28.6.10

Αμπελοφασουλοσοφίες 28/6/10

Μετά από μια ολόκληρη εβδομάδα με πραγματικά μαγικό καιρό για ελληνικό καλοκαίρι αισθανόμαστε αναζωογονημένοι και γεμάτοι ενέργεια. Δροσούλα, συννεφάκια, βροχή! Η θάλασσα μπορεί να περιμένει ως το επόμενο Σαββατοκύριακο, χαλάλι για τέτοια δροσιά και για ύπνο χωρίς ανεμιστήρα με τις μακρινές βροντές για background...

Και παρ'όλο που, όπως δείχνει και το προηγούμενο ποστ, βρισκόμαστε σε νοσταλγική διάθεση μουσικά (τα '90s κυριάρχησαν στις σαββατοκυριακάτικες playlists μας για κάποιο μυστήριο λόγο), φρέσκα πράγματα σαν το υπέροχο καινούριο των CocoRosie φέρνουν κι άλλη δροσιά στο σπίτι.

Και μια μικρή στοίβα από πρόσφατα πράγματα περιμένει υπομονετικά τη σειρά της για να της επιτραπεί η πρόσβαση στα ακουστικά μας πεδία. Ευτυχώς παραδοσιακά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο υπάρχει μια μικρή ύφεση στις κυκλοφορίες οπότε προλαβαίνουμε να κάνουμε το απαραίτητο catching-up.

Από Σεπτέμβρη αναμένεται άλλος ένας μικρός κατακλυσμός, με πράγματα όπως οι νέοι Blonde Redhead να βρίσκονται πολύ ψηλά στη λίστα με τους δίσκους για τους οποίους ανυπομονούμε περισσότερο. Μα πολύ ψηλά όμως.

(Τις εξαγγελίες του Ed δεν ξέρουμε αν πρέπει να τις πάρουμε πολύ στα σοβαρά γιατί συχνά τα παραλέει και παραείναι αισιόδοξος, αλλά να πούμε ότι δεν πανηγυρίσαμε θα'ταν ψέμα!)

Υπάρχουν πάντως και διάφορες μουσικές που μας έχουν λείψει και δεν έχουμε ακούσει ή διαβάσει πουθενά κανένα νέο για καινούριες κυκλοφορίες τους αν και πολύ θα το θέλαμε. Όπως ας πούμε οι Paavoharju ή οι Dungen που άλλοτε έβγαζαν ένα δίσκο τη χρονιά. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση.

Μιλώντας για φωνή, πρέπει να πούμε ότι ο Bill Baird ύψωσε τη δικιά του και ζήτησε τη βοήθειά μας για να κυκλοφορήσει το καινούριο του album με τους Sunset που ο ίδιος ο Baird δηλώνει ότι είναι ό,τι καλύτερο έχει γράψει κι εκτός συγκλονιστικού απρόοπτου θα έχει μέσα και το υπέροχο "Late Night Dawning". Ο δίσκος έχει ηχογραφηθεί και η μπάντα δεν έχει εταιρία οπότε μέσω του ιδιοφυούς Kickstarter έψαξε σπόνσορες ανάμεσά μας και τους βρήκε, δυστυχώς πριν το some beans προλάβει να μάθει για το project ώστε να συμβάλει. Έτσι ο δίσκος θα κυκλοφορήσει χάρη στα 4.200 δολλάρια που μαζεύτηκαν. Κάτι ανάλογο είχαν κάνει και οι Shearwater για να μπορέσουν να κυκλοφορήσουν ένα πολυτελές ντοσιέ με οπτικό υλικό που συνόδευε το The Golden Archipelago και που μπορούσε κανείς να αποκτήσει μόνο μέσω του Kickstarter! Αν δείτε στη στήλη δεξιά, η συμβολή πραγματικά έχει αντίκρυσμα αφού οι καλλιτέχνες σας ανταμείβουν με τη σειρά τους. Απλά καταπληκτικό, και δε μας μένει παρά να ευχαριστήσουμε τους ανθρώπους που έβαλαν τον οβολό τους προκειμένου να απολαύσουμε ένα δίσκο που προβλέπεται να είναι από τους ομορφότερους της χρονιάς.

26.6.10

Some '00s #8: 26/6/2000, μια βραδιά στο Λυκαβηττό.

Σφεντόνα, βράδυ 13ης Νοεμβρίου του 1999 και περιμένουμε τους Tindersticks να βγουν στη σκηνή. Καθώς είμαστε ευχάριστα αφημένοι στη λατρεμένη συνήθεια της προσυναυλιακής κουβεντούλας, βλέπουμε να έρχεται με γρήγορο βήμα προς το μέρος μας ο Νίκος Λώρης. Την ώρα που πάει να περάσει από δίπλα μας ο φίλος μου τον πιάνει από το μανίκι. «Θα φέρεις τους Radiohead;» έπεσε αμέσως η (άσχετη, για εντελώς άλλο πράγμα μιλούσαμε, γι'αυτό άλλωστε και έμεινα να κοιτάζω καθώς τα γεγονότα εκτυλίσσονταν με κινηματογραφική ταχύτητα μπροστά μου) ερώτηση, απότομη, αμείλικτη, χωρίς περιστροφές. Προς τιμήν του, ο Λώρης δεν παρίστανε τον ανήξερο, ούτε την προσβεβλημένη ντίβα (ίσως αργότερα να το'κανε, δεν ξέρω, πάντως τότε διατηρούσε ακόμα κάποια μίνιμουμ προσχήματα). Ξεπέρασε αμέσως το αρχικό ξάφνιασμα, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε «Ναι, θα τους φέρω».

Μπορεί να μοιάζει με σκηνή από μαφιόζικη ταινία, με αρπάγματα/ σχισίματα του μανικιού, στρίψιματα του χεριού πίσω απ'την πλάτη και βραχνές φωνές να ρωτάνε απειλητικά «Λέγε ρε, θα τους φέρεις ή θα σου...». Δυστυχώς δεν ήταν τόσο θεαματικό αλλά ήταν ένα αξιοπρεπές φωτογραφικό στιγμιότυπο και ταυτόχρονα η πρώτη νύξη ότι αυτό που μέχρι τότε μπορούσα μόνο να ζηλεύω διαβάζοντας τις περιπέτειες άλλων στο atease και στο greenplastic - να δω επιτέλους τους Radiohead ζωντανά - ίσως και να γινόταν πραγματικότητα.

