Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα grinderman. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα grinderman. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15.12.11

2011: Συναυλιακές αναμνήσεις

Η φετινή συναυλιακή μας χρονιά κινήθηκε σε δύο άξονες. Από τη μία οι λιγοστοί καλλιτέχνες που τίμησαν ένα χρεωκοπημένο κράτος με την παρουσία τους και από την άλλη το Field Day Festival που προσέφερε στον συναυλιόφιλο όλα όσα χρειαζόταν.

Η πλάκα είναι ότι τα καλομαθημένα και απαιτητικά Αγγλάκια θεωρούν το συγκεκριμένο φεστιβάλ ως αυτό που προσφέρει τις λιγότερες ανέσεις στον θεατή καθώς και τις χειρότερες μπύρες (!). Εμείς από την άλλη είδαμε ένα μεγάλο μουσικό πάρκο που... ή μάλλον ας βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά ξεκινώντας από τις εν Ελλάδι συναυλίες.

Η κίνηση ήταν πεσμένη και δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε κανέναν γι'αυτό. Η Alterground που είχε κλέψει πριν δύο χρόνια την παράσταση συρρικνώθηκε με όλο και λιγότερες διοργανώσεις έχοντας να αντιμετωπίσει και το μποϋκοτάζ των βρωμοπόδαρων post-rockάδων που σήκωσαν το μπαϊράκι της επανάστασης στα 30άρια του εισιτηρίου. Ανεξάρτητη εταιρία σου λέει και να έχει λεφτά το εισιτήριο; Ντροπή. Γενικά είναι εύκολο να μποϋκοτάρεις όταν όλα σου έρχονται τζάμπα και δεν έχεις δώσει ποτέ μία δεκάρα σε κάποιον καλλιτέχνη που αγαπάς.

Πάει αυτό. Είχαμε την αθλιότητα δίχως τέλος του Rockwave που κάποιος πρέπει να του τραβήξει τη πρίζα, κάποιους παλιούς γνωστούς που θα συνεχίσουν να έρχονται ακόμα και αν γυρίσουμε στη μνα και την Detox. Η εταιρία των ακυρώσεων -πως λέμε ομάδα των πρωταθλημάτων- έφερε καλά ονόματα δυστυχώς μόνο στη φαντασία της. Έτσι πρόχειρα Amy Winehouse, Primal Scream, φεστιβάλ 2310 στη Θεσσαλονίκη. Τουλάχιστον έφερε Interpol. Φυσικά δεν είμαστε αφελείς για να μην καταλαβαίνουμε ότι κάτι παίζει με αυτές τις ανακοινώσεις και τις ακυρώσεις και γι' αυτό ο ειδικός ντετέκτιβ του some beans το ερευνά.

Το Gagarin εξαφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικό από τον συναυλιακό χάρτη συνεχίζοντας την καθοδική πορεία των δύο τελευταίων χρόνων (τουλάχιστον ήρθε για λογαριασμό του ο Cave) και προς το τέλος της χρονιάς κάτι κινήθηκε στο Bios με ονόματα της μοδός (Josh T. Pearson, EMA) που δυστυχώς δεν είναι του γούστου μου.

Τελικά τι μας έμεινε από την φετινή χρονιά; Η άψογη -και ευρύχωρη και με φθηνές μπύρες- συναυλία του κτήνους των Grinderman για την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ, και η βουτιά στο παρελθόν με τους Suede και τον Brett Anderson να αλαλιάζουν την προηγούμενη μουσική γενιά, αλλά και να γεννούν το ενδιαφέρον στους νεότερους για τον μοναδικό και διαχρονικό ήχο τους. Η uptight σας έχει μιλήσει για τη συγκεκριμένη συναυλία εδώ. Και... αυτά.

Δυστυχώς χάσαμε Interpol, Pulp, Twilight Singers, καθέναν για διαφορετικούς λόγους. Εντάξει, τον Dulli τον έχουμε δει πάνω από τρεις φορές, οι Interpol όμως ήταν ένα απωθημένο που δυστυχώς έμεινε έτσι. Και να θυμόμουν και τους λόγους... Οι Pulp από την άλλη έπεσαν σε άβολη ημερομηνία, η uptight όμως κρατάει γερά την ανάμνηση από το Rockwave της Φρεαττύδας το 1998. Ξεχάσαμε κάτι άλλο; Πάμε στα σημαντικά τώρα.

Το Field Day Festival διοργανώνεται κάθε χρόνο στο Victoria Park του Λονδίνου. Φτάσαμε μετά από μία σύντομη αλλαγή τρένου στις δαιδαλώδεις (και μασονικές εννοείται) στοές του υπογείου. Ένας μικρός γοργός περίπατος, ώστε να προλάβουμε τα πρώτα ονόματα του festival που ξεκινούσαν στις 12, προσπερνώντας αδιάφορους νεαρούς Άγγλους που είχαν ξεκινήσει την μπυροποσία γεμίζοντας τοπικές παμπ μέχρι να αρχίσουν τα ονόματα που τους ενδιέφεραν. Δυστυχώς εμείς δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια με την πολιτιστική αλλά και οικονομική πλέον ένδεια της χώρας μας οπότε έπρεπε να εκμεταλλευτούμε στο έπακρο όλα όσα μας προσφέρονταν με τις μόλις 40 λίρες του εισιτηρίου. Με αυτά που είδαμε ήταν σίγουρα το bargain of the year όπως θα έλεγαν και οι Άγγλοι (μαζί με κάτι ψώνια σε ελληνικό supermarket που μετά το λάθος της ταμία ξέχασαν να μας ζητήσουν γύρω στα 30 ευρώ). 40 λίρες για ένα ημερήσιο festival 60+ ονομάτων.

Επιτρέψτε μου όμως την παρένθεση για μια αστεία ιστορία που δείχνει την διαφορά αντίληψης και εξυπηρέτησης. Ας αφήσουμε τα χρήματα, την ακρίβεια, τη φτήνια, τις βιομηχανίες, τον πληθυσμό ή τέλος πάντων οτιδήποτε χρησιμοποιούμε ως δικαιολογία για την χρεοκοπία της χώρας μας. Ας μιλήσουμε μόνο για τη φιλοσοφία εξυπηρέτησης του πελάτη. Καπιταλισμός, υπερκαταναλωτισμός, μπλα μπλα. Στο τέλος της ημέρας όμως έχεις αγοράσει κάτι και αισθάνεσαι ότι δεν σε έχουν κοροϊδέψει. Μπορεί στην πραγματικότητα να μην δίνουν δεκάρα για σένα (που δεν το πιστεύω αλλά χάριν του νοήματος θα το δεχτώ) αλλά στις συναλλαγές σου φέρονται ως άνθρωπο με δικαιώματα και όχι ως δίποδο με πορτοφόλι. Και εξηγούμαι.

Αγοράσαμε τα εισιτήρια διαδικτυακά. Περίπου μια εβδομάδα πριν δεν είχαν έρθει ακόμα στο σπίτι οπότε αρχίσαμε να ανησυχούμε. Μετά από συνεννοήσεις οι κ.κ. διοργανωτές, εκτός ότι δεν μας ζήτησαν καμία απόδειξη για το ότι δεν είχαμε παραλάβει τα εισιτήρια, μας καθησύχασαν ότι θα μας έχουν νέα εισιτήρια την ημέρα του φεστιβάλ έξω από τα ταμεία. Όντως έτσι έγινε, μόνο που την ημέρα του φεστιβάλ είχα κρύψει στην κάλτσα μου, προτού καταστρέψω διακριτικά, τα αρχικά εισιτήρια που στο μεταξύ είχαν φτάσει σπίτι μας μια μέρα πριν φύγουμε. Ούτε μας ρώτησαν αν μας ήρθαν τελικά, ούτε αντιρρήσεις, ούτε τζιριτζάντζουλες. Είσαι πελάτης; Έδωσες τις σκληρά βγαλμένες μέσα από δουλειά λίρες σου; Έχεις δικαιώματα και απαιτήσεις. Βεβαίως η βαλκανική απατεωνιά το μόνο συμπέρασμα που θα έβγαζε από αυτή την παράγραφο θα ήταν «και γιατί δεν τα πουλήσατε να βγάλετε και τα λεφτά που χαλάσατε ρε κοροϊδάρες; Για να μας βγάζουν οι Άγγλοι ντοκιμαντέρ για το πόσο λαμόγια και καλομαθημένοι είναι οι Έλληνες;». Έλα ντε...

