Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα elbow. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα elbow. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.4.11

And nothing to be proud of/ And nothing to regret/ All of that to make as yet...


Καλή η προσπάθεια του Jace Lasek να μας αποκρύψει το νέο δίσκο των Besnard Lakes αλλά δεν τα καταφερε. Μπορεί να έχει ονομάσει τη νέα του μπάντα Soft Province αλλά ο ήχος είναι καθ' εικόνα και ομοίωση με τους Besnard όμως αυτή τη φορά αντί για την Olga Goreas τον βοηθά ο παλιόφιλός του Michael Gardiner.

Εκ πρώτης όψεως κάποιος θα πει ότι ο Jace έχωσε μερικά ριφάκια που περίσσεψαν από τους Besnard. Με μια παραπάνω ματιά όμως, προσέχοντας και την πολυ καλή τριάδα "For Untold Days", "In a Some See No One Club" και "One Was a Lie" βλέπουμε πως το Soft Province στέκεται και ως αυτόφωτη ύπαρξη. Υπάρχουν αρκετές ομοιότητες μάλιστα με τους αντίστοιχους Retribution Gospel Choir του Alan Sparhawk των Low, το side project του Jace όμως υπερτερεί αφού η αντίστοιχη μετάβαση από τους Besnard Lakes είναι πιο ομαλή.

Σε σχέση με την αδελφή μπάντα, το Soft Province βασίζεται περισσότερο στην επαναληπτικότητα πέρα απο τις κλασσικές ψυχεδελικές και progressive επιρροές. Το γυναικείο άρωμα και οι θηλυκές καμπύλες είναι αλήθεια πως λείπουν απο τη μασχαλίλα του project μιας και δεν υπάρχει κάποιο "Albatross" για να ξαποστάσει ο ακροατής.

Αλλά εντάξει, μην το κρίνουμε με τα μέτρα των Besnard. Εδώ είναι το project δύο φίλων που ήθελαν να συνεργαστούν απο καιρό και αντί για ένα ποτήρι κρασί ξεσκονίζουν τις κιθάρες τους για τα καλά. Δεν θα μπορούσαμε παρά να επικροτήσουμε τέτοιες συμπεριφορές.

The Soft Province - "One Was a Lie" από το Soft Province



Οι R.E.M. ξύπνησαν για τα καλά. Και όταν λέμε ξύπνησαν εννοούμε συνέχισαν με το γκάζι πατημένο. Μουσικά, γιατί ποιοτικά συνεχίζουν να βρίσκονται στις επάλξεις μετά από ένα διάστημα αμφισβήτησης που πέρασαν το πρώτο μισό των '00s.

Το Accelerate ήταν σημαντικό σημείο στροφής της μπάντας η οποία φάνηκε να διψάει μετά απο πολύ καιρό για να ξανανιώσει τις παλιές της δόξες. Δίψα που είδαμε και ιδίοις όμασι στην απίστευτη συναυλία τους στο Καλλιμάρμαρο. Τώρα το γκάζι συνεχίζει να είναι πατημένο αλλά πλέον αλλάζουν ταχύτητες και η πορεία είναι πιο ομαλή.

Ο δίσκος είναι πιο πλούσιος απο το Accelerate και, όπως ομολογούν και οι πιο σκληροπυρηνικοί τους φαν, διαθέτει μερικά απο τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γράψει εδώ και μερικά χρόνια. Το "UBerlin" θυμίζοντας το "Drive" είναι μια απο τις κλασσικές μπαλάντες τους με τον Stipe να βρίσκεται σε ενδοσκοπική αλλά αισιόδοξη και ελπιδοφόρα διάθεση σε αντίθεση με το Accelerate που προσπαθούσε με χοροπηδηχτά να δείξει τον κίνδυνο που έρχεται. Στο υπέροχο "Oh My Heart", ακόμα ένα μελλοντικό κλασσικό τους κομμάτι που θα μας συντροφεύει για καιρό, ο Stipe αποφαίνεται "The storm didn't kill me/ The government changed" σε απάντηση στο "Houston" του προήγουμενου δίσκου που ομολογούσε απαισιόδοξα "Ιf the storm doesn't kill me/ Τhe government will". Εξίσου αισιόδοξο είναι το πιο παραδοσιακό "It Happened Today" στο οποίο βοηθά και ο Eddie Vedder με τα φωνητικά του.