Ένα βράδυ προς το τέλος Μαρτίου του 2000 κάποιος ξαφνικά έφερε σαν ιερό δισκοπότηρο την είδηση στο, τότε στα πλήρη ντουζένια του, φόρουμ του Avopolis. «Έρχονται!!!!» ή κάπως έτσι. Διάβασα τις ημερομηνίες, έκανα ένα μικρό γύρο θριάμβου στο δωμάτιο και ξανακάθισα για να το ξαναδώ να το πιστέψω. Στις 18 Απριλίου ξύπνησα νωρίς κι έτρεξα στο Ticket House. «Έχετε για Radiohead;» ρώτησα τον σωσία του Brett Anderson που χρόοονια τώρα εξυπηρετεί εκεί. «Ναι». «Δύο» είπα, και 24.000 δραχμές αργότερα κρατούσα τα λιτά λαδί μαγικά χαρτάκια στα χέρια μου. Δεν ήξερα πού να τα βάλω, η τσάντα μου έμοιαζε να μην τα χωράει. Οπότε απλά άρχισα να κατεβαίνω την Πανεπιστημίου με ένα ηλίθιο χαμόγελο καρφωμένο στη μούρη μου.

Θυμάμαι όταν αποφάσισα ότι εκείνο τον Ιούνιο δεν προλάβαινα να δώσω τη διάλεξη, μια μεγάλη εργασία της σχολής, και θα την έδινα το Δεκέμβριο, κι έτσι στις 5 Ιουνίου που πήρα οριστικά την απόφαση συνειδητοποίησα ότι καμία ιδιαίτερη υποχρέωση, τίποτα αγχωτικό δε με χώριζε από τις 26 του μήνα που θα ανηφόριζα το Λυκαβηττό. Ήταν μια τόσο χαρουμενη στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου να κατηφορίζει το καταμεσήμερο προς το σπίτι από τη στάση του λεωφορείου σχεδόν χορεύοντας στον άδειο, πυρωμένο δρόμο το "Tres Avisos" των Calexico που άκουγα στο ράδιο. Θυμάμαι να κατεβάζω αργά τη νύχτα με το ταπεινό μοντεμάκι μου όλα τα bootlegs από τις πρώτες βραδιές της περιοδείας - Arles, Vaison-la-Romaine, Ιταλία - και ν'ακούω εξονυχιστικά τα πρώτα δειλά βήματα έξω απ'το studio των κομματιών που λίγους μήνες αργότερα κάποια απ'αυτά θα γίνονταν το Kid A και θα άφηναν το μουσικό σύμπαν να ξύνει το κεφάλι του σαστισμένο.

Και μετά έφτασε η μεγάλη μέρα, μια Δευτέρα εν μέσω ενός μικρού καύσωνα απ'αυτούς που κάνουν το κέντρο της Αθήνας τόσο ευχάριστο όσο και το εσωτερικό ενός προθερμασμένου φούρνου έτοιμου να υποδεχθεί φρεσκοφτιαγμένη πίτσα. Οι ώρες μέχρι το ραντεβού στον Κήπο για την ανάβαση περασαν βασανιστικά αργά και κάτι ξεχασμένα κλειδιά και κούρσες με ταξί πέρα-δώθε προς Αιγάλεω και πίσω στο λόφο δε βοήθησαν. Τελικά βρεθήκαμε πάνω κατά τις 7 πιστεύοντας ότι είχαμε χάσει το soundcheck - ένα soundcheck που μόλις πρόσφατα έμαθα ότι δεν έγινε ποτέ. Οι πόρτες άνοιξαν και πιάσαμε μια καλή θέση, δεύτερη σειρά από τη μπάρα και στα αριστερά της σκηνής.

Η ζέστη άρχισε να υποχωρεί, η κουβέντα με διάφορους γνωστούς και φίλους που είχαν αποφασίσει να στρατοπεδεύσουν πιο πίσω βοηθούσε να περάσει κάπως η ώρα. Οι Clinic βοήθησαν ακόμα περισσότερο. Αν και χωρίς τις μάσκες τους, η νευρική Velvetοειδής ποπ τους με ώθησε χωρίς πολλά-πολλά στο χορό, το "Return of Evil Bill", το "Second Line" και το "Distortions" που ήδη ήξερα ήταν απίθανα live και προς στιγμήν ξέχασα τι ερχόταν... Υποσχέθηκα μάλιστα στον εαυτό μου (και το τήρησα) να πάω να πάρω το Internal Wrangler την επόμενη κιόλας μέρα. Αλλά κάποια στιγμή οι Λιβερπουλιανοί φίλοι μάς αποχαιρέτησαν κι έφυγαν. Το σούρουπο ξεγελούσε ως προς την ώρα αλλά όταν κοίταξα το ρολόι είδα ότι είχε πάει πια 9.30 και μόλις μισή ώρα με χώριζε από μια στιγμή που για 4 χρόνια έμοιαζε όνειρο, και μάλιστα απ'αυτά που θ'αργούσαν πολύ να εκπληρωθούν.

Αυτό το μαγικό μείγμα αγωνίας και ανυπομονησίας που μ'έκανε να αισθάνομαι σα να είχα πιεί 8 απανωτούς φραπέδες καταλάμβανε σιγά σιγά κάθε ίχνος του μυαλού μου, όσο κι αν προσπαθούσα να το διώξω μιλώντας σα να μην έτρεχε τίποτα. Χάζευα νευρικά τους roadies που πηγαινοέρχονταν φουριόζοι μπροστά μας καθώς τα διάφορα κιβώτια που έγραφαν πάνω "Radiohead" απλά υπογράμμιζαν την αίσθηση του impending doom. Πώς θα ήταν δυνατό να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες μου εκεί στη στρατόσφαιρα που τις είχα στείλει;

Πλησιάζοντας στις δέκα χαλάρωσα - είχαμε ήδη αρχίσει να μιλάμε για το γνωστό ακαδημαϊκό μισάωρο που ήταν από χρόνια καθεστώς στις ελληνικές συναυλίες. Τότε ήταν που έσβησαν τα φώτα. Δέκα παρά τρία ακριβώς. Μα τί διάλο, δεν τους το'χε πει κανείς αυτό ή ήθελαν να μας δείξουν πόσο Άγγλοι είναι; Και μετά βγήκαν, έπιασαν κιθάρες και drumsticks και ξεκίνησαν να παίζουν το "Optimistic".