Περπατήσαμε σε ένα κλασσικό καλοφτιαγμένο αγγλικό πάρκο για να φτάσουμε στις απομονωμένες και απομακρυσμένες από τις κατοικίες σκηνές. Μια όαση πρασίνου στην καρδιά του Λονδίνου που θα έλεγε και ο Κωνσταντίνος Τζούμας, αν το Λονδίνο δεν ήταν ήδη πήχτρα στο πράσινο. Στο δρόμο πέρασαν δύο τρεις τύποι που ψαρεύανε για μαυραγορίτες προτού βρεθούμε ξαφνικά στην εξοχή. Ένας τεράστιος χώρος μακριά από τον πολιτισμό (μάλιστα από το απόγευμα όταν άρχισαν να μεθάνε οι συνσυναυλιαζόμενοί μας η συμπεριφορά τους σε γύριζε κάποια δισεκατομμύρια χρόνια πριν ακόμα σκεφτεί κάποιος τη λέξη πολιτισμός), με τις μυρωδιές των γευστικότατων τηγανητών αηδιών που τρώνε, με χαρούμενες, πολύχρωμες και ιδιαίτερα στυλάτες φιγούρες και μια ευχάριστη ζαλάδα φθινοπωρινής (παρότι καρδιά του Αυγούστου) ψύχρας και παιχνιδιάρικης λουναπαρκικής διάθεσης. Είχαμε δουλειά όμως. Η μουσική ήδη κυριαρχούσε στο μέρος και πηγαινοέφερνε το πρώτο τσούρμο ανθρώπων που κατέφτασαν.

Συνολικά στη διάθεση του κοινού ήταν 7 stages, γύρω στις 100 τουαλέτες, καμμιά 30αριά φαγάδικα για όλα τα γούστα (από τεράστια χοτ ντογκς μέχρι τα παραδοσιακά αγγλικά τηγανητά, γλυκά, καραμέλες, παγωτά, πίτσες, vegetarian, ινδικό, κινέζικο, πολυνησιακό κ.λ.π. κ.λ.π.), τρία-τέσσερα τεράστια μπαράκια που σέρβιραν ποτά (κυρίως το ξέπλυμα St. Miguel), καρουσέλ, υπαίθρια παιχνίδια και γενικά μια ατμόσφαιρα που θύμιζε πανηγύρι. Οι επτά σκηνές που μας ενδιαφέρουν και που καθόρισαν και το πρόγραμμα του ατελείωτου πήγαινε-έλα πάνω στο γρασίδι ήταν οι εξής: το μεγάλο main stage για τα γνωστότερα ονόματα του festival, το stage του Quietus με πιο ενήλικες indie μπάντες και καλλιτέχνες, την Blogger's Delight σκηνή με τα νεόκοπα υπερμοδάτα νέα συγκροτήματα, την lastfm με τον πιο σκοτεινό και «βρώμικο» ήχο, τη χορευτική Bugged Out με το πάρτι και τα τριψίματα από νωρίς το μεσημέρι μέχρι όσο αντέξουν οι χημικές προμήθειες, η οικογενειακού μεγέθους Do You Come Here Often? με τα άγνωστα των αγνώστων ω άγνωστα ακόμα και χωρίς εταιρίες συγκροτήματα, και η σκηνή Lock Tavern με παρόμοια λογική.

Σχεδόν μία παρά και η μουσική μας καλούσε. Πήραμε ένα σχεδιάγραμμα του χώρου και προσπαθήσαμε να βρούμε τα βήματά μας σε ένα μέρος που θα γινόταν η παιδική μας χαρά για τις επόμενες 10 ώρες. Από τους Γερμαναράδες (φέρτε πίσω τις κατοχικές αποζημιώσεις ρε!) και ιστορικούς Krautrockάδες Faust καθώς και τους νεόκοπους indie rockάδες History οf Apple Pie μας έμειναν κάποιες μελωδίες που έφτασαν από μακριά στα αυτιά μας. Δεν προλάβαμε να τους ρίξουμε βλέφαρο παρά μόνο να ακούσουμε κάποια κλαπατσίμπαλα και οχλαγωγία από το μέρος τους.

Η πρώτη μπάντα που παρακολουθήσαμε ήταν οι άνευ εταιρίας και δίσκου 2 54. Μια μπάντα στο στυλ των Dum Dum Girls από το Λονδίνο που ήδη της έχει δώσει προσοχή η Guardian. Καλό και σφιχτό παίξιμο αλλά με παρόμοιες συνθέσεις στα κομμάτια. Φαντάζομαι αν γίνει το απαραίτητο promotion από την εταιρεία που θα τους υπογράψει έχουν όλα τα προσόντα για ένα σύντομο hype.

Ανυπομονούσαμε να επισκεφτούμε την κεντρική σκηνή. Στο δρόμο μας πετύχαμε μία μίνι ορχήστρα με κυριούληδες μεγαλούτσικης ηλικίας που έπαιζε το θέμα του Star Wars καθώς και διάφορους πωλητές καλαμποκιών. Οι γλυκές folk μελωδίες του Willy Mason μπροστά σε ένα χαλαρό και ξαπλωμένο κοινό έδιωξαν την οποιαδήποτε ιδέα βροχής από τον μουντό καιρό. Για λίγο βεβαίως αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μιλάμε για Αγγλία. O Willy, που κάποια χρόνια πριν άνοιγε τις συναυλίες των Radiohead, ήταν ζεστός και μελαγχολικός όπως όλοι οι folk τροβαδούροι που σέβονται τον εαυτό τους. Θύμισε μάλιστα Bill Callahan αλλά με λιγότερο δράμα.

Δεν θα μπορούσαμε να μη ρίξουμε μια ματιά στην Anika που κατέλαβε τη σκηνή Βlogger's Delight. Ένα από τα εκκολαπτόμενα ονόματα της αγγλικής πειραματικής μουσικής, καμάρι του Bristol και κατά συνέπεια προστατευόμενη του Geoff Barrow. Με μια εμφάνιση που θύμιζε κάτι ανάμεσα σε Andy Warhol και Nico προσπάθησε σκληρά να είναι μυστήρια και δύσκολη αλλά δε μας άφησε τίποτα, ούτε καν μια περιέργεια.

Η πρώτη μας επαφή με τη χορευτική σκηνή ήταν μετά τις 13.15 με τους Pearson Sound. Έξυπνα μπιτάκια που ακούγονταν ακόμα καλύτερα στην -ακόμα- ευρύχωρη και άνετη σκηνή. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να κάτσουμε περισσότερο αλλά τουλάχιστον καταλάβαμε γιατί αυξάνεται συνεχώς το κοινό του Dubstep παραγωγού Ramadanman ή David Kennedy για τους φίλους.