Στιχουργικά (μιας και οι στίχοι του Stipe πάντα ήταν το μισό μέρισμα απο το κλάσμα των R.Ε.Μ.) βάζει τα γυαλιά σε όλους αυτούς τους γεροκλανιάρηδες με τα κουρασμένα μυαλά, ανεξαρτήτως ηλικίας, δείχνοντας ότι είναι ένας άνθρωπος που ζει και απολαμβάνει το σήμερα χωρίς να φοβάται την τεχνολογία. Στέκεται θαρραλέα απέναντι από τις χαοτικές εξελίξεις που καλπάζουν συνειδητοποιώντας ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να τα καταφέρεις (ή δήλωσή του πως κρατάει όλους του τους στίχους στο iκάτι του δεν είναι τυχαία).
Έτσι οι R.Ε.Μ. ακούγονται φρέσκιοι, ορεξάτοι και ακόμα δυναμικοί υπενθυμίζοντας ότι το μόνο που έχει αλλάξει από τις μέρες του ραδιοφώνου είναι μερικές τρίχες και μερικά κιλά παραπάνω. Απο δίπλα ο Mike Mills αγέραστος να δίνει την απαιτούμενη νεανική φρεσκάδα στα σοφά λόγια του Stipe.

Τα "Walk It Back" και "Everyday Is Yours To Win" είναι μερικοί ακόμα θρίαμβοι των ατόφιων μελωδιών που μας έχουν αφήσει οι Αθηναίοι. Και δε σταματούν εκεί. Υπάρχουν και εκλεκτότατοι καλεσμένοι όπως ο Eddie Vedder που αναφέραμε νωρίτερα. Η Peaches δίνει την αστείρευτη ενέργειά της στο "Alligator_Aviator_Autopilot_Antimatter" ένα τραγούδι βγαλμένο απο τις χρυσές εποχές του MTV. "This is my time and i'm thrilled to be alive" μουρμουρίζει ο Stipe στο ανατριχιαστικό "Blue" με την συμμετοχή της Patti Smith (που έχει μερίδιο στη σύνθεση του κομματιού) σε μια συνέχεια του "E-Bow the Letter" 15 χρόνια μετά.
Το Collapse Into Now είναι ο θρίαμβος του τώρα, είναι το μέρος που θέλουν να βρίσκονται οι R.E.M. εκεί κάπου ανάμεσα στην jangle pop τους και στα μελαγχολικά folk αριστουργήματά τους.





Η μεγαλύτερη απογοήτευση του πρώτου τετάρτου της χρονιάς και πιθανότατα η μεγαλύτερη απογοήτευση όλου του 2011 (αν αποδειχθεί μέτριος και ο δίσκος των Wild Beasts θα ζητήσω ιατρική βοήθεια).

Δραματικό ξεκίνημα το ξέρω αλλά γνωρίζετε πόσο πολύ λατρέψαμε το The Seldom Seen Kid. Το Build A Rocket Boys! δεν είναι μόνο ένα βήμα παρακάτω (και δύο και τρία) αλλά είναι μαζί ίσως με το Leaders Of The Free World το πιο αδύναμο άλμπου των Elbow. Mονότονος, επίπεδος, μη αξιομνημόνευτος και, περιέργως για τους Elbow, πολύ αδύναμος συνθετικά δίσκος.

Το "The Birds" είναι ένα ξεκίνημα που θα έπρεπε να μας ψυλλιάσει. Επιμονή σε μια μελωδία που δεν βγάζει πουθενά και σοκαριστικά αδιάφοροι στίχοι του Guy Garvey. Έπρεπε να μας ψυλλιάσει λέμε γιατί το "Lippy Kids" και το "With Love" θολώνουν κάπως τα νερά με την γλυκόπικρη σήμα κατατεθέν της μπάντας λυρικότητά τους. Το μεν "Lippy Kids" είναι ένας ύμνος και ταυτόχρονα έκκλιση στους νέους να χαρούν τη νιότη τους (όπως είπε και ο Guy είναι ένα τραγούδι αντίδραση στη φασιστική παρουσίαση της νεολαίας απο τα βρετανικά tabloids) στο δε "With Love" κυριαρχεί το μαντολίνο και η αγάπη που είναι θέμα χρόνου να σε βρει. Το θέμα όλου του δίσκου είναι ακριβώς ένα ταξίδι στα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Guy στο Bury όπου έφτιαξε τις πρώτες του αναμνήσεις και γνωρίστηκε με τους υπόλοιπους Elbow. Το θέμα θα μπορούσε να βγάλει ένα αριστούργημα τηρουμένων των συντελεστών και όμως...

