αφιερώνει το μικρό μας blog στη δεκαετία 2000-09, μιας στήλης που θα φιλοξενήσει ό,τι χαρακτήρισε τη δεκαετία αυτή για τον καθένα μας. Προσωπικά μπορώ να πω ότι οι δέκα μήνες που πέρασα στην πόλη του Nottingham θα μείνουν ανεξίτηλοι στο μυαλό μου μέχρι να γεράσω.

Θα παραλείψω τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για το πώς βρέθηκα εκεί - ο βασικός σκοπός ήταν ένα μεταπτυχιακό στο University of Nottingham πάνω στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην αρχιτεκτονική που προέκυψε μετά από 7 χρόνια στο Ε.Μ.Π.. Μένοντας στον Πειραιά, αυτό σήμαινε ότι δεν είχε χρειαστεί ως τότε να ζήσω μακριά από το εφηβικό μου δωμάτιο. Είχα ωστόσο επισκεφτεί τον ξάδερφό μου που σπούδαζε εκεί για χρόνια, επίσκεψη που ώθησε το όνειρό μου να ζήσω έστω και για λίγο στην Αγγλία σε σημείο μίνι ψύχωσης. Το Nottingham ήταν το πρώτο μέρος που σκέφτηκα μιας και μου έμοιαζε ζεστή πόλη, χωρίς πολλά πολλά, αλλά ακόμα κι όταν ήρθε το χαρτί από το πανεπιστήμιο μού φαινόταν σαν όνειρο.

Αυτό το συναίσθημα συνεχίστηκε ακόμα κι όταν έφτασα στο Heathrow με τη βαλίτσα μου, ακόμα κι όταν πήγα βράδυ στην πόλη, όταν γνώρισα τους νέους μου συγκάτοικους - το Γερμανό Andreas, το Γάλλο Gerald, την Αγγλίδα Jude (σύνθεση ανέκδοτου χαλαρά). Όταν πήγα με τη σπιτονοικοκυρά στο δωμάτιο του 1ου ορόφου που θα ήταν το σπίτι μου για τους επόμενους μήνες κι αυτή μου αράδιαζε διάφορα για τα πρώτα ψώνια που έπρεπε να κάνω... Την άλλη μέρα κατέβηκα στο κέντρο και πήρα τα απαραίτητα, ακόμα σε κατάσταση νιρβάνα. Μετά πήγα στο Virgin και είδα ότι όντως, εκεί στα ράφια υπήρχε η συλλογή των Ride που περίμενα μήνες και που είχε βγει εκείνη την εβδομάδα.

Απογευματάκι πια γύρισα στο σπίτι ανέβηκα πάνω κι έστρωσα το κρεβάτι μου με τα καινούρια στρωσίδια που μόλις είχα πάρει. Ξετύλιξα το ακόμα πιο απαραίτητο φορητό ραδιοCD που επίσης είχα μόλις πάρει απ'το Dixons και το τοποθέτησα τελετουργικά στο ράφι. Μετά ξετύλιξα το CD των Ride. Το έβαλα μέσα και πήγα κατευθείαν στο έβδομο κομμάτι. Το "Unfamiliar" ήταν επιτέλους δικό μου, και η fade-in εισαγωγή γέμισε το δωμάτιο με κομματιασμένες κιθάρες. Κοίταξα από το παράθυρο κάτω, στην οδό Holgate, όπου η βροχή ήδη είχε αρχίσει να σκουραίνει την άσφαλτο. «Εϊμαι μόνη μου. Πολύ μακριά απ'το σπίτι. Είμαι για ένα χρόνο... στην Αγγλία!» σκέφτηκα. Το συναίσθημα ευτυχίας που με πλημμύρισε ήταν από τα πιο έντονα της ζωής μου. Ήταν 21 Σεπτεμβρίου 2001.

Στις 9 Οκτωβρίου του 2002 βρέθηκα με την ίδια βαλίτσα στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης. Ήταν η πρώτη πραγματικά κρύα μέρα μετά το καλοκαίρι αλλά ποιος ξέρει, ίσως και να μου φαινόταν έτσι επειδή έφευγα. Μπήκα στο τρένο που θα με πήγαινε μέχρι το Λονδίνο ανέκφραστη, κάθισα στη θέση μου και άρχισα να σκέφτομαι όλα όσα έγιναν αυτούς τους δέκα από τους 13 μήνες που είχαν προηγηθεί. Οι τρεις που δεν έμπαιναν στην εξίσωση ήταν οι τρεις επισκέψεις μου στην Ελλάδα, τρεις με τέσσερεις εβδομάδες τη φορά, εβδομάδες που περνούσαν βασανιστικά αργά αφού έφευγαν οι δυο-τρεις πρώτες μέρες και η χαρά της αντάμωσης με τους δικούς μου και τους φίλους μου. Κάθε φορά μετά την τέταρτη μέρα μετρούσα ανάποδα, «δεκαέξι και σήμερα», μέχρι τη στιγμή που θα ξανάμπαινα στο αεροπλάνο και θα ξαναγυρνούσα στο αγαπημένο μου σπιτάκι της οδού Holgate.

Οι υπόλοιποι δέκα και κάτι μήνες ήταν αυτοί που πέρασα εκεί. Όλοι αυτοί και όλα αυτά που γνώρισα και έζησα. Δεν ξέρω από που να πρωτοξεκινήσω, γιατί μέσα στο κεφάλι μου υπάρχουν ακόμα όχι απλά στιγμές αλλά ολόκληρες μικρές ταινίες από αυτούς τους δέκα μήνες που παίζουν ανά πάσα στιγμή με ολοζώντανα χρώματα και ήχο. Η 25άλεπτη διαδρομή δίπλα και πάνω από το ποτάμι, τον Trent, που έκανα πηγαίνοντας στο ASDA του West Bridgford και πίσω στο σπίτι, ακούγοντας το Cold House των Hood και σταματώντας πάνω στην πεζογέφυρα για να χαζέψω τη θέα με τους κύκνους που βολτάριζαν ήσυχα στα νερά. Οι μπύρες με τον ξάδερφο, πριν τελειώσει το διδακτορικό και φύγει οριστικά το Δεκέμβρη, στο ιερό προσκύνημα της Ye Olde Trip to Jerusalem. Οι ατέλειωτες συζητήσεις με τη Jude και το τεράστιο μωρό από μπλε και πράσινο ζελέ (με κερασάκια) που έφτιαξε για το art project της. Οι πολυεθνικές μαζώξεις στο σπίτι του Carlos και της Sandra από το Περού και οι ασύλληπτες πατάτες ωγκρατέν του Gerald. Ή τότε που τον πήρε ο ύπνος στα σκαλιά του σταθμού του τρένου γιατί είχε γίνει ντίρλα στο πάρτι και κοιμήθηκε και όταν ξύπνησε το'χαμε διαλύσει οπότε γύρισε με τα πόδια, και μετά δε θυμόταν καν τη χυλόπιτα που έφαγε από την Claudia.