Ο λόγος που βιαστήκαμε να φύγουμε ήταν οι Junip του Jose Gonzalez που έπαιζαν στο κυρίως stage. Δεν είναι ότι έχουμε καμιά μεγάλη αγάπη στον Gonzalez που μοναχός του φέρνει άνετα χασμουρητά. Όμως οι Junip με το alternative country στυλ τους είναι μια καλή ιδέα. Πράγματι ο Gonzalez βοηθήθηκε πολύ από την μπάντα που συμπεριλάμβανε μάλιστα δύο ντράμερς και έκανε τον ήχο του πιο γεμάτο με το ρυθμό της να κάνει ωραία αντίθεση με τη στατική και αισθαντική φωνή του Gonzalez. Το "Without You" ήταν ίσως στο top-5 με τις πιο όμορφες στιγμές του festival και μαζί με το ψιλόβροχο σχημάτισε ένα -όπως θα' λεγε και η uptight- soundtracking moment. Για τους πιο καμμένους από εμάς το "Far Away" είχε ιδιαίτερη αξία καθώς θυμηθήκαμε τον John Marston να κατεβαίνει από τη σχεδία του Irish και να πατάει για πρώτη φορά στα μυστηριώδη και επικίνδυνα χώματα του Μεξικού. Αν δεν ξέρετε για τι μιλάμε κοιτάξτε εδώ.

Και τώρα το μεγαλύτερο λάθος που κάναμε στις 6 Αυγούστου του 2011 (πιθανότατα ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της χρονιάς). Βλέποντας τα προγράμματα κάποιες εβδομάδες νωρίτερα στην Αθήνα είδαμε ότι ο Mark Kozelek των Red House Painters και των Sun Kil Moon με το μελωδικό και βραδύκαυστο φυτίλι που τον έκανε γνωστό έπαιζε την ίδια ώρα με τον ΝεοΖηλανδό Connan Mockasin. Η επιλογή ήταν εύκολη. Πάμε σε αυτόν που ξέρουμε. Ζοοοονκ! Ο ήχος του λάθους ήταν αυτός μια και χωρίς να το ξέρουμε βάλαμε στη ζυγαριά έναν από τους αγαπημένους μας φετινούς δίσκους (τον ακούσαμε σχεδόν με το που γυρίσαμε) με έναν πολύ μέτριο και κλαψιάρη Kozelek που δεν ξεπέρασε ποτέ τους ήχους που ερχόντουσαν από τις διπλανές σκηνές. Γιατί εντάξει, καταλαβαίνω την μοναξιά και την απαιτούμενη συγκέντρωση του καλλιτέχνη αλλά σίγουρα δεν θέλαμε να δούμε έναν μεσήλικα που ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα πάνω στη σκηνή και να μας λέει «αυτό το κάνω μόνο για τα λεφτά». Τσαντισμένος καθώς ήταν δεν χαιρέτησε καν τον κόσμο που τον υποστήριξε σε όλη τη διάρκεια της εμφάνισής του και προσπαθούσε να του δώσει θάρρος. Τελικά η μοναδική στιγμή που υπήρξε κάποιου είδους δέσιμο με το κοινό ήταν στο έτσι και αλλιώς πανέμορφο "Carry Me Ohio" από τα χρόνια του με τους Sun Kil Moon. O αξιαγάπητος Νεοζηλανδός όμως πάει και άντε να τον ξαναβρούμε.

Εντωμεταξύ οι μεθυσμένοι Βησιγότθοι είχαν αρχίσει ήδη να πληθαίνουν. Χώρος δεν υπήρχε πολύς στις σκηνές ενώ πολλοί ακολουθούσαν την πρακτική της κατασκήνωσης. Δηλαδή μία σκηνή και ό,τι δούμε. Εμείς φυσικά με τέτοιον μουσικό χαμό δεν θα μπορούσαμε να κάτσουμε ήσυχοι.

Οι μικρές σκηνές είχαν ήδη γεμίσει ασφυκτικά αλλά στο main stage ο σχετικά λίγος κόσμος απολάμβανε τους Sun Ra Arkestra. Ντυμένοι σαν τον Φλωρινιώτη έπαιζαν τρελή, παρανοϊκή και άναρχη τζαζ κι έφτιαξαν ένα θέαμα που ανέβασε την διάθεση όλων.

Σχεδόν με το που άρχισε ο Ariel Pink και το στοιχειωμένο του Graffiti στη σκηνή του Quietus ήμασταν εκεί. Τα πολύχρωμα και πολυβαμμένα προσωπάκια γέμισαν ασφυκτικά τo πλατώ και είδαν μαζί μας έναν τύπο που έμοιαζε με τον Iggy Pop σε χειμερινή αμφίεση. Παρότι δεν τρελαίνομαι για τους δίσκους του πρέπει να πω πως live ήταν καταπληκτικός με ένα μίγμα ντίσκο και ροκ που έφερε το καλοκαίρι στο φθινοπωρινό (6 Αυγούστου επαναλαμβάνω) Λονδίνο. Παρέα με άψογους μουσικούς (ιδιαίτερα τον μπασίστα που ήταν δυναμίτης στο "Menopause Man" και έφερνε εμφανισιακά στον Slash) ήξερε ακριβώς πως να διασκεδάσει το κοινό με τον έξωστρεφή και αισιόδοξο ήχο του. Τo "Bright Lit Blue Skies" ήταν το κάτι άλλο και αντιπροσωπευτικό μιας εμφάνισης που μας φέρνει μόνο χαμόγελα ακόμα και μετά από τόσους μήνες.

Απόγευμα γύρω στις 4 μαζί με το γέμισμα ενέργειας και στομαχιού με σκουπίδια παρακολουθήσαμε για λίγο τον Oneohtrix Point Never. Τα ηχητικά κύματα σκέπαζαν το ένα το άλλο και έφτιαχναν πολλές στρώσεις δημιουργώντας μία δύσκολη αλλά ενδιαφέρουσα ακρόαση. O Dan Lopatin χειρονομούσε συνεχώς σχηματίζοντας κύκλους με τα χέρια του καθώς είχε αναλάβει τον ρόλο του μαέστρου αυτής της παρανοϊκής ακολουθίας.

Δεν κάτσαμε πολύ όμως γιατί την ίδια στιγμή στη σκηνή του Quietus ο Alexis Taylor με τους About Group του έδινε το show του. Έτσι κι εμείς πήραμε μια μικρή εκδίκηση και αισθανθήκαμε αγαλλίαση που επιτέλους τον είδαμε live μετά τον περυσινό ατυχέστατο προγραμματισμό του Synch που τον έριξε πάνω στον Rufus Wainwright. Δυνατό blues, γερή ψυχεδέλεια και soul φωνητικά από τον μικρό θεούλη που είχε φορέσει μια ολόσωμη κόκκινη φόρμα πυροσβέστη και γυαλιά ηλίου. Εκείνος έπαιζε τα keyboards και για μια ακόμη φορά στη ζωή του με το ιδιαίτερο στυλ του «δε με ενδιαφέρει τι θεωρείται κιτς» έφτιαχνε αισθητική. Το χιτάκι τους/ διασκευή "You're No Good" ήταν καλό αλλά η καλύτερη στιγμή ήταν αυτό το επικό κομμάτι αγνώστων στοιχείων (αν μπορεί κάποιος να μας βοηθήσει για το όνομα του τραγουδιού θα ήμασταν υπόχρεοι) που με ένα αργό αισθησιακό χτίσιμο μετατράπηκε σε dance οργασμό.

Ένας από τους βασικούς λόγους που προτιμήσαμε το Field Day Festival ήταν η εμφάνιση των επανενωμένων Electrelane. Στο main stage φυσικά. Οι κυρίες ήταν όσο φοβερές περιμέναμε. Ακριβείς, χειρουργικές και πιστές στον ήχο των δίσκων τους. Το κοινό τις αποθέωσε για τις σήμα κατατεθέν αλλαγές τέμπο τους, τη δυναμικότητά τους αλλά και τις διασκευές τους στο "Small Town Boy" και τους XX. Στο τέλος του «ξεσκουριάσματος», μετά από τα τρία χρόνια παύσης εργασιών, μας ευχήθηκαν καλή συνέχεια και μας διαμήνυσαν ότι θα κάτσουν στην άκρη να δουν τον John Cale.