Το "Jesus Is A Rochdale Girl" είναι μια εξαιρετική στιγμή του δίσκου για ένα κορίτσι απο το Rochdale (παιδικός έρωτας του Guy). Για χάρη της υποκύπτει στη χρόνια εμμονή του με τους Talk Talk και δανείζεται το σήμα κατατεθέν «πειραγμένο» keyboard τους απο το Laughing Stock.

Απο εκεί και πέρα, υπερβολικά επηρεασμένοι ίσως απο τη σκηνή του Sheffield, βουτάνε στα κλισέ και τις εύκολες λύσεις με τα "The Night Will Always Win" και "Open Arms". Λίγος αγγλικός αυτοσαρκασμός με το -πολύ έξυπνο στιχουργικά- "High Ideals", ένα αχρείαστο reprise του "The Birds" με τον ερασιτέχνη τραγουδιστή -συντηρητή του piano τους να αναλαμβάνει τα φωνητικά, το "Grounds For Divorce" των πολύ φτωχών που λεγεται "Neat Little Rows" και βουαλά έτοιμος ο δίσκος. Το τελευταίο "Dear Friends" μας υπενθυμίζει που πάσχει ο δίσκος. Του λείπει η ενορχήστρωση, η μεγαλοπρέπεια, το δράμα σε σωστές δόσεις και κάποιες συνθέσεις που δεν αποκαλύπτουν κατευθείαν τα χαρτιά τους. Γι'αυτό το "Dear Friends" (έχουμε flashback από το "Red" όποτε το ακούμε) θα μπορούσε να βρίσκεται στο Seldom Seen Kid και γι'αυτούς τους λόγους ο προηγούμενός τους δίσκος αλλά και ο πρώτος τους ήταν δύο απο τους καλύτερους δίσκους της προηγούμενης δεκαετίας.

Κοιτώντας τώρα στον επίλογο τις αποθεωτικές κριτικές για το Build A Rocket Boys! αναρωτιέμαι αν άκουσα τον ίδιο δίσκο. Αναρωτιέμαι επίσης αν η γνώμη μου θα βελτιωθεί μέχρι το τέλος του χρόνου και θα υπερισχύσει ο θαυμασμός για την προσωπικότητα του Guy Garvey απο την (όσο είναι δυνατή αυτή) αντικειμενικότητα του αυτιού μου. To "Jesus Is A Rochdale Girl" είναι το κάτι άλλο πάντως. Χμμ....

17.2.10

Some '00s #5: Post Britpop

Πολλοί αντιπαθούν τη λέξη Britpop. Ίσως επειδή περιέχει την επάρατο (για αρκετά indie παιδιά) λέξη pop στον τίτλο του, ίσως επειδή συνέβαλε ώστε να αναγνωριστεί ο περίφημος θάνατος του rock and roll (θα επανέλθουμε στο συγκεκριμένο θέμα στο επόμενο επεισόδιο) ή ίσως επειδή κουράστηκαν από τα τέλη της δεκαετίας των '90s και έπειτα όταν και έβγαιναν σωρηδόν παρόμοια συγκροτήματα με πολύ κοντινό ήχο μεταξύ τους, που μάλιστα δεν είχαν και πολλή σχέση ποιοτικά με τις πρώτες μπάντες που πήραν τον χαρακτηρισμό britpop. Με λίγα λόγια, από ένα σημείο και μετά ό,τι έβγαινε από τη Βρετανία είχε κολλημένο πάνω του συγκεκριμένη ταμπέλα.

Κι όμως, οι Ocean Colour Scene και ο χαρούμενος, ηλιόλουστος ήχος τους δεν είχε καμία φιλία με τον μελοδραματικό και εσωστρεφή ήχο των πρώτων δίσκων των Coldplay. Παρ'όλα αυτά και τα δυο έμπαιναν κάτω από την ίδια σκεπή παρά τη διαφορά ετών που αποδείχθηκαν πολύ σημαντικά για τη διαμόρφωση και την εξέλιξη της βρετανικής μουσικής.