Μου πήρε τρία ολάκερα τραγούδια να συνειδητοποίησω ότι όντως ναι, τους έβλεπα, ήταν μπροστά μου με σάρκα και οστά, ότι για την ακρίβεια ακριβώς ίσια μπροστά μου στα 3-4 μέτρα βρίσκονταν τα pedals και εν συνεχεία τα παπούτσια του Ed O'Brien (που από αυτήν την απόσταση έμοιαζε 3 μέτρα ψηλός, μα τον Τουτάτη) και στα 6-7 μέτρα προς τα δεξιά ήταν ο Thom Yorke. Και πίσω του ο Jonny, και στο βάθος ο Colin και ο Phil. Όπως τους έβλεπα στις φωτογραφίες επί 4 χρόνια, απαράλλαχτοι. Και έπαιζαν. Και καλά, για αρχή έπαιξαν το νεούδι το "Optimistic", αλλά ούτε και η έλευση του "Bones" απ'το λατρεμένο μου The Bends δεν κατάφερε να με βγάλει από το χάζεμα. Μου έμοιαζε σαν ψέμα όλο αυτό. Σα να μη γινόταν να υπάρχει.

Μέχρι που επιτέλους, κάποια στιγμή στη μέση του "Karma Police" (παρ'όλο που ήταν και παραμένει ένα από τα λιγότερο αγαπημένα μου κομμάτια τους) λες και κάποιο αόρατο χέρι μου έδωσε δυο σφαλιάρες και η φωνή του κατόχου του μου φώναξε «Ναι ρε χαζή, όντως το βλέπεις αυτό που βλέπεις, ξεκόλλα επιτέλους!». Και έτσι απλά ξεκόλλησα.

Έχουν περάσει από τότε ακριβώς δέκα χρόνια αλλά θυμάμαι ότι η βραδιά κύλησε σα νεράκι. Με τεράστιες στιγμές να εναλλάσσονται με συγκλονιστικές στιγμές οι οποίες με τη σειρά τους εναλλάσσονταν με μεγαλειώδεις στιγμές - θυμάμαι χαρακτηριστικά πόσο τέλειο ήταν το "Talk Show Host", πόσο παράνοια το "My Iron Lung", πόσο ισοπεδωτικό το "Climbing Up the Walls", πόσο ιδιοφυές το "Airbag" και πόσο μαγικό το "Exit Music". Θυμάμαι πώς ήταν όταν άκουσα πρώτη φορά live το "Street Spirit". Αλλά και το ανάποδο, πώς ήταν όταν άκουσα για πρώτη φορά κάτι σαν το "Everything in its Right Place", την έκπληξη και την προσπάθεια να σχηματίσω μια πρώτη εντύπωση από τραγούδια που τα επόμενα χρόνια θα άκουγα εκατοντάδες φορές.

Θυμάμαι πώς ήταν όταν έπαιξαν ένα τέτοιο καινούριο κι επιτέλους το βούλωσαν όλοι οι επίδοξοι τενόροι γύρω μου κι άκουσα τη φωνή του Thom μόνη της, απαστράπτουσα, να αντηχεί στα βράχια. Θυμάμαι που ο Ed έπιασε απ'τη μέση τον Colin και τον σήκωσε στον αέρα για να τον φέρει στη μέση της σκηνής για να του τραγουδήσουμε χρόνια πολλά επειδή είχε γενέθλια (παρεμπιπτόντως, χρόνια πολλά Cozzie!). Ο οποίος Colin μετά στο encore έφερε μαζί του ένα βάζο με λουλούδια και μας τα πέταγε ένα ένα (να πω την αλήθεια μου μού διαφεύγει τί έκανε το νερό, το βάζο πάντως σίγουρα δεν το πέταξε, θα το θυμόμουν καλά) γελώντας. Γιούχου.

Θυμάμαι επίσης την παραζάλη του "How to Disappear Completely", μια παραζάλη που μέχρι πέρσι αγωνιούσα να ξανασυναντήσω, και πώς μετά υποκλίθηκαν κι έφυγαν αφήνοντάς μας μούσκεμα στον ιδρώτα να ψελλίζουμε κάτι κουρασμένα "Hey guys, don't go" που δεν έφταναν ούτε στον παραδιπλανό μας. Θυμάμαι την πλατεία σπαρμένη με χαρτιά, κουτάκια μπύρας και κόσμο καθισμένο κάτω να προσπαθεί να συνέλθει.

Θυμάμαι και τον εαυτό μου να κατεβαίνει όλο το λόφο και να ψάχνει ένα μπουκάλι νερό επί 40 λεπτά και να το βρίσκει τελικά στα Εξάρχεια και να παραγγέλνει κι ένα σάντουιτς απ'το Μαύρο Πρόβατο, αλλά να μην πολυβρίσκεται εκεί. Ήμουν ακόμα εκεί πάνω, εκεί που με άφησαν οι πέντε Οξφορδέζοι - ό,τι άλλο έκανα έμοιαζε να γίνεται από τον αυτόματο πιλότο που κυβερνούσε το σκάφος.

Το άλλο βράδυ ξαναπαίξανε. Ένας φίλος μού πρότεινε να πάμε ν'ανέβουμε στα βραχάκια. Δεν ήθελα. Δεν είχα καν καταφέρει ακόμα να βάλω σε μια τάξη στο μυαλό μου όσα είχα ζήσει την προηγούμενη βραδιά, και μια τόσο μεγάλη εμπειρία δε σήκωνε επανάληψη, όχι τόσο σύντομα τουλάχιστον. Αργότερα βέβαια θα το μετάνιωνα. Ίσως το είχα μετανιώσει το ίδιο κιόλας βράδυ, όταν άκουγα τον Τάσο Χρηστίδη να κάνει ανταπόκριση με το κινητό του για τον Ροκ ΦΜ. Αλλά οι μετασεισμοί δεν είχαν κοπάσει ακόμα.