Οι Gorky's Zygotic Mynci στο τοσοδούλι Boat Club, πάνω στο ποτάμι και στη σκιά του γηπέδου της Forest, ή οι BRMC στο Rock City, μέσα σε μια ομίχλη από dry ice. Ο ωραιότερος ουρανός σε ηλιοβασίλεμα που'χω δει ποτέ, καθισμένη στο γρασίδι πάνω από τη λίμνη στο αχανές πάρκο του Blenheim Palace του Oxfordshire μαζί με μια τρελοπαρέα Καταλανούς φίλους της Anna απ'τη σχολή και τον Haitham από την Αίγυπτο στην εκδρομή στην Οξφόρδη, και το καλύτερο πάρτι της ζωής μου με 10 γνωστούς λίγων ωρών και άλλους 40 άγνωστους που μετατράπηκαν σε μια τεράστια παρέα στο hostel που μέναμε. Οι διαδρομές με τα πόδια από το πανεπιστήμιο στο σπίτι, 50 λεπτά περπάτημα, το καλοκαίρι του '02 που έκανα την πτυχιακή, ακούγοντας τα φρέσκα bootlegs των Radiohead από την Ισπανία και την Πορτογαλία με τα κομμάτια που θα γίνονταν σε ένα χρόνο από τότε το Hail to the Thief. Ή η επιστροφή από το Sainsbury's, φορτωμένη με τσάντες αλλά χωρίς να με νοιάζει καθόλου αφού το βάρος έμοιαζε να το κουβαλάει ο Wayne Coyne μαζί με τη Yoshimi που πολεμούσε τα απαίσια ροζ ρομπότ.

Η καθημερινή καλημέρα στον οδηγό του λεωφορείου. Οι αχνιστές jacket potatoes στον κεντρικό πεζόδρομο. Η γοτθική εκκλησία της St Mary όπου έπεσα τυχαία πάνω σε ένα γάμο, και όχι μόνο δε με έδιωξαν αλλά μου έδωσαν και προσκλητήριο επιτόπου. Τα γενέθλια της Jude που γιορτάσαμε πλάι στο ποτάμι μαζί με το Νίκο απ'τη σχολή και ολοκληρώθηκαν με τους τρεις μας να πηγαίνουμε τρεκλίζοντας αγκαλιά σπίτι τραγουδώντας έξω φωνή το "Bohemian Rhapsody". Το σούρουπο της 17ης Απριλίου του '02 και η ευτυχία που ένιωθα αραγμένη στο μισοάδειο λεωφορείο της National Express (Service 230) από το Heathrow προς το Nottingham ξέροντας ότι δε θα χρειαζόταν να ξαναπάω στην Αθήνα για δυο γεμάτους μήνες κι ακούγοντας τον Steve Lamacq να παίζει σε πρώτη μετάδοση το Last Broadcast των Doves. Ένιωθα σα να πήγαινα σπίτι.

Μια πανέμορφη χώρα, μια γλυκιά, ζωντανή πόλη, ένας καιρός όπως ακριβώς μ'αρέσει (ολόκληρο το πάνγλυκο καλοκαίρι η θερμοκρασία δεν ξεπέρασε τους 27 βαθμούς, το δε χειμώνα υγρασία και κρύο - μόνο πολύ χιόνι δεν είδα, αυτό ήταν το μόνο μείον), ένα πανεπιστήμιο που το κεντρικό του campus είχε λίμνες και πάρκα και ατέλειωτα γρασίδια και οι καθηγητές του ήταν προσιτοί, νορμάλ άνθρωποι δίχως ίχνος τουπέ - με λίγα λόγια ένα μέρος όπου χαιρόσουν να σπουδάζεις, ένας λαός που μοιάζει σε αρκετά μ'εμάς αλλά του λείπουν πολλά από τα κουσούρια μας, τα απλά καθημερινά πράγματα να λειτουργούν περίπου στην εντέλεια...

Και μουσική παντού, πολλή μουσική. Οι εκπομπές του «πατριάρχη» John Peel, αλλά κι αυτές του Captain America στον Virgin Radio τις Κυριακές και το Late Show του Craig Pilling στον SBN στα μεσαία. Ο ραδιοφωνικός σταθμός και η δανειστική δισκοθήκη του πανεπιστημίου όπου άφησα για πάντα ένα deposit 15 λιρών - δεν προλάβαινα να πάω να το πάρω, χαλάλι τους όμως. Το Select-a-Disc, το Fopp, το HMV, τα record fairs. Η μουσική ήταν παντού - δεν είναι τυχαίο που γύρισα στην Αθήνα με καμιά 40αριά CD παραπάνω απ'όσα είχα πάρει πηγαίνοντας! Με συνόδευε στις διαδρομές με τα πόδια και με το λεωφορείο και τα βράδια στο σπίτι όταν όλοι έπεφταν για ύπνο κι εγώ άραζα στο δωμάτιο. Όταν δεν ασχολιόμουν με τη σχολή, ασχολιόμουν μαζί της, ήταν μαζί μου καθημερινά, σε μια χώρα όπου την αγαπούν όσο κι εγώ.