Ως έννοια το "Britpop" έχει τις ρίζες του στις εποχές των mods, της βρετανικής εισβολής στην αμερικάνικη αγορά, των Beatles, των Kinks κλπ.. Επίσης σημάδεψε και μια εποχή που η Αγγλία άκμαζε σε αρκετούς τομείς. Ακόμα και στο ποδόσφαιρο, όταν στο Μουντιάλ του 1966 η κατά τα άλλα loser εθνική Αγγλίας έφερνε στη μαμά πατρίδα του ποδοσφαίρου το τρόπαιο.

Τα μέσα των '90s λοιπόν ήταν μια κατάλληλη περίοδος για να επανακάμψει το κίνημα. Η εποχή αντιπροσώπευε το βλέμμα σε μια νέα πιο αισιόδοξη αυγή για την Αγγλία. Μετά τη Μαύρη Τετάρτη του John Major, την είσοδο του κόσμου στην εποχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης άνευ ψυχρών πολέμων και άλλων περιορισμών, τις βιομηχανικές περιοχές που είχαν καταντήσει ανοιχτό φέρετρο ονείρων για τη νεολαία αλλά έβγαζαν κάποιες ακτίνες ελπίδας μέσω των μουσικών ιδιοφυών που ανατράφηκαν σε αυτές (τρανό παράδειγμα το Μάντσεστερ), εμφανίστηκε ένας άνθρωπος που ενέπνευσε όσο ελάχιστοι τους Άγγλους. Και εδώ αξίζει credit στην uptight που μου υπενθύμισε πόσο βαθιά ήταν η επιρροή του πολιτικού σκηνικού στην εξέλιξη της αναβίωσης της Britpop.

Το 1994 ο νεαρός ηγέτης των εργατικών με το φουντωτό μαλλί έκανε την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος να πιστέψει σ' αυτόν οδηγώντας μετά από τρία χρόνια τον John Major στη μεγαλύτερη ήττα των συντηρητικών τα τελευταία 100 και κάτι χρόνια. Η εμφάνιση ενός νέου δυναμικού ηγέτη στην αντιπολίτευση σήκωσε ένα κύμα χαράς και ελπίδας στους Άγγλους αφού ο ίδιος τους έπεισε με τις υποσχέσεις του ότι είναι ο κατάλληλος να τους οδηγήσει στη νέα εποχή.

Ήταν η τέλεια εποχή για μια καινούργια αρχή και οι συνθήκες δημιουργήθηκαν, και με τη βοήθεια της τύχης, ιδανικά. Το grunge αυτοκτόνησε, η Αγγλία διοργάνωνε το Εuro 1996 και η ομάδα του Gascoigne, του Shearer, του McΜanaman και των άλλων παιδιών είχε πολλές ελπίδες να το σηκώσει και η Αγγλική μουσική γνώριζε χρυσές στιγμές με κόντρες, άνοιγμα στην μεγάλη αμερικάνικη αγορά αλλά, πάνω απ' όλα, στυλ και μελωδίες πρώτης ποιότητας. Εξ’ου και η αισιοδοξία των Ocean Colour Scene, των Cast, των Shed Seven, των Sleeper, των Dodgy, των Elastica, των πρώιμων Blur αλλά κυρίως των (κυριολεκτικά) αντιπροσώπων του εργατικού κόμματος Oasis. Ήταν η εποχή που οι εργατικοί έβγαιναν μπροστά, δυνατοί και έτοιμοι να ηγηθούν.

Όπως μας έχει διδάξει η ιστορία όμως, όταν οι άνθρωποι ελπίζουν στους πολιτικούς απογοητεύονται οικτρά. Κάπως έτσι έσπασαν τα μούτρα τους και οι Άγγλοι. Το ότι ο Gazza έφυγε τελικά με σκυμμένο το κεφάλι από το Γουέμπλεϊ εξαιτίας των καταραμένων Γερμανών και των αλάνθαστων πέναλτί τους ήταν άσχημο αλλά όχι όσο ήταν η απομυθοποίηση του Blair όταν πήρε την εξουσία.

Η Αγγλία εξαιτίας του έγινε κομπάρσος και ο ίδιος ένα θλιβερό σκυλάκι (όπως πολύ καθαρά αποτύπωσε την πραγματικότητα ο George Michael) της Αμερικής. Και μόνο το ότι πλέον η Αγγλία λογιζόταν ως το μικρό αδελφάκι των πρώην αποικιών ήταν ένα τρομερό χτύπημα στον τεράστιο εγωισμό των Άγγλων. Βάλτε και το OK Computer που πολλοί λένε ότι στραγγάλισε την Britpop με το ένα του χέρι, την low key αλλαγή των Blur, την τεράστια επιτυχία του μελαγχολικού Urban Hymns των Verve και το γεγονός ότι οι Oasis αδυνατούσαν να γράψουν καλά τραγούδια και κάπως έτσι ήρθε η αλλαγή κατεύθυνσης.