Έκτοτε τους έχω δει άλλες τρεις φορές. Τον Ιούλιο του 2003 σε μια έμπνευση εντελώς της τελευταίας στιγμής πήγα στη Μαδρίτη με τα φτηνότερα εισιτήρια που βρήκα και έχοντας συμφωνήσει με έναν άγνωστο τύπο στο atease για ένα εισιτήριο για τη συναυλία. Στις 16 του μηνός βρέθηκα να ξεροσταλιάζω από τις 4 το απόγευμα έξω από τη μεγαλοπρεπή αρένα Las Ventas βλέποντας τις ουρές να μεγαλώνουν μαζί με τις αμφιβολίες για το αν θα συνόδευα όλον αυτόν τον κόσμο μέσα... Ο τύπος εμφανίστηκε τελικά μια ώρα πριν ανοίξουν οι πόρτες και κάπως έτσι είδα τους Radiohead με support τους επίσης πολύ αγαπημένους μου Low έναντι μόλις 32 Ευρώ (!). Πέντε χρόνια αργότερα ήρθε το ταξίδι στη Nîmes και μετά, πέρυσι, η Πράγα. Όλες μέσα στα '00s, όλες βραδιές όπου ένιωθα σα να ξανασυναντούσα παλιούς φίλους που απλά τυχαίνει να φτιάχνουν και την αγαπημένη μου μουσική εκεί έξω.

Εκείνη όμως η βραδιά στο Λυκαβηττό έχει περάσει στη σφαίρα του μύθου, τόσο για μένα όσο και για αρκετό ακόμα κόσμο. Ίσως φταίει που δεν ξαναήρθαν από τότε και όσοι έτυχε να τους μάθουν μετά κάνουν εμάς που ήμασταν εκεί να αισθανόμαστε λίγο σαν παππούδες που διηγούνται παλιές ιστορίες στα εγγονάκια τους. Ίσως φταίει και το αιώνιο παράπονο του Έλληνα μουσικόφιλου που μέχρι πρότινος τουλάχιστον σπάνια έβλεπε τους καλύτερους «τρέχοντες» καλλιτέχνες όταν ήταν πράγματι τρέχοντες και η ταυτόχρονη συνειδητοποίηση του πόσο τεράστια εξαίρεση ήταν εκείνες οι συναυλίες - του ότι το σπουδαιότερο συγκρότημα των τελευταίων 15 χρόνων ήρθε να παίξει στην Ελλάδα μετά τα δυο πρώτα αριστουργήματά του και λίγο πριν εμφανίσει στον κόσμο τα δυο επόμενα.

Για μένα πάλι ίσως απλά να φταίει που ήταν η πρώτη φορά, η βραδιά που περίμενα στη Χριστουγεννιάτικη κάλτσα μου τέσσερα χρόνια και που οι στρατοσφαιρικές προσδοκίες μου ανταμώθηκαν. Έχουν περάσει από τότε ακριβώς δέκα χρόνια και η βραδιά αυτή υπάρχει στο μυαλό μου με τη γλυκιά, λαμπερή αχλή που περιβάλλει όλα τα μαγικά πράγματα. Της αξίζει.

24.6.10

I go white/ Just on your ranch

Διπλή επίθεση εξαπέλυσε σε διάστημα λίγων μηνών ο νεόκοπος Julian Lynch από το Wisconsin. Ως απόφοιτος της Μουσικολογίας αποφάσισε να κάνει πράξη την θεωρία και να βγάλει δύο (!) προσωπικούς δίσκους με τους τίτλους Orange You Glad και Mare. To Orange You Glad ήταν ο πρώτος δίσκος, που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2009, ενώ το Mare κυκλοφορεί φέτος, σε λίγες μέρες για την ακρίβεια.

Και τα δύο άλμπουμ είναι χτισμένα σε lo-fi θεμέλια με τον ήχο να μοιάζει σα να ακούγεται από το υπόγειο του περίεργου γείτονα. Αυτός ο περίεργος γείτονας έχει επιρροές από απαλή jazz, ανατολικής υφής αυτοσχεδιασμούς και για φωνή ένα νιαούρισμα φτιάχνοντας ένα μίγμα που μοιάζει με τις ηχογραφήσεις του Tim Buckley.

Ο Julian Lynch λατρεύει να δίνει χώρο στις νότες, τα ξυλόφωνα αλλά και διάφορους παράξενους και όχι συχνά χρησιμοποιημένους ήχους φτιάχνοντας χλωμές αλλά πλούσιες παλέτες. Δεν ζητάει τη συνεχή και αμέριστη προσοχή σου αλλά περισσότερο πετάει ιδέες στον αέρα αφήνοντάς σε να τις αναλύσεις. 

Αυτό συμβαίνει περισσότερο στο noir Orange You Glad. Τα "Winterer One" και "Winterer Two" κρύβονται πίσω από ακόμα πιο διακριτικές μελωδίες, το "Rancher"  θυμίζει εκείνη τη στιγμή που έχεις βγει από τη θάλασσα και στεγνώνεις βλέποντας τον ήλιο να αργοπνίγεται στο πέλαγος ενώ το "Mercury" έχει τις ανατολίτικες επιρροές αναφέραμε νωρίτερα.

Το φετινό Mare είναι κάπως διαφορετικό και ίσως πιο απρόσωπο. Τα ηχητικό τοπίο μοιάζει να μεταφέρεται στο διάστημα και η ψυχεδέλεια χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της από την έλλειψη βαρύτητας. Το "Just Enough" έχει κάτι από Nusrat Fateh Ali Khan, το "A Day at the Racetrack" κουνιέται σαν εκκρεμές, το "Ruth My Sister" είναι μια αξιολάτρευτη dream pop ενώ ίσως το καλύτερο μουσικό σημείο του δίσκου, το "Mare", χαρακτηρίζεται από τα ακατάληπτα ανεβοκατεβάσματα της φωνής του Lynch με μια πολύ όμορφη μελωδία να τρέχει από πίσω και να ολοκληρώνεται σαν supernova που σκάει και θρυμματίζεται ξανά πίσω στον σωρό της μουσικής που αρχίζει και αποκτά διαστάσεις πλανήτη.


22.6.10

6 in 1


Οι ίδιες λένε οτι πήραν το όνομά τους απο το κομμάτι του Iggy Pop "Dum Dum Boys" από το Idiot και το Dum Dum των Vaselines. Υπάρχει βεβαίως και ένα κομμάτι απο την '80s pop ζωή των Talk Talk με όνομα "Dum Dum Girl" όμως ας συμφωνήσω οτι ηχητικά κλίνουν προς την κατεύθυνση του Iggy.