Ίσως έφταιγε το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα γι'αυτό και γενικά για το ότι ήθελα να ζήσω όσα περισσότερα μπορούσα εκεί που βρισκόμουν. Μια ατμόσφαιρα που με έκανε να εύχομαι να μην τελειώσει ποτέ αυτός ο χρόνος, ξέροντας όμως ότι θα τελείωνε αργά ή γρήγορα και συνεπώς προσπαθώντας να κάνω πράγματα κάθε μέρα και να μαζεύω εικόνες, ήχους, εμπειρίες που ήξερα πως θα χρησίμευαν μόνο σαν ανάμνηση όταν θα επέστρεφα στην Αθήνα. Ακόμα και η καθημερινή μου ρουτίνα - τα λεωφορεία, το πανεπιστήμιο, τα ψώνια, το μαγείρεμα, οι δουλειές του σπιτιού, η ανακύκλωση (ω ναι), το δωμάτιό μου - ήταν τόσο γοητευτική έτσι όπως γινόταν που μελαγχολούσα στη σκέψη πως θα τελείωνε. Πόσο μάλλον αυτά που τη διάνθιζαν. Τα παρτάκια ή οι έξοδοι του Σαββατόβραδου, τα pub quiz τις Πέμπτες, η παρέα στη σχολή, η άλλη παρέα στη γειτονιά, τα πικνίκ στην όχθη του ποταμού, οι βόλτες.

Δε λέω ότι ήταν όλα ρόδινα. Δεν ήταν. Η εγκληματικότητα στην πόλη ήταν και είναι ακόμα πολύ υψηλή σε σχέση με την ησυχία του Πειραιά, ειδικά στην περιοχή που έμενα που απ'ό,τι μου είπαν αργότερα είναι από τις χειρότερες (κάτι που ομολογώ δεν παρατήρησα ιδιαίτερα, αν εξαιρέσεις το διπλανό σπίτι που ήταν ψιλοτεκές). Η σπιτονοικοκυρά μου ήταν μια εκνευριστική οχιά όλο ευγένεια και φρου-φρου απ'έξω κι από μέσα όλο κακία, κι ο άντρας της, (πάλλευκος Ουαλός βαφτισμένος αυτοβούλως Μουσουλμάνος, δεν το'χα ξαναδεί αυτό) ένας ψυχρός φιλάργυρος μαλάκας περιωπής - πραγματικά οι μόνοι απεχθείς άνθρωποι που συνάντησα. Το καλοκαίρι που τα παιδιά έφυγαν απ'το σπίτι συχνά ένιωθα μόνη, και στα γενέθλιά μου στο τέλος του καλοκαιριού μού έλειπαν πολύ τα φιλαράκια απ'την Αθήνα. Αλλά αυτά είναι μικροπράγματα μπροστά σε όλα τα άλλα, τα όμορφα, που έζησα και που θέλω βιβλίο ολόκληρο για να τα χωρέσω, και πάλι ποτέ δεν θα χωρέσω μέσα το συναίσθημα που μου προκαλεί απλά το να τα θυμάμαι.

Και όλα όσα δεν έζησα... Γυρίζοντας πίσω μετάνιωσα που δεν εκμεταλλεύτηκα αυτό το δώρο περισσότερο, που δεν πήγα περισσότερες εκδρομές απ'ό,τι εκείνο το αξέχαστο διήμερο στην Οξφόρδη (με ένα μικρό ένθετο RH-sightseeing, το stalking το άφησα για την επόμενη φορά!) και τη μονοήμερη στο γειτονικό Lincoln με τον απίστευτο, συγκλονιστικό καθεδρικό του. Μετάνιωσα που δεν πήγα σε περισσότερες συναυλίες, μετάνιωσα που δεν αγόρασα ακόμα περισσότερη μουσική, που δεν πήγα έστω μια φορά, έστω και μόνη μου στο γήπεδο για να βιώσω την ποδοσφαιρική εμπειρία όπως μόνο στο Νησί μπορεί κανείς (και τα δυο γήπεδα της πόλης ήταν σε απόσταση ενός τετάρτου απ'το σπίτι μου, της Forest μάλιστα το έβλεπα κάθε μέρα περιμένοντας το λεωφορείο). Λίγοι ακόμα λόγοι που έρχονταν να προστεθούν στη λίστα που μ'έκανε κάθε ώρα και στιγμή από τότε που γύρισα να εύχομαι να μπορούσα να ξαναπάω πίσω και να μείνω έστω μια βδομάδα ακόμα.

Η πλάκα είναι ότι δεν έχω ξαναπάει ούτε για τουρισμό, όχι μόνο στο Nottingham αλλά και γενικά στην Αγγλία. Κάθε χρόνο λέω πως θα το κάνω αλλά κάθε φορά προκύπτουνε διάφορα και αναβάλλεται. Κι έτσι μένω με το να βλέπω συχνά στον ύπνο μου ότι ξαναγυρίζω, ή με το να ρίχνω κλεφτές ματιές από το Google Earth ή τις κάμερες για την κίνηση και να ζηλεύω που δεν μπορώ να'μαι για λίγο εκεί. Φέτος δε θέλω να πω μεγάλα λόγια... Όλο και πιο συχνά όμως σκέφτομαι πόσο όμορφα θα είναι όταν πατήσω ξανά το πόδι μου στο σταθμό των τρένων ή σε αυτόν των λεωφορείων, και όταν μπορέσω να δείξω στον mr.grieves μερικά απ'όλα αυτά τα πράγματα.

Ήταν ακόμα 9 Οκτωβρίου του 2002. Είχαν περάσει σχεδόν δυο ώρες μέσα στο τρένο καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά - είχε πάει μεσημέρι και πλησιάζαμε επικίνδυνα στπ κέντρο του Λονδίνου κι από εκεί στο Heathrow κι από εκεί στην Αθήνα, οριστικά και αμετάκλητα. Έβαλα στο player το CD των Ride, προχώρησα στο έβδομο κομμάτι και πάτησα το play. So damn familiar by now...