Κι εδώ έρχονται οι Coldplay με τους συναισθηματισμούς τους που λέγαμε προηγουμένως. Έτσι, από τη Britpop revival περάσαμε στην post-Britpop εποχή (άλλοι δύο αχρείαστοι προσδιορισμοί που όμως διευκολύνουν αφάνταστα την ζωή των τεμπέληδων μουσικοκριτικών). Η εποχή αυτή συνοδεύτηκε με πιο ντροπαλά χρώματα και πιο ενδοσκοπικούς στίχους αλλά δυστυχώς και με πολύ πιο αδύναμες συνθέσεις και δίσκους.

Η post-Britpop εποχή που διανύσαμε την δεκαετία που μόλις αφήσαμε πίσω μας περιγράφεται από τη μετατροπή των Coldplay από αξιοπρεπέστατη μπάντα που ειδικευόταν σε μπαλαντοειδή μελωδικά ροκ κομμάτια σε κακέκτυπο των U2 χωρίς μάλιστα τον βαρύ πρότερο κατάλογο των Ιρλανδών, την αλλαγή των Snow Patrol από lo-fi ποπ ροκ μπάντα με κοφτερές κιθάρες στο μελό του "Chasing Cars", τη γενική ανικανότητα των Stereophonics (αν και το "Have A Nice Day" σε χαζεύει ευχάριστα), τη μονοτονία των Idlewild, τα άδεια παντελόνια των Embrace (το "Gravity" τους άλλη μια ένοχη απόλαυση), τη κοινοτυπία των Starsailor, τη βαρετή μανιέρα των Athlete και τους Keane που έχουν μια ωραία φωνή αλλά δυστυχώς πηγαίνουν όπου τους φυσάει ο άνεμος (Θέλετε μελωδίες; Μα ναι ότι πείτε! Θέλετε '80s revival; Yes sir! Θέλετε U2; Φυσικά, γιατί όχι, αρκεί να μη μας διώξετε από την εταιρεία!).

Οπότε τί μας μένει; Οι καλές προθέσεις και η πολύ ευχάριστη ρομαντικότητα των Travis του αξιαγάπητου Fran Healy που με πολλές γλυκύτατες αλλά όχι γλυκερές στιγμές δεν υποκρίνονται τίποτα και ξέρουν τα όριά τους. Αποτέλεσμα, ακόμα και πρόσφατα να κυκλοφορούν φοβερά πιασάρικα ποπ κομμάτια που σε κάνουν να αισθάνεσαι ζεστασιά.

Όμως το όλο πράγμα χρειαζόταν μια ώθηση πραγματικής συνθετικής ιδιαιτερότητας και εφευρετικότητας. Και ας είναι καλά το Μάντσεστερ που προστάτευσε την τιμή της Αγγλίας και της Βασίλισσας.

Παίρνοντας τα πρωτόλεια στοιχεία της Βritpop, δύο μπάντες που έχουν υπερβολικά πολλές ομοιότητες σε σημείο που αρκετοί ακόμα μπερδεύουν το ποιός είναι ποιός (έχουν μέχρι και τον ίδιο αριθμό γραμμάτων στο όνομά τους) αναδύθηκαν από τον πάτο του βαρελιού της φρενήρους σκηνής του Μάντσεστερ βγάζοντας στο τραπέζι ο καθένας τις επιρροές του και χαρίζοντάς μας μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες μουσικές στιγμές της δεκαετίας του 2000.

Οι Doves και οι Elbow ξεκίνησαν περίπου απ'την ίδια αφετηρία, περνούν από περιστρεφόμενες πόρτες, πηγαίνουν μπρος πίσω, παράλληλα ο ένας απ'τον άλλον, άλλοτε πιο ψηλά, άλλοτε πιο χαμηλά, αλλά τα τελευταία 10 χρόνια είναι εδώ και υπάρχουν ως αξιοσέβαστοι, και αρκετές φορές τιμημένοι από τα βρετανικά βραβεία Mercury's, καλλιτέχνες.