Το I Will Be είναι απο αυτούς τους δίσκους που σε εντυπωσιάζουν στην αρχή, με την περισσή τους ενέργεια και τα πολύ πιασάρικα singlάκια τους, μέχρι να τους βαρεθείς σύντομα και να τους θεωρήσεις «άδειους». Θα μπορούσε να ήταν κι αλλιώς βέβαια, αφού οι Dum Dum Girls χρησιμοποιούν όλη αυτή τη ροκ μυθολογία της κοριτσίστικης δύναμης που εκφράζεται μέσα απο τη μουσική αλλά το δυστύχημα είναι πως δεν καταφέρνουν να γίνουν ούτε Breeders, ούτε Sleater-Kinney, ούτε Throwing Muses. Τουλάχιστον στις καλές τους στιγμές "Bhang Bhang im a Burnout", "Jail La La La" και "Yours Alone" μπορούν να συναγωνιστούν το "Love In A Trashcan" των Raveonettes. Από την άλλη δεν μπορώ να πω οτι ενθουσιάζομαι με αυτή την καινούργια μόδα των γυναικείων συγκροτημάτων που προσπαθούν να συνδυάσουν την '60s γλυκανάλατη (ως επι το πλείστον) pop με την ηχητική παραμόρφωση και φασαρία της δεκαετίας του 1980. Όπως και οι Vivian Girls, αλλά και οι επερχόμενοι Best Coast, οι Dum Dum κοιμίζουν στα απαλά τους κομμάτια και πάσχουν απο αμέλεια στις λεπτομέρειες στα πιο δυνατά τους χαρίζοντάς μας όμως κάποια αναμφίβολα αξιομνημόνευτα singles. Αυτές εδώ θα μπορούσαν να υπερέχουν σαφέστατα αλλά και αυτές οι όμορφες στιγμές που προσφέρουν είναι αρκετές γι' αρχή.





Οι πρώην Muslims επιστρέφουν με νέο όνομα (φανταζόμαστε λόγω πολλών απειλών απο μουσουλμάνους εξτρεμιστές αλλά και από αλευρόχρωμους βλάχους) αλλά ακούγονται σχεδόν το ίδιο. Και λέμε σχεδόν, αφού απο εκεί που το ντεμπούτο (ομώνυμο και αυτό) τους ήταν γεμάτο δίλεπτα και εναμισάλεπτα punk κομματάκια, το Soft Pack παρουσιάζει την ίδια δυσκολία να ξεχωρίσεις τα κομμάτια αλλά είναι σαφέστατα επηρεασμένο απο τις πιο πειραματικές ηχογραφήσεις των Stooges. Το Fun House είναι μεγάλη επιρροή με τα επαναλαμβανόμενα σκληρά ριφάκια του (χωρίς το σαξόφωνο του Steven McKay βέβαια) και κομμάτια όπως το "Pull Out" και κυρίως το "Parasites" ενισχύουν έναν τέτοιο ισχυρισμό. Οι κιθάρες, που ακούγονται σα να παίζονται στις οροφές αυτοκινήτων που τρέχουν με 200 χιλιόμετρα σε έρημους αυτοκινητόδρομους, είναι ένας παράγοντας τεστοστερόνης, όμως το πρόβλημα των περισσότερων τραγουδιών είναι οτι φανερώνουν τα χαρτιά τους απο πολύ νωρίς. Σαν έφηβος που βιάζεται να γδυθεί στην θέα μιας πρόθυμης γυναίκας.

Ακόμα κι έτσι ο νεανικός ανυπόμονος εαυτός τους βοηθάει στο να φτιαξουν στιβαρά και γρήγορα ροκ κομμάτια ενώ θα πρέπει να τους συγχαρούμε για το γούστο τους μιας και διάλεξαν το καλύτερο κομμάτι του δίσκου που έβγαλαν ως Muslims και το επανακυκλοφόρησαν με το καινούργιο τους όνομα ("On My Time"). Ό,τι μπορούν να κάνουν σωστά, σε μια κορεσμένη φόρμα, το κάνουν οι Soft Pack. Δέκα χρόνια πριν με αυτήν την rock and roll αναβίωση και garage τρέλα θα είχαν μεγαλύτερη τύχη. Σήμερα θα αντιμετωπιστούν σαν μπάσταρδα εγγόνια του Iggy που ακόμα περιμένουν αναγνώριση τα καημένα. Καλά κουράγια μέχρι τα σκισμένα jeans με τα λιγδυασμένα μαλλιά να ξανάρθουν στη μόδα.





Ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν ανακάλυψα τους Aloha. Νόμιζα οτι θα ήταν απο αυτές τις ανακαλύψεις που μιλάνε στο υποσυνείδητο των απανταχού bloggers. Ένα νέο συγκρότημα, όχι ιδιαίτερα γνωστό, που έβγαλε σιγανά σιγανά έναν καταπληκτικό δίσκο γεμάτο ιδέες, μελωδίες και ουσία. Ουσία που βρίσκεις μόνο σε συγκροτήματα που είναι χρόνια μαζί. Και τελικά πράγματι οι Aloha είναι χρόνια μαζί. Αντί το Home Acres να είναι το ντεμπούτο τους είναι το έκτο τους άλμπουμ! Ενώ οι Aloha, ζωή να’χουν, είναι μαζί 13(!) χρόνια.

Έτσι εξηγούνται πολλά βεβαίως. Απο την αρχή του "Building A Fire" καταλαβαίνεις οτι έχεις να κάνεις με κάτι ξεχωριστό. Το ποδοβολητό των drums και της κιθάρας μπορείς να το συναντήσεις σε πολλούς. Όμως ιδέες όπως αυτό το πιάνο που διακόπτει το ρυθμό βρίσκεις μόνο σε ιδιαίτερες περιπτώσεις. Το ανθεμικό "Moonless March" σιγουρεύει οτι αυτά τα παιδιά έχουν γερά hooks και ρυθμικό οικοδόμημα απο τιτάνιο και μετά έρχεται, ένα απο τα καλύτερα singles της χρονιάς, το “Microviolence” που θα έφτιαχνε ολόκληρες καριέρες. Σε 4.30 λεπτά ξεδιπλώνουν την κορυφή του ταλέντου τους, με το ξυλόφωνο να δένει την αψεγάδιαστη μελωδία και τον στίχο "The form is perfect, but it isn’t working" να αποτελεί μια μομφή σε όλους εμάς που αργήσαμε να τους μάθουμε.