Μεγάλο λάθος όπως φάνηκε στη συνέχεια. Εν τω μεταξύ για χάρη τους (και δεν το μετανιώσαμε καθόλου) φτύσαμε την Zola Jesus μεταξύ άλλων αλλά έπρεπε να παραμείνουμε ακούνητοι από το main stage γιατί ήταν μια κρίσιμη ώρα της ημέρας. Μετά τις καταιγιστικές Αγγλίδες περιμέναμε έναν γερο-σοφό που θα μας γύριζε αρκετές δεκαετίες πίσω και θα μας μετέφερε πιθανότατα στην Ανταρκτική. Ο John Cale γέμισε τη σκηνή με μέλη της μπάντας του που έπαιζαν κάθε λογής όργανο και ανεμίζοντας την βαμβακερή κώμη του ξεκίνησε. Δυστυχώς και μετά από 4-5 πραγματικά βαρετά και ανέμπνευστα κομμάτια δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να ψάξουμε για κάτι άλλο. Ένα πρόσφατο υλικό επιεικώς μέτριο ήταν ό,τι είχε να επιδείξει ο Cale και γρήγορα το κατάλαβε και το κοινό που σιγά σιγά άρχισε να τον εγκαταλείπει. Για Velvet Underground ή Paris 1919 ούτε λόγος βέβαια.

Μετά την απογοήτευση του Cale ψάξαμε κάποια παρηγοριά στους βιρτουόζους της ηλεκτρονικής μουσικής. Ο καθένας από διαφορετικό μετερίζι βέβαια. Στη χορευτική σκηνή ο Erol Alkan έφτιαχνε την tracklist για όποιο club της Αγγλίας σέβεται τον εαυτό του ενώ ο Actress στην Bloggers Delight με μια επιβλητική μαύρη ρόμπα ήταν... επιβλητικός και μυστηριώδης έως και απειλητικός.

Στις 18.30 είχαμε την ευκαιρία να δούμε τους πολλά υποσχόμενους και ανερχόμενους Still Corners. Φανερά αγχωμένοι και με μερικά μικροπροβληματάκια στον ήχο κατόρθωσαν να φτιάξουν ηχητικές κορνίζες νοσταλγίας και γλυκύτητας ενώ η τραγουδίστρια έμοιαζε με την Kate Moss στο πιο συμπαθητικό και λιγότερο πρεζάκι. Παρόλα αυτά ήταν σαφές πως δεν έχει μάθει ακόμα να χρησιμοποιεί τη γατίσια γοητεία της παρά μόνο να κοιτάει σαν φοβισμένο ελαφάκι γύρω γύρω. Το "Endless Summer" άξιζε και με το παραπάνω τη βόλτα προς τη σκηνή τους. Παρά το γεγονός ότι ο δίσκος τους ήταν μια χαμένη ευκαιρία να γίνουν οι Mono in VCF (αλήθεια ποιά τρύπα τους κατάπιε αυτούς;) της φετινής χρονιάς.

Μετά τον John Cale τη βασική σκηνή κατέλαβαν οι Warpaint και προφανώς δεν πλησιάσαμε παρά μόνο όταν θέλαμε να γλείψουμε βαριεστημένα το παγωτό μας. Ο πολύς κόσμος που τράβηξαν πάντως δεν ταίριαζε καθόλου με την αδιαφορία μας. Από την άλλη εξίσου πολύ κόσμο και σε πολύ μικρότερο χώρο (με αποτέλεσμα μια ανευ προηγουμένου συμφόρηση) μάζεψε ο Jamie από τους XX σε μία λανθασμένη χωροταξικά επιλογή. Στο σημείο εκείνο μάλιστα είχαν αρχίσει να πιθηκοποιούνται οι περισσότεροι θεατές (λογικό να σε πιάσει κάποια στιγμή το αλκοόλ μετά από 6 και βάλε ώρες μπυροποσίας) με αποτέλεσμα σκηνές απείρου κάλλους καθώς προσπαθούσαμε να ισορροπήσουμε στα μπουκάλια μπύρας πατώντας πάνω από «πτώματα» κατουρημένων Άγγλων και ορθάνοιχτα μπούτια πρόθυμων Αγγλίδων.

Ας επανέλθουμε στη μουσική όμως. Η αντίστροφη μέτρηση για το μεγάλο φινάλε πλησίαζε και ο Kieran Hebden ξεκάθαρα μακριά από την persona Four Tet που λατρεύουμε κράταγε ζεστούς και ψηλά στα ουράνια τόξα τους θεατές της Bugged Out. Στην ουσία ήταν εμφάνιση DJ αφού απέφυγε συστηματικά να παίξει τις δικές του συνθέσεις.

Ο James Blake πιο δίπλα μάζεψε ό,τι πιο μοδάτο φόραγε το festival. Με έναν πραγματικό όχλο να χτυπιέται ακόμα και στις μονότονες και αργές μελωδίες του αρκούσε ένα κούνημα της φράτζας του για να τρελαθεί το κοινό. Όταν προσπάθησε να παίξει πιο δυνατά ακουγόταν καλύτερος αλλά και πάλι δεν κέρδισε δύο καινούργιους Έλληνες οπαδούς.

Οι Sea and Cake παραδίπλα στη σκηνή του Quietus ήταν πιο διακριτικοί αν και η μυρωδιά της ναφθαλίνης που τους ακολουθούσε ήταν αισθητή από πολλά μέτρα μακριά. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι έφερναν σε πιο pop Tortoise αν ήθελε να τους κολακέψει. Γεγονός πάντως πως ήταν πιο «δυσκίνητοι» από το υπόλοιπο νεανικό και speedαριστό (Χριστέ μου) φεστιβάλ. Ενδεικτικός και ο κόσμος που μάζεψαν του οποίου η ηλικία είχε ως μότο την θρυλική ρήση του Πανούτσου πως «αν είσαι πάνω από 50 και ξυπνήσεις ένα πρωί χωρίς να πονάς μάλλον έχεις πεθάνει».

Από τις 20.00 και μετά τελείωναν τα αστεία. Έπρεπε να δούμε μέσα σε μιάμιση ώρα Coral, Anna Calvi, Horrors και να πάρουμε καλή θέση για τους Wild Beasts.

Πρώτα στους Coral για μια τζούρα καλού βρετανικού pop/rock από μια μπάντα που ναι μεν βρίσκεται σε κάμψη αλλά δεν θέλουμε να ξεχάσουμε πολλές από τις επιτυχίες τους. Θα ξεχάσουμε κατά πάσα πιθανότητα και χωρίς δυσκολία το επερχόμενο υλικό τους που έφερνε σε Arctic Monkeys. Σχετικά με τα παλιότερά τους πάντως δεν έχουμε κανένα παράπονο. Το "Simon Diamond" και το "Pass It On" ήταν εξαιρετικά και αξιαγάπητα. Εξάλλου μας χάρισαν μία άλλη θρυλική στιγμή στη συναυλιακή μας ιστορία όταν συνόδευσαν ένα από τα τεραστιότερα ουράνια τόξα που έχουμε δει ποτέ έπειτα από μία σύντομη μπόρα που μας έκανε μούσκεμα. Εκεί άλλαξαν τον στίχο του κομματιού τους "Waiting For a Thousand Years" σε "Raining For a Thousand Years" και πρέπει να πούμε πως αυτή η αλλαγή μας στέγνωσε και μας γαλήνεψε. Τους αφήσαμε με πόνο ψυχής γιατί υπήρχαν μερικά ακόμα να ακούσουμε που δυστυχώς δεν προλάβαμε αλλά η Calvi μας περίμενε στη σκηνή του Quietus.