The Nott'm Mix (RS - YSI)
Jean Jacques Smoothie - "2 People"
Kings of Convenience - "Weight of My Words (Four Tet remix)"
Neil Halstead - "Seasons"
Ben Kweller - "Falling"
Ed Harcourt - "She Fell Into My Arms"
Super Furry Animals - "Juxtaposed With U"
Pinback - "Penelope"
BRMC - "As Sure As The Sun"
Low - "Sunflower"
Gorky's Zygotic Mynci - "How I Long To Feel That Summer"
Mercury Rev - "The Dark Is Rising"
Perry Farrell - "Song Yet to Be Sung"
The Czars - "Side Effects"
Spoon - "Chicago at Night"
Simian - "Over the Hills"
The Flaming Lips - "Are You A Hypnotist??"
Radiohead - "Sail to the Moon" (live @ San Sebastian, Ισπανία, 30-7-2002)
Wilco - "Jesus, etc"
David Bowie - "Life On Mars?"
Ride - "Unfamiiliar"

PS - If you're reading this, guys... Cheers. And thanks. :-)

17.12.08

2008: This is a Story, some kind of a story

(Προειδοποίηση: Μεγάλο Κείμενο!)

Καμία άλλη χρονιά τα Χριστούγεννα δεν πλησίασαν τόσο ύπουλα όσο φέτος. Πράγμα λιγάκι οξύμωρο αν σκεφτεί κανείς ότι το 2008 μου έχει φανεί τεράστιο. Κι όταν λέμε τεράστιο, εννοούμε Γιγαντιαίο. Ατέλειωτο. Άσωστο. Υπάρχουν χρονιές που δε μου έχουν μείνει στη μνήμη παρά μόνο για κάποιες σκόρπιες στιγμές, και που η υπόλοιπη διάρκειά τους έχει χαθεί στους πίσω χώρους του χρονοντούλαπου σαν κάτι τριμμένα σεντόνια που δεν θες να στρώσεις πια, αλλά λυπάσαι να τα κάνεις και ξεσκονόπανα (κι εδώ σταματούν οι παρομοιώσεις κατευθείαν από το λυσάρι της Ελληνίδας συγγραφέως αισθηματικών διηγημάτων, το υπόσχομαι). Το 2008 δεν πρόκειται να είναι ποτέ για την υπογράφουσα μια τέτοια χρονιά.

Και δεν είναι πως ήταν καμιά χρονιά πνιγμένη στη χαρά. Ήταν μάλλον μια χρονιά σκωτσέζικο ντους - με διαφορά αυτή με τις περισσότερες διακυμάνσεις ευχάριστων και δυσάρεστων καταστάσεων που έχω βιώσει και με την ένταση των συναισθημάτων να χτυπάει συχνά κόκκινο. Ίσως γι'αυτό θεωρώ ότι θα τη θυμάμαι πάντα. Το θέμα όμως είναι ότι τελειώνει. Ότι απόψε, από το σαλόνι μου, υπό τους ήχους του Devotion των Beach House, πλάι στο στολισμένο δέντρο, μπορώ επιτέλους να πω ότι πλησιάζει το τέλος και να κοιτάξω πίσω, μπαίνοντας στο mood της ανασκόπησης που με πιάνει κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. Και, πριν ξεκινήσω μαζί με τον mr.grieves τις απαραίτητες λίστες που συνοδεύουν τόσο καλά τους κουραμπιέδες, να μοιραστώ μαζί σου, ω! αγαπητέ αναγνώστη, χωρίς ανατριχιαστικές λεπτομέρειες αλλά προσπαθώντας να περιγράψω τα συναισθήματα, την ιστορία που στιγμάτισε περισσότερο από κάθε άλλη το 2008 για μας εδώ στο some beans. Ίσως να αναρωτηθείς τι σ'ενδιαφέρει εσένα. Whatever. Η ανάγκη να μοιραστώ το τι σήμανε για μένα αυτή η ιστορία με τον έξω κόσμο είναι μεγάλη, οπότε θα παρακάμψω το ερώτημά σου και θα περάσω στο ψητό.

Η ιστορία μας έχει τίτλο "Το ταξίδι".

Ξεκίνησε πέρυσι τέτοια εποχή περίπου, αθώα και χαρούμενα. Αρχές Δεκεμβρίου του 2007, οι Radiohead ανακοίνωσαν τις ημερομηνίες της ευρωπαϊκής τους περιοδείας για το In Rainbows. Έχοντας τις καλύτερες αναμνήσεις από τη μοναδική φορά που οργάνωσα ταξίδι στο εξωτερικό γύρω από μια συναυλία, για χατίρι και πάλι των φίλτατων Οξφορδέζων - στη Μαδρίτη, το καλοκαίρι του '03 - και με δεδομένη την πολύ μεγάλη (understatement of the year) επιθυμία μας να τους δούμε (εγώ για 3η φορά, ο mr.grieves για πρώτη), βουτήξαμε τον μισοδιαλυμένο ευρωπαϊκό οδικό χάρτη που είχα αγοράσει σε μια φάση που τα οικονομικά μου επέτρεπαν μόνο νοερά ταξίδια. Τα βάλαμε κάτω κι αποφασίσαμε να μην κάνουμε το σχετικά απλό (πάμε σε μια πόλη, βλέπουμε το live, γυρνάμε) αλλά να ταξιδέψουμε. Η συναυλία-στόχος ήταν στη Nîmes, μια μικρή πόλη στη Νότια Γαλλία, με έντονη τη σφραγίδα της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Ημερομηνία, 14 Ιουνίου 2008. Ο άλλος στόχος ήταν ένα από τα όνειρά μου - να μείνω για μια έστω μέρα σε ένα χωριουδάκι στην Ελβετία. Και όλα αυτά με το χαμηλότερο δυνατό μπάτζετ.

Στις 11 Δεκεμβρίου, με την πολύτιμη βοήθεια ενός Περουβιανού φίλου, κλείσαμε τα εισιτήρια της συναυλίας. Κοιτάζοντας το χαρμόσυνο email που με πληροφορούσε για το γεγονός και σηματοδοτούσε ουσιαστικά το ξεκίνημα της οργάνωσης του ταξιδιού μας, έκανα στον εαυτό μου τη μοιραία ερώτηση "τι μπορεί να πάει στραβά;". Το εξάμηνο που μεσολάβησε μέχρι την αναχώρησή μας μου έδωσε τόσες εμφατικές απαντήσεις, που η ερώτηση αυτή έφτασε να παίζει κοροϊδευτικά σε επανάληψη στο μυαλό μου.