Οι Aloha έχουν παίξει μαζί με σημαντικούς τύπους όπως ο Ted Leo ή οι αγαπημένοι μας Clinic. Και μιας και είπα Clinic το πολύ ταιριαστό φινάλε του δίσκου "Ruins" με την keyboard extravaganza θυμίζει μια απο τις καλύτερες και πιο τρελές στιγμές των Clinic, το "2/4", σε ένα βέβαια πιο συμβατικό και pop στυλ. Νωρίτερα το υπέροχο, ζαχαρένιο "I’m in trouble" κερδίζει τη θέση του δίπλα στα κυριακάτικα, νωχελικά κομψοτεχνήματα όντας φόρος τιμής στο "Sunday Morning" των VU με στίχους όπως "I dig my hands into the late spring mud/ I'm left here weaving all the roots into one/I feel alright when I keep my hands occupied/I'm working on passing the time".

Οι Aloha μας έχουν χαρίσει μέχρι στιγμής μερικές απο τις πιο ωραίες μουσικές της χρονιάς και εγγυόμαστε πως θα τους τιμήσουμε στο τέλος της. Ακόμα και αν δεν είμαστε απο τους λίγους που τους ξέρουν (γκρρρρρ).





Και τώρα πάμε σε ένα τελείως διαφορετικό κτήνος (που λένε και οι Άγγλοι). Πιο δραματικό, folk ροκ απο την πατρίδα του Jonsi. Η μουσική τους μοιάζει με ήρεμη λίμνη πολύ μακριά απο τα νευριασμένα Ισλανδικά ηφαίστεια που εκδικούνται τους ευρωπαίους χαρτογιακάδες για την οικονομική κατάσταση στην οποία έφεραν τη χώρα τους.

Εκτός απο τους νεραϊδικούς φολκλορικούς πειραματισμούς των Sigur Ros η φωνή του Sindri Már Sigfússon μοιάζει λίγο με την μειλίχεια φωνή του Sufjan Stevens. Η φωνή του συγκροτήματος είναι και η ψυχή μέσα σε αυτό. Οι Seabear ξεκίνησαν ως σόλο project του αλλά σε αυτόν τον δεύτερό τους δίσκο επιστράτευσε και άλλο κόσμο προκειμένου να κερδίσει σε πλούτο και βάθος ήχου. Και είναι αλήθεια πως αυτό το chamber pop τους ακούγεται πιο μεγαλοπρεπές αλλά όχι όσο σπουδαίο θα ήθελαν. Σαν Arcade Fire με όχι τόσο συνειδητοποιημένες και δουλεμένες μελωδίες και σαν Sufjan Stevens χωρίς την απρόβλεπτη, πηγαία δημιουργικότητα του Αμερικάνου.

Το "Fire Dies Down" είναι ένα όμορφο διαμαντάκι θαμμένο μέσα σε βιολιά και πολυεπίπεδα φωνητικά και το "Warm Blood" ένα μικρό έπος που θα μπορούσε να είχε γραφτεί απο τον πιο «μαλακό», alternative εαυτό του Eugene Edwards. Μέχρι εκεί όμως. Ο υπόλοιπος δίσκος κυμαίνεται στα ήσυχα νερά κάποιας λίμνης που προσπερνάς σε μια διαδρομή τρένου. Όμορφη στην όψη αλλά ανιαρή ωστέ να «επενδύσεις» συναισθήματα και αναμνήσεις πάνω της, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν τριγύρω τόσα άλλα όμορφα πράγματα που προσπαθούν να έχουν επίπτωση πάνω σου και να σου δεσμεύσουν την προσοχή.





Η Kath Bloom παρότι μετράει 32 χρόνια καριέρας έχει μόλις τρεις προσωπικούς δίσκους και μάλιστα σε πολύ άτακτα διαστήματα. Βεβαίως πριν τους σόλο δίσκους της δούλεψε για 20 χρόνια με τον Loren Mazzacane Connors, έναν avant-garde κιθαρίστα. Μπορούμε να πούμε με ασφάλεια οτι η Bloom αφιέρωσε όλη της τη ζωή στο να τραγουδάει ατμοσφαιρική folk μουσική. Αυτό κάνει και τώρα με έναν κάπως τυπικό και συνηθισμένο τρόπο είναι η αλήθεια.

Οι καθημερινοί αγώνες, τα έυφλεκτα συναισθήματα μιας blueswoman, και η ζωή συνεχίζεται σαν η Ella Fitzerald και η Nina Simone να ζουν και να ηχογραφούν ακόμα. Χωρίς όμως το δικό τους μουσικό πλούτο. Μια ξερή ακουστική κιθάρα και μια φωνή απο την οποία η Josephine Foster έχει ξεσηκώσει μερικές εκφάνσεις. Για να το θέσουμε και αλλιώς ο Bob Dylan θα ονειρευόταν έναν κόσμο γεμάτο Kath Bloom.

Αλλά δεν έχει νόημα να αλλάξει τώρα η κα. Bloom. Μόνη μητέρα ενός παιδιού θυσίασε μια πλουσιότερη δισκογραφία για να επιβιώσει. Πάντως η κληρονομιά της αναγνωρίστηκε πέρυσι όταν βγήκε ένα άλμπουμ προς τιμήν της με τη συμμετοχή μεταξύ άλλων του Bill Callahan, του Mark Kozelek, του Devendra Banhart και αρκετών ακόμα.

Στο Thin Thin Line τα πράγματα είναι όπως θα τα περιμέναμε. Η φωνή της αρκετά πιο ώριμη, τα blues δίνουν και παίρνουν και καμιά φορά οι ηλεκτρικές κθάρες αυξάνουν τον καημό της. Το "Another Point Of View" είναι ένα υπέροχο τραγικό κομμάτι και η καταπληκτική κιθάρα του "Lets Get Living" αποκτά σάρκα και οστά και περιγράφει διακριτικά ένα παλιό παραμύθι για μια γυναίκα που αγαπούσε έναν άντρα. Το ομώνυμο κομμάτι η κα. Bloom το τραγουδά με την αφέλεια και την άνεση που θα τραγούδαγε σε μια παρέα φίλων της μια βραδιά με ζωντανή φωτιά και χλωμό φεγγάρι.

Τελείως αταίριαστο με το τωρινό μουσικό τοπίο αλλά μια ευχάριστη αλλαγή που σε βάζει σε έναν διαφορετικό χωροχρόνο. Χρειάζεται κι αυτό...