Όχι για πολύ βέβαια αφού προλάβαμε το φινάλε των 4-5 κομματιών . Καμία έκπληξη εδώ. Όπως την περιμέναμε. Δυναμική, με βασταγερή φωνή και με αυτοπεποίθηση παρά την φρέσκια είσοδό της στη δισκογραφία. Σαφέστατα πατάει πάνω σε μία από τις φάσεις της PJ Harvey όμως κάνει μιά άλλη, πιο προσωπική της βόλτα στην οποία ανταποκρίθηκε θερμά το κοινό. Δεν προλάβαμε το καλύτερο κομμάτι του δίσκου της "Susanne And I" αλλά το "Desire", το "First We Kiss" και το "Jezabel" ήταν παραπάνω από αρκετά για να μας καταγράψουν για τα καλά στο ρόστερ των θαυμαστών της.

Και στο τέλος, μετά τις 21.00, ήταν η σειρά των headliners. Από ένας σε κάθε μια από τις βασικές σκηνές. Ο Gruff Rhys στου Quietus, οι Horrors στην LastFm και οι Wild Beasts στην μεγάλη main stage. Δικαίως όπως μας απέδειξαν. Δυστυχώς τον φοβερό Ουαλό που έβγαλε και φέτος έναν εξαιρετικό δίσκο θα πρέπει να τον δούμε κάποια άλλη φορά μιας και δεν τον προλάβαμε. Περίπου το ίδιο ισχύει και για τους Horrors που βγήκαν στη σκηνή με μεγάλη καθυστέρηση κάνοντας το δερματινοφορούμενο κοινό τους να ανυπομονεί και να σπρώχνεται με αγένεια. Μπορέσαμε να δούμε μόλις τα δύο πρώτα κομμάτια από τον ενεργητικό φετινό τους δίσκο και η αίσθηση που μας άφησαν ήταν της μετριότητας. Η φωνή του Faris δεν έβγαινε με τίποτα, οι τζιβάνες έσκαγαν σαν πυροτεχνήματα, εντυπωσιακό show με τον φωτισμό, καλές ενορχηστρώσεις και κάπως επίπεδος ήχος. Σαφέστατα μία κλάση παρακάτω μακριά από τη μαγεία του studio. Αλλά εντάξει, όπως είπαμε δύο κομμάτια είδαμε οπότε επιφυλασσόμεθα. Εν τω μεταξύ στην Lock Tavern έπαιζε η Glasser αλλά δεν ασχοληθήκαμε (εδώ θυσιάσαμε τον Gruff). Πάντως όλες αυτές οι θυσίες δεν έγιναν μάταια. Είδαμε Wild Beasts και τους είδαμε όπως ακριβώς θέλαμε. Από κοντά και για ένα γεμάτο και ζουμερό 90λεπτό (όσο έπαιξαν δηλαδή για να κλείσουν το φεστιβάλ και να στείλουν ευτυχισμένο τον κόσμο σπίτι του να καταρρεύσει με την ησυχία του).

Οι Wild Beasts όπως θα έχετε καταλάβει πιστεύουμε πως είναι ένα από τα καλύτερα νέα συγκροτήματα της τελευταίας πενταετίας (πιθανότατα και το καλύτερο) που βγήκε από την Αγγλία. Το να τους δούμε στην καλύτερη φάση τους λοιπόν, ήταν κάτι το μοναδικό. Μάλιστα οι χιλιάδες κόσμου που συνέρρευσαν στην κεντρική σκηνή δεν σταμάτησαν στιγμή να τραγουδούν και να χορεύουν σε όλα τα κομμάτια τα οποία φαίνονταν πως τους ήταν οικεία. Για να πούμε την αλήθεια δεν περιμέναμε τόσο μεγάλη ανταπόκριση σε ένα συγκρότημα που υπό φυσιολογικές συνθήκες οι Άγγλοι μεθυσμένοι θα το θεωρούσαν δήθεν και ελιτίστικο.

Είδαμε τα περισσότερα κομμάτια του Two Dancers και του φετινού Smother (περιέργως όχι το "Lion's Share") καθώς και μερικά επιλεγμένα από το Limbo Panto ("Devil's Crayon", "Brave Bulging Buoyant Clairvoyants"). Αψεγάδιαστοι, ορεξάτοι και γενικότερα στα καλύτερά τους και ως φωνές αλλά και ως συνθέσεις. Άλλωστε, όπως είπε και ο Hayden Thorpe, όταν εμφανίστηκαν πριν τρία χρόνια στο Field Day έπαιζαν το καταμεσήμερο, οπότε ήταν λογικό να ρουφάνε αργά και απολαυστικά την επιτυχία σαν το κόκκινο κρασί που έπινε ο βασικός τραγουδιστής των Wild Beasts. Για τη μπάντα τα έχουμε πει και ξαναπεί. Απλά κατόρθωσαν πολλές φορές να μας εκπλήξουν με το πόσο δεμένοι ήταν μουσικά μετατρέποντας ακόμα και το "End Come Too Soon" από το Smother σε μια ambient αποθέωση.

Κάπως έτσι τελείωσε το Field Day του Λονδίνου. Μια γεμάτη εμπειρία απ' όλες τις απόψεις και σίγουρα ένας μεγάλος αστερίσκος στη συναυλιακή μας πορεία. Άλλωστε δεν νοείται μουσικόφιλος που να μην έχει δοκιμάσει έστω μία φορά αυτή την εμπειρία. Θα λέγαμε και του χρόνου αλλά κατά πάσα πιθανότητα το 2012 θα το ξοδέψουμε στο να κυνηγάμε τους Radiohead ανά την υφήλιο.

Αυτό ήταν και το 2011 συναυλιακά. Καθαρά μιλώντας για τη χώρα μας θα μπορούσε να ήταν καλύτερο και δε θα μπορούσε να ήταν χειρότερο. Ευελπιστούμε για το 2012 και περιμένουμε αν όχι περισσότερες συναυλίες τουλάχιστον περισσότερη σοβαρότητα, υπευθυνότητα, λιγότερο τυχοδιωκτισμό και μεγαλύτερη κατανόηση της κατάστασης από τους διοργανωτές.

16.7.11

All we wanted was a little consensual rape in the morning / And maybe a bit more in the evening

Όταν έχεις περίπου εφτά μήνες να πας σε συναυλία όσο να'ναι σκουριάζεις. Την τελευταία φορά που βρεθήκαμε σε συναυλιακό χώρο ήταν στο Gagarin για να παρακολουθήσουμε τους Radio Dept. Εκεί πήγαν όλα άψογα. Φτάσαμε ακριβώς λίγο πριν αρχίσουν, για πρώτη φορά στη ζωή μας μπήκαμε έχοντας κερδίσει εισιτήρια για τη συναυλία, είχαμε χώρο να τεντωθούμε και... τι άλλο... α ναι, βρήκαμε και πάρκινγκ σχεδόν έξω από το μαγαζί.

Όπως ήταν αναμενόμενο αυτή η καλοτυχία θα μας κοίταζε στον καθρέφτη κατάμουτρα την επόμενη φορά και θα μας έβγαζε την πράσινη γλώσσα της. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, απλά θα πω ότι κάπου στο ύψος του Παναθηναϊκού Σταδίου ξαναγυρίσαμε Πειραιά για να πάρουμε τα εισιτήρια που είχαμε ξεχάσει. Κακοτυχία σου λέει μετά. Μάλλον σκούριασμα από την αποχή θα έλεγα.

Ο δρόμος για τη Μαλακάσα είναι πάντοτε απολαυστικός. Μια μεγάλη ευθεία, αρκετό πράσινο και καταπληκτική δροσιά. Ένα μέρος όπου σε άλλη περίπτωση θα έκανες πικ-νικ, λειτουργεί ως αγχολυτικό από την Αθήνα και τον καύσωνά της.