Τους επόμενους δυο μήνες, τα οικονομικά μας κατρακύλησαν και το γραφείο που δούλευα ξέμεινε από δουλειές. Το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου με βρήκε χωρίς ρεύμα και τηλέφωνο και με σπασμένα γυαλιά - άνετα μπαίνει στη λίστα με τις χειρότερες μέρες της ζωής μου. Το ίδιο απόγευμα, προσπαθώντας να συνέλθω, έλεγα στον mr.grieves ότι "να δεις που σε 4 μήνες από τώρα θα περιμένουμε έξω από την Arene de Nîmes και θα τα θυμόμαστε όλα αυτά και θα γελάμε", με το ίδιο ύφος που το λέει ο Μελλοθάνατος του Αρκά από τον Ισοβίτη.

Πέρασε άλλος ένας μήνας κάπως έτσι, και είχα φτάσει στο σημείο να πιστεύω ότι με το που θα έπαιρνα τα εισιτήρια στα χέρια μου θα έπρεπε να τα πουλήσω σε κάποιον που στ'αλήθεια θα πήγαινε. Τότε, σαν καλή νεράιδα του παραμυθιού, ένας παλιός συνεργάτης μου πρότεινε να δουλέψω μαζί του. Οι λογαριασμοί είχαν μαζευτεί σωρό, αλλά ήταν μια ελπίδα. Στα τέλη του Απριλίου μπορούσαμε να ξανακάνουμε σχέδια. Και τα κάναμε, τάχιστα. Μέχρι τα μέσα Μαίου είχαμε τακτοποιήσει τα πάντα, έχοντας καταλήξει στη λύση του αυτοκινήτου για τις μετακινήσεις μας στο τρίγωνο Μιλάνο (αεροδρόμιο) - Leysin (το χωριουδάκι που λέγαμε) - Nîmes. Όλα αυτά μετά από τρελό ψάξιμο για ευκαιρίες, με το ελάχιστο κόστος και γνωρίζοντας ότι θα ήμασταν εντελώς τσίμα-τσίμα.

Τότε, αυτός ο Κάποιος εκεί έξω που πάντα γελάει χαιρέκακα μόλις χαρείς, ξέροντας πως σε περιμένει νέα μπανανόφλουδα στην επόμενη γωνία, γέλασε και πάλι βροντερά. Με λίγες μέρες διαφορά, δυο συγγενείς μας πρώτου βαθμού βρέθηκαν στο νοσοκομείο σε σοβαρή κατάσταση. Το ταξίδι τυλίχθηκε σε ζελατίνα και μπήκε στο κάτω ράφι του ψυγείου. Υπήρχαν σημαντικότερα πράγματα στη μέση. Τα συναισθήματα χτύπησαν νέο ναδίρ.

Όταν όλα έληξαν ομαλά και οι καρδιές όλων μας γύρισαν από την Κούλουρη, είχε φτάσει πια 5-6 Ιουνίου. Με τα νεύρα τσατάλια από όσα είχαν προηγηθεί και τις συνοδευτικές αμφιβολίες για το αν έπρεπε να φύγουμε ενώ τα αγαπημένα μας πρόσωπα ήταν ακόμα σε ανάρρωση, ετοιμάσαμε βαλίτσες και τα τυπικά. Η αναχώρηση ήταν Τετάρτη, 11 Ιουνίου. Τη Δευτέρα και την Τρίτη, σαν ξεπροβόδισμα, έπεσε μαζεμένη η περισσότερη δουλειά όλης της χρονιάς, και οι ώρες μέχρι την Τετάρτη κυλούσαν πολύυυ αργά. Αλλά έφτασε.

Το πρωί της 11ης Ιουνίου, όλα ήταν έτοιμα. Όλα έτοιμα είπαμε; Χο! Χο! Χο! Ακούστηκε και πάλι βροντερό το κοσμικό γέλιο. Το αεροπλάνο έφευγε στις 4, κι έπρεπε να είμαστε στο αεροδρόμιο 2 με 2.30. Γύρω στις 12, ο mr.grieves ήρθε στο σπίτι μου και είπαμε να κάνουμε έναν τελευταίο έλεγχο πριν ξεκινήσουμε. Διαβατήρια, τσεκ, τυπωμένα vouchers για τα εισιτήρια και τα ξενοδοχεία, τσεκ, δίπλωμα...

Δίπλωμα, τσεκ. Πλην όμως, το μαγικό ροζ τρίπτυχο που είχα στα χέρια μου ήταν της μάνας μου καθώς, μέσα στην παραζάλη από τη δουλειά της Δευτέρας, είχα πάρει αυτό από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου που μοιραζόμαστε αντί για το δικό μου. Το αυτοκίνητο, δε, βρισκόταν στη δουλειά της, στου Ζωγράφου. Κι εμείς στα βάθη του Πειραιά, με δυο τεράστιες βαλίτσες και δυο ώρες καιρό για να βρεθούμε στα Σπάτα χωρίς κατά προτίμηση να χρησιμοποιηθεί ταξί.

Ένιωσα σα να έπαιζα σε ταινία, από εκείνες μάλιστα που απορείς πως στην ευχή τα σκέφτηκε αυτά τα τρελά ο σεναριογράφος. Το μυαλό μου αδυνατούσε να χωρέσει το μέγεθος της καταστροφής. Ολόκληρο το ταξίδι που τόσο καιρό περιμέναμε σαν όαση και με τόσο κόπο είχαμε καταστρώσει και - ακόμα περισσότερο - πληρώσει, ήταν στον αέρα εξαιτίας μου. Ήθελα να καταρρεύσω αλλά δεν υπήρχε ούτε καν αυτή η πολυτέλεια.