Kath Bloom - "Is This Called Living?" από το Thin Thin Line



Μιλάει επειδή μπορεί η δίδα Marling. Αν και δεν μπορεί να πει ότι προσπάθησε ποτέ κάποιος να απαγορεύσει σ’αυτήν την γλυκύτατη 20χρονη folk πλανεύτρα να τραγουδήσει. Ίσα ίσα που πριν δύο χρόνια τα βραβεία Mercury την τίμησαν δεόντως έχοντας το πρώτο της άλμπουμ υποψήφιο για καλύτερο βρετανικό άλμπουμ της χρονιάς.

Είναι μια μάλλον ευχάριστη σύμπτωση που η δίδα Marling είναι μετά την Kath Bloom σε μια τυχαία αλλά πανοραμική άποψη του μέλλοντος και του παρόντος της folk. Εκεί που η Kath Bloom βασίζεται στις φόρμες που γνωρίζει, η Laura Marling προσπαθώντας να βρει τον ήχο της και αφού έχει όλο το χρόνο μπροστά της δοκιμάζει πράγματα μέσα στο (όχι τόσο ευρύ να πούμε την αλήθεια) φάσμα της folk. Τώρα μάλιστα που η αγγλική παρόμοιου στυλ μουσική είναι στα πάνω της η Marling μπορεί να υπερηφανεύεται οτι είναι μια απ'αυτές που έδωσαν τη μεγάλη ώθηση για να βγει μια σκηνή (κάτι που είχε να γίνει αρκετό καιρό) από την Αγγλία.

Η Laura Marling μέσα απο το I Speak Because I Can ωριμάζει μπροστά στα μάτια μας. Διαλέγει πιο ενήλικα θέματα με το πρώτο μάλιστα τραγούδι να μοιάζει σα να έρχεται από την ‘80s δισκογραφία του Nick Cave (οπότε προφανώς και του Jeffrey Lee Pierce). Στο "Made By Maid" μπαίνει στον «ταπεινό» ρόλο της κόρης μιας καμαριέρας και παίζει με αυτό το δεδομένο ψιθυρίζοντας στίχους όπως "And he blames me for every wrong ever he made/I am blamed for every wrong ever he made/ Forgive me I am only a maid/But I can see a babe under all that blame/ And I am forgot from the day I am laid".

Οι πολύ προσεγμένοι στίχοι σε συνδυασμό με τις πιο δουλεμένες συνθέσεις δείχνουν όχι μόνο μια διαβασμένη στιχουργό αλλά και μια εφευρετική ερμηνεύτρια και μουσικό. Όπως στο υπέροχο "Goodbye England (Covered In Snow)" που πλησιάζει υποχθόνια σαν καλοκαιρινή συννεφιά μέσα στον καύσωνα που έρχεται και σκοτεινιάζει για να σου υπενθυμίσει οτι ζούμε ακόμα σε έναν χειμωνιάτικο κόσμο. Αλλά δεν είναι μόνο συννεφιά και folk μοναξιά. Το ανθισμένο "Darkness Descends" βυθίζει το σκοτάδι και τα νιαουρίσματα της Laura ακούγονται χαρούμενα αλλά το νόημά τους είναι γλυκόπικρο "You deal with god far too young,/ Before you know it your life has run away" .

Εντάξει, τα πράγματα βέβαια δεν είναι πάντα τόσο πετυχημένα καθώς υπάρχουν και λιγότερο καλες στιγμές. Σίγουρα όμως είναι ένα τεράστιο βήμα για την δίδα Marling που αυτή τη φορά η υποψηφιότητα Mercury δεν θα έχει ως αφορμή κυρίως την ηλικία της αλλά το ταλέντο της που φουσκώνει συνεχώς σαν μπαλόνι.



16.6.10

Your empty pockets tell you/ That you ain't a-got no friend

Προς λύπη όλων, έλειπε το φλογοβόλο που συνοδεύει στη σκηνή τα τελευταία χρόνια τις συναυλίες του Μπομπ Ντύλαν. Τουλάχιστον στο video wall της συναυλίας έπαιζαν αποσπάσματα από το τελευταίο 10λεπτο βιντεοκλίπ του που τάραξε τα νερά της showbiz με τα λεσβιακά nsfw υπονοούμενα.
Κάπως έτσι θα περίμενε τη συναυλία του Μπομπ Ντύλαν στο Terravibe γνωστός δημοσιογράφος που μέσω της στήλης του έγραψε «Ήταν από απίστευτα βαρετός μέχρι κόβω τις φλέβες μου τώρα ή τις κόβω πριν έρθω στο Terra Vibe. Κάποιοι βέβαια τον αποθέωσαν, δεν ξέρω μόνο αν ήταν εκεί - μπορεί να έγραψαν τα κείμενα από το σπίτι τους, who knows. Δύο ώρες βαρετής ως επί το πλείστον μουσικής, χωρίς εφέ και, περίεργο, χωρίς video wall. Απίστευτο!»*
*Αληθινό λέξη προς λέξη quote.

Εμείς πάντως παρότι σίγουρα δεν είμαστε φανατικοί οπαδοί έχουμε να πούμε ότι η συναυλία ήταν ένα όμορφο, χαλαρό δίωρο με τα κλασσικά να δεσπόζουν (“Lay Lady Lay”,“Just Like A Woman”, “Desolation Row”, “Highway 61 Revisited” κλπ)
Ήταν ένα ταξίδι στα μουσικά του μέρη, ιδανική συνοδεία του θαυμάσιου ανοιξιάτικου καιρού.


10.6.10

Some Questions #15: Hjaltalin!