Ο κόσμος αναμενόμενα λιγοστός. Πόσοι θα κάνουν διαδρομή 45 λεπτών, Τετάρτη βράδυ, σε περίοδο διακοπών για να δουν τους Grinderman; Αν παρακολουθείς τα τελευταία τέσσερα χρόνια επιδερμικά λόγω έλλειψης χρόνου (ή για άλλους λόγους) τη μουσική σκηνή δεν έχεις ιδέα γι'αυτό το Grinderman. Μπορεί βέβαια να γνωρίζεις ότι πίσω του κρύβεται ο Nick Cave και η συμμορία του. Κάποιοι παραδοσιακοί οπαδοί του όμως δεν έχουν όρεξη για τις άγριες κιθάρες που ξεμωράθηκαν και ξέχασαν τον ώριμο δημιουργό που αναδείχθηκε από το κουκούλι του οργισμένου junkie. Επίσης αυτοί που περίμεναν το "And No More Shall We Part" έμειναν σίγουρα μακριά από τη συναυλία.

Αφαιρέστε λοιπόν αυτούς που δούλευαν εκείνη ή την επόμενη μέρα, αυτούς που είχαν φύγει για διακοπές, αυτούς που δεν είχαν ακούσει τους Grinderman, αυτούς που δεν τους λένε κάτι οι Grinderman, ακόμα ακόμα κι αυτούς που επειδή έχουν ακούσει τις Birthday Party εποχές του Cave νομίζουν ότι ο Αυστραλός δεν έχει να προσθέσει κάτι σε αυτό το στυλ, και βγάζετε σύνολο τα περίπου 1.500-2.000 άτομα που παραβρέθηκαν. Α, μην ξεχάσετε να αφαιρέσετε κι αυτούς που πήγαν Θεσσαλονίκη ελπίζοντας να δουν τους Suede.

Λίγο το κοινό λοιπόν, και ως επί το πλείστον ψυχρό. Οι περίπου 300 που βρίσκονταν μπροστά φύλαγαν –κυριολεκτικά- Θερμοπύλες και ήταν αρκετοί για να δώσουν την απαραίτητη τζούρα ενέργειας στον Cave και τον Ellis για να κάνουν τα δικά τους. Ή μήπως ο Cave και ο Ellis έδωσαν την απαραίτητη ενέργεια στο κοινό; Οι φανατικοί πάντως ήταν αρκούντως εκδηλωτικοί, δύο από αυτούς μάλιστα ήταν ντυμένοι με την παραδοσιακή αρχαιοελληνική πολεμική στολή με περικεφαλαίες και σπαθιά σε έναν φόρο τιμής στο video του "Heathen Child". Παρεμπιπτόντως τώρα τελευταία διάβαζα για έναν τύπο που πήγαινε σε διάφορες ταινίες ντυμένος με τα αντίστοιχα αξεσουάρ. Σπαθί στο Highlander, στολή Star Wars στην Εκδίκηση των Jedi κ.τ.λ.. Δεν ξέρω αν είχε σχέση με τους τύπους στη συναυλία αλλά όλοι τους έχουν κερδίσει τον απεριόριστο θαυμασμό μου.

Σε ένα κοινό που έμοιαζε να μην πολυξέρει τα τραγούδια η μπάντα απέδωσε τα γνωστά καταιγιστικά της στάνταρντς. Άριστοι μουσικοί αλλά και ηθοποιοί όλοι τους, εκφραστικοί σαν μπαρουτοκαπνισμένοι θιασώτες της «Μεθόδου» (ειδικότερα ο Cave και ο Ellis), τρομακτικά «δεμένοι» μουσικά όποτε χρειαζόταν και σαρωτικά αναρχικοί όταν δεν χρειαζόταν. Άλλοτε σοβαροί και αυστηροί σαν αρχαία κατάρα και άλλοτε σάτυροι και αδέξιοι σαν μεθυσμένοι μουζίκοι. Ο Cave ήταν αρκούντως sexy κατά την uptight (αν και η γνώμη της δεν μετράει αφού μετά από μια συναυλία των Tindersticks βρίσκει sexy όποιον ψηλό άντρα με λευκό πουκάμισο τραγουδά σε σκηνή), χυδαίος ερωτόσκυλος που απέδωσε άριστα τον χαβαλετζίδικο, φασαριόζικο και βρωμερό χαρακτήρα των περισσότερων κομματιών. Με στεντόρεια άρθρωση... αλλά τι κάνω... δεν έχει νόημα να περιγράψω την ερμηνεία ενός τέτοιου βεληνεκούς καλλιτέχνη. Πάντως ο Ellis ήταν η ευχάριστη έκπληξη για όποιον δεν τον είχε ξαναδεί στη σκηνή. Με εμφάνιση ημίτρελου βιολιστή της στέγης χόρευε, στριφογύριζε, γονάτιζε, κοπάναγε με μανία το κύμβαλο, γρατζούναγε το ηλεκτρικό βιολί του και βασάνιζε την κιθάρα του. Ένας πολύ ενδιαφέρων τύπος για να ξεκουράσεις τα μάτια σου από το κτήνος Nick. Όμως δεν ήταν μόνο αυτοί οι πρωταγωνιστές. Ο Sclavunos με βλοσυρότητα κατηύθηνε το τσίρκο που διαδραματίζονταν μπροστά του και ο Martyn Casey σήκωνε τρικυμία και προκαλούσε εμφράγματα με το υποθαλάσσιο και επίμονο μπάσο του.

Μετά το 16ο κομμάτι και την ολοκλήρωση του δεύτερου encore οι πιστοί που λέγαμε πριν παρέμεναν στη θέση τους και απαιτούσαν κι άλλο από την τρελοπαρέα. Τόση ήταν η επιμονή τους που μας ανάγκασαν να περιμένουμε μαζί τους καθώς ανηφορίζαμε προς την έξοδο. Δυστυχώς δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την απαίτηση η μπάντα αφού είχε ήδη παίξει τα 16 από τα 20 κομμάτια των δύο αριστουργηματικών δίσκων της. Θα μπορούσαν βέβαια να μας παίξουν και το "I Don’t Need You To Set Me Free" που το χώνουν σε αρκετά setlist του tour τους αλλά ας είναι.

Για να τα πάρουμε με τη σειρά των δίσκων (μιας και η γέρικη μνήμη μου αρχίζει να με εγκαταλείπει) το "Get It On" ζέστανε αρκετά το κοινό μετά την εισαγωγή του "Mickey Mouse and the Goodbye Man" και του "Worm Tamer" (μεγαλοπρεπέστατο stage diving του Nick). Το "No Pussy Blues" επανέφερε σε έξαλλη κατάσταση τον Nick που μετέδωσε το χιούμορ και την ειρωνεία του κομματιού. Τα ενδιάμεσα breaks ήταν σαρωτικά αλλά είχαμε πάρει ήδη μια ιδέα αυτών από το προαναφερθέν εισαγωγικό "Mickey Mouse and the Goodbye Man". Κακά πιντιά που δεν έπαιξαν το "Electric Alice" ή το "Depth Charge Ethel" ή το cool "Go Tell The Women" (πολύ μελωδικό γι'αυτή τη βραδιά) αλλά οι συμπληρωματικές συνθέσεις των δύο δίσκων κάλυψαν τα κενά.

Το "Honey Bee" ήταν όσο ζουζουνιστό και αλήτικο έπρεπε ενώ το "Man in the Moon", που έφερε νωρίτερα την πανσέληνο κοντά μας, ήταν από τα highlights του πιο μελωδικού encore. Στο encore περιποιήθηκαν και το ζαλισμένο "When My Love Comes Down" επιτείνοντας το υπνωτικό του ριφάκι και αφιέρωσαν το "Love Bomb" στην Αθήνα (πφφφ σε όλες τα ίδια λένε).