Μετά από ένα εικοσάλεπτο διανθισμένο από σκηνές αλλοφροσύνης και με διάφορες λύσεις απελπισίας να πετάγονται στον αέρα, έπρεπε να κάνουμε το γενναίο βήμα έξω απ'την πόρτα. Άλλο ένα τέταρτο αναλώθηκε σε μάταιες προσπάθειες να βρούμε ταξί που να μας πάει με τις βαλίτσες μεσημέρι Τετάρτης στου Ζωγράφου, κι αφού πειστήκαμε πως αυτό θα γινόταν μόνο με τζίνι από το λυχνάρι του Αλαντίν στο τιμόνι, πήραμε το δρόμο για τον ηλεκτρικό, κι από εκεί για το αεροδρόμιο. Η διαδρομή που περίμενα σαν την πιο χαρούμενη της χρονιάς είχε πάρει κάτι από τη σκούρα απόχρωση του εξάμηνου που είχε προηγηθεί.

Το ίδιο το ταξίδι με βρήκε σε περισυλλογή. Πως θα πηγαίναμε το βράδυ στο Leysin; Πως θα κάναμε όλες εκείνες τις διαδρομές; Θα μας έφταναν τα λεφτά για τα τρένα; Θα προλαβαίναμε τη συναυλία, στην τελική; Κι αν φτάναμε στη Nîmes, θα είχαμε αρκετά χρήματα για να πάμε πίσω στο Μιλάνο και να πάρουμε το αεροπλάνο της επιστροφής; Στο μυαλό μου, το μαγικό πενταήμερο που περιμέναμε είχε ήδη μετατραπεί σε έναν αγχώδη αγώνα δρόμου με αβέβαιη εξέλιξη και τέλος.

Στο Μιλάνο, είχα την ίδια βαριά καρδιά ενώ κατευθυνόμασταν στο σταθμό των τραίνων. Εκεί μάθαμε ότι το τελευταίο τρένο για Ελβετία είχε φύγει μισή ώρα πριν φτάσει η σειρά μας να εξυπηρετηθούμε από έναν ασύλληπτα βαριεστημένο υπάλληλο μετά από ένα ακόμα πιο ασύλληπτα ηλίθιο σύστημα αναμονής. Ήταν 10 το βράδυ όταν οριστικά συνειδητοποιήσαμε ότι το πρώτο κιόλας βράδυ είχαμε ξεμείνει μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα από εκεί που είχαμε κανονίσει να βρισκόμαστε, οπότε και με πήραν τα ζουμιά. Πίστεψα ότι το ταξίδι μας είχε καταστραφεί οριστικά, ότι όλες οι απόπειρες για να βρούμε άκρη στους σταθμούς θα ήταν κάπως έτσι και ότι όλα αυτά που φανταζόμασταν όσο προσπαθούσαμε να αντέξουμε δεν θα γίνονταν ποτέ.

Πήγαμε και βολευτήκαμε σ'ένα κοντινό ξενοδοχείο. Εκεί, στο μικρό δωμάτιο ήταν που συνειδητοποίησα ότι στην τελική ήμασταν στο Μιλάνο και ήμασταν στο ταξίδι μας, και ότι θα κάναμε ό,τι μπορούσαμε (και γουστάραμε) μ'αυτό, και που το βούλωσε ο Παρθένος και μίλησε ο περιπετειώδης εαυτός μου που ως τότε είχε λουφάξει. Και κάπου εκεί, επιτέλους, το πραγματικό ταξίδι άρχισε.

Τα επόμενα τρία εικοσιτετράωρα, από το βράδυ εκείνο στο Μιλάνο μέχρι και τα τέσσερα χιλιόμετρα που περπατήσαμε στις τρεισήμισι τη νύχτα γυρίζοντας από τη συναυλία στο ξενοδοχείο στη Nimes, μπορούν να χαρακτηριστούν μόνο με τη λέξη "ονειρικά". Όχι με την τετριμμένη έννοια που χρησιμοποιείται στα δελτία τύπου για να περιγράψει με κομψό και λίαν κολακευτικό τρόπο τη μουσική της Enya, αλλά την κυριολεκτική. Ήταν the stuff dreams are made of, που λένε. Η ανταμοιβή για όλη την αγωνία, τα διαλυμένα νεύρα, τη στενοχώρια, τα κλάματα έξι μηνών ήταν αυτές οι τρεις μέρες. Τέσσερεις και μισή τυπικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι για μένα τουλάχιστον η τελευταία μιάμιση μέρα, με όλες τις ωραίες στιγμές της, ήταν μέρος της ψυχολογικής προετοιμασίας για την προσγείωση στα πάτρια εδάφη και την πραγματικότητα. Αλλά χαλάλι.

Το τριήμερο ήταν γεμάτο. Γεμάτο από εικόνες που εύκολα μπορώ να φέρω ξανά στο μυαλό μου, με όλα τους τα χρώματα πεντακάθαρα σαν μικρές polaroids, κι ας έχουν περάσει έξι μήνες από τότε. Γεμάτες από συναισθήματα που επίσης έρχονται ξανά αυτούσια συνοδεύοντας τις εικόνες. Και γεμάτες από εμπειρίες που έκαναν το μικρόκοσμό μας κατά πολύ πλουσιότερο. Ναι, έχω ξαναταξιδέψει στο εξωτερικό. Τόσο έντονες, ξέχειλες από περιεχόμενο μέρες όμως δεν θυμάμαι να έχω ξαναπεράσει.

Η στιγμή που πρωτοαντικρύσαμε το Duomo βγαίνοντας από το Μετρό. Η βόλτα που κάναμε στην πλατεία από κάτω και στις μαρμαροστρωμένες στοές της Όπερας, και το παγωτό πεπόνι. Τα χαρτιά στο παγκάκι του σταθμού στις 6.30 το άλλο πρωί. Το ταξίδι προς την Ελβετία, με τη λίμνη Maggiore στα δεξιά και τα πανέμορφα χωριουδάκια στ'αριστερά, πνιγμένα στα λουλούδια και στο πράσινο. Η Ελβετία! Ναι, η Ελβετία είναι όπως τη φανταζόμασταν. Τακτοποιημένα χωράφια, διάσπαρτα κοπάδια αγελάδες και γύρω-γύρω κάτασπρες, μεγαλόπρεπες κορυφές. Το Monte Rosa, το Mont Blanc, επιβλητικοί όγκοι που αντανακλούσαν το φως του πρωινού καλοκαιρινού ήλιου. Και μετά το Aigle. Το μικρό τρενάκι με τις οδοντωτές ράγες που μας περασε μέσα από τα αμπέλια και άρχισε να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, να ανεβαίνει... Το Leysin!