Εδώ και λίγους μήνες η Ισλανδία ήταν στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος επειδή έδινε στον πλανήτη στάχτη και μπούρμπερη. Καθώς όμως το ηφαίστειο Πωςσκατατολένε σιγά σιγά ηρέμησε, το συμπαθέστατο νησί επανήλθε στο να μας δίνει το εδώ και πολλά χρόνια πιο φημισμένο του προϊόν: σπουδαίους μουσικούς! Οι Hjaltalin είναι επτά ζωή να'χουν, κατοικοεδρεύουν στο Ρέικιαβικ και μέσα στο Μάιο κυκλοφόρησαν διεθνώς τον δεύτερο δίσκο τους με τίτλο Terminal. Το είδος που μοιάζει να τραβιέται περισσότερο φέτος, δηλαδή η πλούσια ορχηστρική ποπ, βρίσκεται κι εδώ σε μια εκδοχή λίγο πιο εξωστρεφή και soul από τους Efterklang. Η βραχνή φωνή του Högni Egilsson εξισορροπείται τέλεια από την ισλανδική εκδοχή της Shirley Bassey, Sigríður Thorlacius και το καλοκαιρινότατο "Feels Like Sugar" αποτελεί για μας ένα από τα τραγούδια της χρονιάς... Ο μπασίστας της μπάντας Guðmundur Óskar Guðmundsson, ή αλλοιώς απλά Gummi, ανέλαβε να εκπροσωπήσει τους συντρόφους του απαντώντας στα καυτά ερωτήματα που του θέσαμε! Η απάντησή μας στην πρό(σ)κλησή του είναι, ελάτε εσείς στην Αθήνα και θα είναι χαρά μας...

Could you please tell us...

1. Three albums you’d take along on a desert island?

Sea Change (Beck), Rumours (Fleetwood Mac) and Ten New Songs (Leonard Cohen).

2. A song you wish you’d written?

"Total Eclipse of the Heart" is one of many.

3. Your Sunday morning song?

"Perfect Day" (Lou Reed).

4. Your favourite b-side?

"I Am the Walrus". It was a b-side on "Hello Goodbye".

5. Your favourite Beatles song?

"I Will".

6. A musician/band you think is criminally underrated?

The Zombies.

7. Your favourite place for writing music?

My bed. Asleep.

8. What your music-related plans are for the next 12 months?

Tour with Hjaltalín around Iceland and Europe. And just play as much alongside the band as possible.

9. What you wish to do once you retire from music?

To write a global hit song. Maybe a christmas song. Just like in the movie About a Boy, so my children will live comfortably of the royalties of the song.

10. A stylistic choice you’ve made and are now ashamed of?

I once had two earrings in my right ear. That was in the 90's. And it was because a famous duo from Norway (very famous in Iceland at least), two brothers, had those earrings. And i also had a mullet to look like one of them.

11. Which role you would like to have played if you were an actor?

Tony Montana in Scarface.

12. A recurring childhood dream of yours?

My dream was always to become a farmer and a horse trainer. I tried that for some years, but I'm glad I became a musician in staid.

13. If you are superstitious?

No, don't think so.

14. A sentence containing the words ”some” and ”beans”?

When Hjaltalín comes to Athens, I hope that some beans will meet us and show us around the city.


3.6.10

Αμπελοφασουλοσοφίες 03/6/10

Φαίνεται ότι κάτι μας πιάνει το Μάιο! Ίσως φέτος να φταίει ο άστατος καιρός, αν και πλέον τα αφήσαμε πίσω αυτά και βαδίζουμε ήδη στις πρώτες μέρες του καλοκαιριού, με τη θαλασσινή μυρωδιά να ανεβαίνει προκλητική από την Πειραϊκή. Ή μπορεί απλά να είναι πάντα φοβερά πολυάσχολος μήνας. Αλλά ζούμε, είμαστε καλά, όλα ΟΚ... Και μουσική έχουμε ακούσει και απ'όλα!

Και υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα πραγματάκια τριγύρω, και συνέχεια ξεφυτρώνουν κι άλλα από παντού. Και σε περιμένουν να τ'ακούσεις και να τα ερωτευτείς. Όπως οι Hjaltalin - περισσότερα γι'αυτούς σύντομα...

Ή όπως ας πούμε η Madam την οποία παρουσιάσαμε στο Some Questions πριν μερικούς μήνες. Και να που την έχει ανακαλύψει κι ο Guy Garvey και έπαιξε ένα κομμάτι της στην εκπομπή του πριν δυο βδομάδες (λίγο μετά το λατρεμένο μας "I'm A Pilot" - λατρεύουμε τον θεούλη Guy, το έχουμε ξαναπεί και θα το ματαξαναπούμε!) όπως περήφανα μπορούμε να ανακοινώσουμε. Μακάρι να γνωρίσει την επιτυχία που της αξίζει!

Φυσικά Μάιος σημαίνει και τέλος της σεζόν σε διάφορους τομείς, όπως για παράδειγμα στην τηλεόραση. Την εβδομάδα που μας πέρασε μας άφησε και το Lost με ένα φινάλε που για μας υπήρξε απλά καταπληκτικό. Ναι, ΟΚ, δεν απάντησαν σε όλα τα ερωτήματα που οι ίδιοι έβαλαν στο μυαλό του κοινού τους αλλά τελικά αποδείχθηκε ότι αυτά δεν ήταν και τόσο μεγάλης σημασίας - οι άνθρωποι είχαν από την αρχή τη μεγαλύτερη σημασία και οι σχέσεις τους, και όλα τα γύρω-γύρω ήταν συμβολικά. Κι έτσι έπρεπε δηλαδή. Το να βγαίνει ένα τηλεοπτικό σήριαλ και να μιλάει για την αγάπη και την ένωση που προσπερνάει το θάνατο στα μούτρα του κυνικού και μπουχτισμένου τηλεθεατή του 2010 είναι κάτι. Κάτι πολύ όμορφο, αν θέλετε τη γνώμη μας.

Τελείωσε και η αθλητική σεζόν και περιμένουμε να δούμε τί θα γίνει. Από την πλευρά μου προς το παρόν δεν έχω να απαντήσω κάτι στον Nick Z., θα τα πούμε όταν έρθει η ώρα...

Για τώρα, πάντως, είμαστε σε συναυλιακό mood. Αφού είδαμε έναν απρόσμενα κεφάτο και περισσότερο ακμαίο απ'ό,τι περιμέναμε Bob Dylan στο Terravibe το περασμένο Σαββατοκύριακο, ακολουθεί το διήμερο Synch-Rufus. Τελικά η ταρζανιά που σχεδιάζαμε δεν γίνεται, οπότε καταλήξαμε ότι το Σάββατο θα ανήκει στην Αυτού Εξοχότητα ενώ η Παρασκευή στο Synch και ησυχάσαμε. Ανυπομονούμε σφόδρα και για τα δυο κι ελπίζουμε απλά να μπορέσουμε να δούμε τους Hot Chip μια άλλη φορά, σύντομα πάντως.

Και να μη βρέξει!


 
Clicky Web Analytics