Το περυσινό Grinderman 2 το έπαιξαν σχεδόν εξ'ολοκλήρου στο πρώτο μέρος της συναυλίας. Σίγουρα η καλύτερη στιγμή (αν και είμαι προκατειλημμένος για το συγκεκριμένο «τρομακτικό» κομμάτι) ήταν το "When My Baby Comes" που έπεσε όλο στα μούτρα μας με το break δυναμίτη. Το "What I Know" έμοιαζε κάπως ξεκάρφωτο στο πάρτυ του πρώτου μέρους παρότι του αποκατέστησε την τιμή το "Evil" που βρήκε τον Ellis γονατισμένο να καταγγέλλει ως "Evil" τον Cave που προσπαθούσε να συγκρατήσει τον εγκέλαδο που τρεμόπαιζε στα χέρια του. Τα "Heathen Child" (ποτέ δεν το συμπάθησα αυτό το κομμάτι) και "Berlinger Blues" είχαν πιστές εκτελέσεις ενώ το τρυφερό "Palaces Of Montezuma" μετανάστευσε στο δεύτερο, πιο μελλοντικό κομμάτι της συναυλίας και προλογήθηκε από μια αφιέρωση του Casey προς την 18χρονη κόρη (ελπίζουμε) του.

Το ρεσιτάλ του ο Cave το έδωσε στο "Kitchenette" που έφτυσε έναν έναν τους πρόστυχους στίχους του με πολλά ουρλιαχτά "I JUST WANT TO RELAX" και tipetoes στο δωμάτιο της ερωμένης του την ώρα που ο άντρας της έχει πάει βόλτα τα παιδιά.

Το απόγειο της μπάντας όμως ήταν –περιέργως– το τελευταίο κομμάτι της συναυλίας. Ένα επικό "Grinderman" με ένα μπάσο που μας σακάτεψε, και με έναν ορυμαγδό κιθάρας, ντράμς και Warren Ellis που μας γονάτιζε αργά και μεθοδικά. Και όλα αυτά να επαναλαμβάνονται για περίπου 6 λεπτά γεμάτα υπερένταση. Επειδή οι ηχογραφήσεις από Αθήνα δεν είναι ενδεικτικές παραθέτουμε το συγκεκριμένο από μια μυστικιστική εκτέλεση στην Ιρλανδία τον περασμένο Ιούνιο. Όσο καλό και αν είναι ωχριά μπροστά σε αυτό που αντικρίσαμε πριν δύο Τετάρτες.

4.12.10

What's Your Maximum?

Συνηθως οι καλλιτέχνες (ή οι μάνατζερ, ή οι εταιρίες) έχουν καλό κριτήριο για το ποια τραγούδια θα κόψουν το νήμα της προεργασίας και της ηχογράφησης και θα τοποθετηθούν στα άλμπουμ. Κάποια πράγματα φαίνονται απο μακριά άλλωστε, όσο κι αν η καθημερινή επαφή και σύνδεση με τα τραγούδια, που έτσι και αλλιώς όλα παραμένουν παιδιά σου (έστω και αν τα έχεις στείλει στην Ελβετία για σπουδές προκειμένου να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο), θολώνει την κρίση.

Τα περίφημα b-sides είναι αυτά τα παραμελημένα παιδιά που στην ουσία δικαιολογούν την ύπαρξη των singles για το παραιτέρω ξεζούμισμα των (όσων έχουν απομείνει ακόμα) αγοραστών. Ή έστω την παραπάνω κούραση του καημένου του bandwidth που είναι στα πρόθυρα του να γονατίσει απο τις αδηφάγες επιθυμίες του συλλέκτη που θέλει να τα κατεβάσει όλα.

Τα EP από την άλλη αναβάθμισαν αυτόν τον θεσμό. Διαφημίζονται ως mini album αν και, ας μην κοροιδευόμαστε, είναι προφανές ότι οι καλλιτέχνες δεν τους δίνουν τόση μεγάλη σημασία όση δίνουν στα άλμπουμ. Κυρίως απευθύνονται στους fan ενός συγκροτήματος και όχι στους υπόλοιπους ακροατές που είδαν φως και μπήκαν (γιατί είναι αδύνατον να μην έχεις γνώμη για το καινούργιο EP των Girls για παράδειγμα ενώ είναι δεδομένο οτι δεν σου άρεσε ο προηγούμενος δίσκος). Αυτό το σχεδόν αυτιστικό και ψυχωτικό κλίμα της διαδικτυακής εποχής δεν βρίσκεται μακριά απο το να περπατάς στο δρόμο και να προσπαθείς να μην πατάς τους αρμούς απο τις πλάκες αλλά τουλάχιστον είναι πιο αποδοτικό και κερδοφόρο για το πνεύμα. Ή απλά είναι άλλο ένα σωληνάριο υπερπληροφόρησης κατευθείαν στοχευμένο προς το κεφάλι μας.

Τα B-sides όπως είπαμε έχουν πολλά ποδάρια. Είτε χώνονται σε EP που συνήθως έχουν συγκεκριμένο θέμα, είτε έχουν την τύχη να μπουν στο δεύτερο cd που συνοδεύει την κύρια κυκλοφορία, είτε απλά δίνονται σαν δώρο απο τα iTunes αν παραγγείλεις το άλμπουμ.
Το θέμα σίγουρα τραβάει ένα γενικότερο αφιέρωμα με τα καλύτερα b-sides όλων των εποχών και όλου του γαλαξία (κατά την ταπεινή μας γνώμη πάντοτε) και πιστέψτε μας έχει μπει στις καλένδες μαζί με τα καλύτερα κομμάτια ανά δεκαετία, τους αγαπημένους μας μουσικούς ανά μουσικό όργανο, τα αγαπημένα μας soundtrack κλπ. Αλλά όπως βλέπετε μας αρέσει να ανοίγουμε καινούργια θέματα και πασχίζουμε να τα κρατήσουμε ζωντανά. Τα post beans και some '00s είναι ζωντανά για παράδειγμα και θα ξαναεμφανίστουν όπως και το radio beans (ζηλέψαμε την επιστροφή του radiowar η αλήθεια είναι).

Αλλά πλατιάζω. Όπως είπαμε λοιπόν τα αγαπημένα μας b-sides όλων των εποχών είναι μια γοητευτική προοπτική αλλά προς το παρόν ας αναφέρουμε μερικά απο τα αγαπημένα μας b-sides των τελευταίων μηνών.

Ένα απο τα παραδείγματα που αναφέραμε ήταν το συνοδευτικό δεύτερο cd. Οι ιστορικοί Trembling Blue Stars έβγαλαν φέτος το διπλό Fast Trains and Telegraph Wires. Το extra cd ονομάζεται Cicely Tonight Volume One και μας δείχνει μια διαφορετική προσέγγιση απο τους Άγγλους. Η πειραματική αλλά θελκτικότατη φύση των "Radioactive Decay" και "Outside" μοιάζει τελείως αταίριαστη με την ακριβέστατη και χαρτογραφημένη αναβίωση των 90's μελωδιών απο το πρώτο cd ενώ οι ψιθυριστές μπαλάντες του "Not For Second Prize" (εξαιρετική διασκευή στους Dream Academy) και "Lowest Arc" έπρεπε να είχαν βασικό ρόλο στο πρώτο cd. Όλη η διαδρομή του δεύτερου cd είναι ένα ταξίδι στη χώρα του ονείρου που σε κάνει να ξεχνάς λεπτά, ώρα και ημερομηνία μέχρι να σε ξυπνήσει με την ειρωνική κατακλείδα "No More Sad Songs" αποχαιρετώντας κόσμο και κριτικούς που τους είχαν κατατάξει στα κιτάπια με τους καταθλιπτικούς. Κακώς, κάκιστα και ας ελπίσουμε ο Bobby Wratten να ξανασκεφτεί την απόφαση του και αυτό να μην ήταν το τελευταίο άλμπουμ των Trembling Blue Stars.