Είχε 15 βαθμούς και από το στόμα μας έβγαινε αχνός, όπως γίνεται εδώ γύρω στο Νοέμβρη. Ο ταξιτζης σταμάτησε το ταξίμετρο όσο περιμέναμε σε κάτι έργα να περάσουν οι απέναντι. Το ξενοδοχειάκι όλο ξύλινο. Το μπαλκόνι. Η θέα! Πράσινα λειβάδια, απέναντι πράσινες κορυφές, στο βάθος κάποιες άσπρες. Και μετά κατεβήκαμε. Το λειβάδι. Ξάπλα στον ήλιο, μέσα στα αγριολούλουδα, δεν σκεφτόμασταν πια τίποτα. Δεν υπήρχε Αθήνα, δεν υπήρχε τίποτα άλλο.

Η βόλτα σε όλο το χωριό. Τα σπιτάκια με τα χρωματιστά ξύλινα παραθυρόφυλλα. Το ομορφότερο αγριολούλουδο που είχαμε δει ποτέ. Ο Λάρι το Λάμα! Οι άνθρωποι, που μας έλεγαν "Bonjour!" απλά επειδή διασταυρωθήκαμε μαζί τους στο δρόμο κι εμείς κοιταζόμασταν μεταξύ μας. Η κυρία Lisette με τα πλεχτά της. Η κυρία Maria με το μαγαζάκι με τα μπιμπελό που είχε έρθει πρόσφατα στην Κρήτη. Ο απίστευτα εξυπηρετικός κυριούλης, αγνώστων λοιπών στοιχείων, στο σταθμό του τρένου. Τρένο που σε πήγαινε με μια μόνο αλλαγή στη Γενεύη, με συνολικό χρόνο αναμονής 7 λεπτά και ακρίβεια δευτερολέπτου. Η μικρή Τερέζα που δεν ήταν κατσαρίδα, αλλά το πανέμορφο γατί του σταθμού. Το ξύλινο, κίτρινο τραπεζάκι του πικνίκ, με τη θέα στα βουνά. Η 9η του Μπετόβεν - ο Ύμνος της Χαράς! - που ακούσαμε από μια λίγο αδέξια φλογέρα καθώς έπεφτε ο ήλιος, για ν'ανακαλύψουμε λίγο μετά ότι υπεύθυνη ήταν μια πιτσιρίκα γύρω στα 4 που μας κοίταζε με περιέργεια από την ανοιχτή πόρτα του σπιτιού της. Το fondue με τα τυριά στο ζεστό εστιατόριο του ξενοδοχείου, με τη βροχή έξω να ρίχνει ένα γκρίζο πέπλο στο αλπικό τοπίο. Και όλα αυτά έγιναν μέσα σε μια μόνο μέρα...









Το πρωινό στις εφτάμισι το πρωί με τον κο Μπονέλι να έχει ανοίξει πιο νωρίς την τραπεζαρία μόνο για μας και με το "Monkey Gone To Heaven" από live (!) να παίζει στα ηχεία. Το ανέβασμα στο λασπωμένο μονοπάτι για το μικρό σταθμό σέρνοντας τις βαλίτσες. Το κατέβασμα με το τρενάκι. Η απίθανη διαδρομή για τη Γενεύη, δίπλα στη λίμνη Λε Μαν, με το Mont Blanc να υψώνεται πάνω από τα νερά στο βάθος. Η Γενεύη! Mε τις εκβολές του Ροδανού να συναντάνε τη λίμνη, με χιλιάδες πολύχρωμο κόσμο (είχε και Euro) ν'απολαμβάνει το δυνατό ήλιο, δεκάδες ποδήλατα παντού, μπαρόκ και ροκοκό και σύγχρονα κτίρια όλα σε τέλεια ισορροπία και τα πάντα σχεδόν αηδιαστικά καθαρά και φροντισμένα. Μα γιατί δεν είναι σαν κι εμάς; Γιατί οι ντόπιοι γιάπηδες βγάζουν τα παπούτσια και την αράζουν στο γρασίδι στο μεσημεριανό τους διάλειμμα, αντί να κυνηγάνε γκομενάκια ή να κουτσομπολεύουν τον δύστυχο εργασιομανή geek του γραφείου; Δεν ξερουνε να ζουν οι ξενέρωτοι, τι να λέμε. Οι δημόσιες τουαλέτες, στο μεταξύ, χαλαρά ό,τι το πλησιέστερο σε διαστημόπλοιο έχουμε δει ποτέ και δεν κάνουμε καθόλου πλάκα (πλέον).

Απογευματάκι. Το τρένο για τη Valence κι από εκεί το TGV που κατάπιε 150 χιλιόμετρα σε 43 λεπτά, μ'εμάς στριμωγμένους σε μια γωνιά αφού στα τρία λεπτά που έμεινε στο σταθμό δεν μπορέσαμε να βρούμε αυτό όπου θα καθόμασταν ανάμεσα στα 25 δίπατα βαγόνια. Αλλά κατά τις 9,15 ήμασταν εκεί! Η Nimes δεν φάνηκε ν'αλλάζει τους ράθυμους τρόπους της για να μας υποδεχτεί, και μια απεργία των ταξί μας καλωσόρισε πίσω στα μεσογειακά κλίματα. Τα παιδιά από την πιτσαρία κάτω από τη γέφυρα καλέσανε τον μοναδικό απεργοσπάστη που ήρθε 40 λεπτά μετά. Αλλά ήμασταν εκεί.

Και το Σάββατο. Η πιο ηλιόλουστη μέρα μας βρήκε να περπατάμε ως την πόλη και μετά μέσα της. Τα πλακόστρωτα στενάκια, με τις πλάκες κάτω ν'αστράφτουν (δεμένες ανά 4 με μπρούτζινα καρφιά με χαραγμένο επάνω τον κροκόδειλο με τον φοίνικα, σύμβολο της πόλης, σχεδιασμένο από τον Philippe Starck) και τα μικρά τους μαγαζάκια μας υποδέχτηκαν. Το ιστορικό κέντρο, γεμάτο με κόσμο σαν κι εμάς που είχε μαζευτεί απ'όλη τη Γαλλία κι ένα σωρό άλλες χώρες για τη συναυλία... Η σκλαβωτικά ευγενική, στρουμπουλή κυρία με την τρομερή κρεπερί της (κρέπα After Eight, με ζεστή πικρή σοκολάτα και παγωτό μέντα. Μμμμμ!) που όταν πληρώναμε μας ρώτησε πως κι από τα μέρη της και όταν της είπαμε έδειξε πλήρως ενημερωμένη, φωνάζοντας χαρωπά "Αααα, λε κονσέρ ντε Ραντιοέεεντ!"...

Και μετά, η Αρένα! Είχε λοιπόν φτάσει εκείνη η στιγμή. Ήταν 14 Ιουνίου και καθόμασταν στο πλακόστρωτο έξω από τη μεγαλόπρεπη διώροφη ρωμαϊκή αρένα, με μπόλικη ώρα στη διάθεσή μας για να θυμηθούμε τη 14η Φεβρουαρίου καθώς περιμέναμε, κάνοντας πράξη εκείνη την κουβέντα που είχα πει. Αλλά δεν το κάναμε. Ήμασταν τόσο χαρούμενοι που βρισκόμασταν στ'αλήθεια εκεί, ήρεμοι και ξέγνοιαστοι, που προτιμήσαμε να επικεντρωθούμε στο task at hand, δηλαδή στο να βολευτούμε καλύτερα κάτω από τον ήλιο για ν'ακούσουμε απερίσπαστοι το soundcheck, καθώς αντηχούσαν μέσα από την άδεια αρένα οι πρώτες νότες του "Weird Fishes/Arpeggi". Για τη συναυλία αυτή καθ'αυτή θα μιλήσουμε όταν έρθει η ώρα (πολύ σύντομα δηλαδή) αλλά μετά το τέλος, καθισμένοι σε ένα εστιατοριάκι με εκατοντάδες κόσμο τριγύρω να συζητάει το ίδιο ακριβώς πράγμα με μας ("Μα πως τόλμησαν να μην παίξουν το 'How To Disappear';;;!!;!;"), νιώθαμε πλήρεις. Ευτυχισμένοι. Η Αθήνα, τα προβλήματα, όλα είχαν θαφτεί κάτω από ένα βουναλάκι χαράς και ηρεμίας.

Ξέραμε φυσικά ότι δεν ήταν φτιαγμένο για να κρατήσει πολύ. Την άλλη μέρα, μετά από καταδικασμένες εκ των προτέρων προσπάθειες να βρούμε εισιτήρια για τη δεύτερη συναυλία (ένα από τα συμπεράσματα που επαληθεύτηκαν για μένα σε αυτό το ταξίδι ήταν ότι, αν πάρεις εισιτήριο για μια συναυλία των RH σε μια πόλη όπου παίζουν και την επομένη, θα πρέπει να πάρεις και για τη δεύτερη συναυλία, Φακτ. Δεν το είχα κάνει ούτε όταν είχαν έρθει στην Αθήνα. Το δις εξαμαρτείν, κλπ), φύγαμε από την πολη, τόσο για να μη μελαγχολήσουμε, όσο και για να προλάβουμε να δούμε άλλη μία. Έτσι κι αλλοιώς, η Μασσαλία ήταν στο δρόμο προς το Μιλάνο και μας υποδέχτηκε πολύβουη και πολύχρωμη, και βρήκαμε δωμάτιο σ'ένα παλιό ξενοδοχείο, φτιαγμένο θαρρείς για σκηνικό σε κάποιο ασπρόμαυρο φιλμ με τη Lana Turner ή έναν James Stewart ν'ανεβαίνει τις σκάλες με το όπλο στο χέρι.

Μετά όμως βράδιασε. Οι δρόμοι άδειασαν, τα λεωφορεία σταμάτησαν από τις 8, τα μαγαζιά ήταν κλειστά, ένα ψιλόβροχο άρχισε να πέφτει, και η μουντή Κυριακή κατακάθισε πάνω μας, προετοιμάζοντας τη μοιραία Δευτέρα που προσπαθούσαμε να ξεχάσουμε - τη Δευτέρα της επιστροφής. Ίσως έφταιγε η ομοιότητα του μέρους με τον Πειραιά που, εμένα τουλάχιστον, μ'έφερνε πιο κοντά στο σπίτι απ'ότι θα ήθελα εκείνη τη στιγμή. Το αργό, παμπάλαιο τρένο για το Μιλάνο δε βοήθησε, ούτε και η καταρρακτώδης βροχή στο Malpensa. Γυρίζαμε πίσω, να ξαναβρούμε τους σκελετούς που είχαμε κλείσει στο ντουλάπι από την Τετάρτη το βράδυ.

Και τους βρήκαμε. Τα συνηθισμένα 35άρια της Αθήνας μετά τον ανοιξιάτικο καιρό της Ελβετίας και το γλυκό καλοκαιράκι της Nîmes. Τις πανάσχημες πολυκατοικιες και το ακαταμάχητο μίγμα σταρχιδισμού και μουντρουχίλας όπου γυρίζαμε το μάτι μας. Φρέσκους λογαριασμούς κάτω απ'την πόρτα μας και ξαναζεσταμένη γκρίνια και άγχος στο περιβάλλον μας.

Τώρα, όμως, μπορούσαμε να ανασύρουμε κατά βούληση μια από όλες εκείνες τις στιγμές και να χαμογελάμε σα χαζοί με την ανάμνησή της, αλλά και με την ανάμνηση όλων όσων προηγήθηκαν και την έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο φωτεινή (Κοέλιο, φαντάζομαι το ξέρεις ότι γράφεις μαλακίες. Το σύμπαν τη βρίσκει περισσότερο να συνωμοτεί για να ΜΗΝ τα καταφέρεις!). Πιθανότατα θα κάνουμε κι άλλα ταξίδια στο μέλλον, και ίσως κάτω από καλύτερες συνθήκες, αλλά είναι σίγουρο ότι κανένα δεν θα είναι τόσο πολύτιμο όσο αυτό.
 
Clicky Web Analytics