Σαν συνοδεία στο Heartland του Owen Pallett μπορούμε να εκλάβουμε και το EP τεσσάρων ολοκάινουργιων τραγουδιών με τίτλο A Swedish Love Story EP. Παρότι η ιστορία δεν έχει καμμία σχέση με το concept του Heartland μουσικά μοιάζει με το μικρό του αδερφάκι και τολμώ να πως εξίσου όμορφο αλλά με προβλήματα ανάπτυξης αφού δεν θα μεγαλώσει πάνω απο τέσσερα τραγούδια το καημένο. Τέσσερα πανέμορφα τραγούδια που επιβεβαιώνουν οτι ο Owen Pallett βρίσκεται σε σπουδαία φόρμα (αυτός ευθύνεται για αρκετές απο τις ομορφότερες στιγμές της χρονιάς είτε στο Heartland είτε στο The Suburbs των Arcade Fire) αλλά και οτι παραμένει ένας απο αυτούς τους μουσικός που τον θρέφει ιδιαιτέρως ο έρωτας. Ο τίτλος είναι παρμένος απο μια απο τις αγαπημένες του ταινίες απο το 1970 (προσθήκη στο my movies του Imdb:check) και μέσα στα 17 λεπτά άψογης, δραματικής αλλά και αρκετά pop (περισσότερο απο το Heartland) ενορχήστρωσης ξεχωρίζει το καταπληκτικό "Don't Stop" που ανάθεμα τον εσωτερικό μας κανόνα που θέλει να μη βάλουμε δύο κομμάτια απο τον ίδιο καλλιτέχνη στο best of της χρονιάς.

Ένα άλλο EP βασίζεται περισσότερο στην επιτυχία ενός περυσινού δίσκου. Καθώς και στο βαρύ όνομα της Bjork. Οι Dirty Projectors μετά την μεγάλη επιτυχία του Bitte Orca φίλεψαν την Bjork ένα κρασάκι και έναν μεζέ (σίγουρα όχι απο φάλαινα) και κάθισαν και ηχογράφησαν το Mount Wittenberg Orca του οποίου τα κέρδη θα διατεθούν στο National Geographic για την δημιουργία προστατευόμενων περιβαλλοντικών περιοχών. Το αποτέλεσμα είναι ένα γιορτινό, ευχάριστο και ζεστό album που γλείφει χαρούμενα τα αυτοκόλλητο της επιστολής αγάπης προς το περιβάλλον και την φύση. Σχεδόν με την αθωότητα και το χαμόγελο που σκάει ένα πιτσιρίκι όταν πετάει στον κάδο σκουπιδιών ένα κουτάκι αναψυκτικού σίγουρο οτι έσωσε το περιβάλλον.

Το EP είναι σύντομο και ξεχωρίζει ιδιαιτέρως το "When The World Comes To An End" που μπορεί να μην αναλαμβάνει τα βασικά φωνητικά η Bjork αλλά η φωνή του Longstreth ταιριάζει καλύτερα. Έτσι και αλλιώς η Bjork μαζί με το γυναικείο ρόστερ των Dirty Projectors του δίνει άλλη διάσταση με τα backing vocals που αναδύονται και αγκαλιάζουν την λίγο ατσούμπαλη φωνή του Longstreth.

Τα EP βαβαίως λειτουργούν και σαν πρόδρομοι των δίσκων. Για παράδειγμα το Zeus EP των φοβερών British Sea Power έρχεται να προλειάνει το έδαφος για το πολυαναμενόμενο, στην μικρή αλλά ισχυρή κοινότητα των οπαδών του συγκροτήματος, Valhalla Dancehall. To Zeus με επτά τραγούδια και πάνω απο μισή ώρα διάρκεια τους βρίσκει σε αρκετά χαλαρή φάση και απ' ότι φαίνεται το Man Of Aran τους βοήθησε να ξεπιαστούν απο το ενεργητικό Do You Like Rock Music?.

To "Mongk" για παράδειγμα παρότι σαν τίτλος μοίαζει για διασκευή στους Super Furry Animals είναι ένα κυρίως ορχηστρικό jamming απο αυτά που χρησιμεύουν για εισαγωγές ραδιοφωνικών εκπομπών ενώ το "Kw-H" είναι πράγματι κάτι που θα μπορούσε να κάνει ο Gruff Ruys αν και ακόμα και αυτός μπορεί να το έβρισκε λίγο βαρεμένο για να το ηχογραφήσει. Γεμάτο autotune και κλισέ κιθάρες βγάζει την γλώσσα στα autotune του Sufjan Stevens που σόκαραν τον κόσμο απ' ότι φαίνεται(μαζί με τα αρκετά fucking που λεέει στο "I Want To Be Well"). Αν παίρναμε αυτά τα δύο, ας τα πούμε, κομμάτια πράγματι θα αισθανόμασταν οτι η μπάντα απλά γέμισε τον χρόνο του EP με βλακείες και απομεινάρια απο το studio.

Όμως το ληθαργικό "Pardon My Friends" με τα στοιχειωμένα ειδικά εφέ μιλάει κατευθείαν απο ένα εγκαταλελλειμένο σπίτι με τα λόγια του να κρύβονται στο τρομακτικό θρόισμα των δέντρων. Το "Bear" είναι μια απολογητική μπαλάντα χωρισμού με τους στίχους "I saw you reading the daily star, saw you watching the x-factor and i was wondering how could you fall so far" να ξεχωρίζουν ενώ οι κιθάρες χάνονται στο υπερπέραν σκορπίζοντας σαν χθεσινές εφημερίδες στον δρόμο που έλεγε και μια ψυχή.

Το χωρίς αμφιβολία καλύτερο κομμάτι του EP "Cleaning Out The Rooms" για καλή μας τύχη θα βρίσκεται στο Valhalla Dancefloor και αναμένεται να έχει πρωταγωνιστική θέση. Στην uptight θυμίζει κάτι απο παλιούς Smashing Pumpkins και σε εμένα κάτι απο τα προηγούμενα έπη τους σε στυλ "Lately" που δεν υπήρχαν σε αρκετή ποσότητα στο Do You Like Rock Music?. Το ομώνυμο "Zeus" είναι ένα άλλου είδους έπος. Απο αυτά που αρέσκονται τώρα τελευταία με τις κιθαρομαχίες και και τα χοροπηδηχτά που θα μπορούσαν να ξεσηκώσουν και μοναστήρι με μοναχούς που έχουν πάρει όρκο σιωπής.

Αν ήθελαν πάντως, με το EP αυτό να μας κάνουν να ξερογλυφόμαστε για το Valhalla Dancehall τα κατάφεραν περίφημα.

Και τι γίνεται με τα απλά και ταπεινά b-sides; Τα μοναχούλια αυτά κομμάτια που έρχονται extra με την αγορά του δίσκου απο το iTunes και κάλλιστα μπορεί να μην τα πάρεις χαμπάρι; Σίγουρα τέτοια σκληρή μοίρα δεν άξιζε στο καταπληκτικό "Fire Boy" των Grinderman. Να το δεχτώ μόνο για έναν λόγο. Ότι δεν ταίριαζε στον οργιώδη και αιματοβαμμένο ορυμαγδό του δίσκου. Πιο εσωτερικό και πιο Bad Seeds σίγουρα. Με τον Nick Cave στον συνηθισμένο άψογο εαυτό του να διηγείται μια τραγική ιστορία έτοιμος να τον πάρουν τα ζουμιά μαζί με τα έγχορδα που του απαλύνουν τον πόνο. Μια υπέροχη στιγμή που θα άξιζε δημόσιο ( ή ιδιωτικό δεν έχει σημασία) λιθοβολισμό στην μπάντα που θα την άφηνε έξω απο το δίσκο της. Αλλά εδώ είναι ο Nick Cave και ο Warren Ellis στην μέση οπότε τους συγχωρούμε.

 
Clicky Web Analytics