Πρώτα οι Doves, αφού δοκίμασαν να φορέσουν μια dance φόρμα επηρεασμένη από την σκηνή του Madchester με όνομα Sub Sub (προσπάθεια που τελείωσε άδοξα και τραγικά αφού το στούντιό τους καταστράφηκε από μια πυρκαγιά κάνοντας στάχτες πολύ από το υλικό που είχαν ηχογραφήσει), άλλαξαν στον alternative rock εαυτό τους που γνωρίζουμε σήμερα. Το 2000, το Lost Souls τους, εμπνευσμένο από τον ανυπέρβλητο ηχητικό καταιγισμό layers του OΚ Computer μας προσέφερε το πανέμορφο σκότος του "Firesuite", φτιαγμένο την εποχή που κυκλοφορούσαν ως Sub Sub, και κυρίως το "Here It Comes", ένα από τα κομμάτια της δεκαετίας που αντέχουν περισσότερο στο χρόνο, με τα φωνητικά του Andy Williams να περιγράφουν μια «άρρωστη» κατάσταση που ήταν και είναι καθημερινότητα στο Μάντσεστερ - "Τhis is a call/ Α call to all/ Ιt goes out to those/ Who've been bad/ And I should know/ Because Ι've been/ Maybe once a week on Mondays" - την εθιστική μελωδία της κιθάρας να το συνοδεύει και το παιχνιδιάρικο πιάνο του Martin Rebelski να δίνει έναν ασυγκράτητο τόνο.

Τα "Sea Song", "Cedar Room" και "The Man Who Told Everything" ήταν μακρές υπνωτικές συνθέσεις που προσπαθούσαν να γίνουν οικείες αλλά όχι ευκολοχώνευτες. Στο πρώτο έφτιαξαν ένα ambient μαξιλάρι με ακουστικές κιθάρες που είναι ιδανικό για εκείνες τις μέρες που κοιτάς έξω από το τρένο χωρίς να σε ενδιαφέρει τι γίνεται μέσα σ' αυτό. Στο "Cedar Room" κινούνται στα όρια της δακρύβρεχτης υπερβολής αλλά δεν τα ξεπερνούν ποτέ ενώ o Jimi Goodwin ακούγεται τόσο μοναχικός όταν λέει "And I tried to sleep alone/ Βut I couldn’t do it/ Υou could be sitting next to me/ Αnd I wouldn’t know it" που το νιώθεις σαν υπενθύμιση όλων των στιγμών που έχεις νιώσει ποτέ μόνος. Ένα πολύ αδιάκριτο ξύσιμο πληγών αν θέλετε. Στο "The Man Who Told Everything" δοκιμάζουν μια τζούρα από έγχορδα που ξυπνούν το αδρανή άνθρωπο καλώντας τον να σηκωθεί επιτέλους από το κρεβάτι, να βγει στον κόσμο και να μιλήσει. "Be a world child form a circle" που λένε και στην Οξφόρδη.

Γενικά όλος ο δίσκος είχε παρόμοια ατμόσφαιρα. Σαν πρωινό Δευτέρας που το μάτι σου δεν λέει ν'ανοίξει αλλά στην πραγματικότητα έχεις ξυπνήσει αρκετή ώρα, αισθάνεσαι να γίνεσαι όλο και πιο αξύριστος και πιο βρώμικος όσο προχωράνε οι στιγμές περιμένοντας να χτυπήσει το τηλέφωνο που μένει ανεξήγητα βουβό για καθημερινή, και με μια τρύπα στο στομάχι σου σηκώνεσαι χωρίς καμία προσδοκία, δίνοντας άλλη μια προσπάθεια σε άλλη μία μέρα, ξέροντας ότι θα την αντιμετωπίσεις μόνος, αλλά με μια μικρή εστία ελπίδας να σου οδηγεί τα βήματα.

Το 2001 και μετά από πολλές ταλαιπωρίες οι Elbow επιτέλους ευτύχησαν να δουν τον πρώτο τους δίσκο κάτω από τη σκέπη της V2 η οποία είχε την ατυχή έμπνευση να τους διώξει μετά το Leaders Of The Free World (πως σου φάνηκε το πολυβραβευμένο και καλοπουλημένο Seldom Seen Kid κυρία EMI;). To Asleep in the Back δεν επιβεβαίωσε απλώς ότι κάτι κινείται στην Αγγλική σκηνή που κρατιόταν γερά απ'την σοκαριστική αλλαγή των Radiohead και τους τοπικούς Αγγλικούς ήρωες τύπου Badly Drawn Boy απέναντι στην αμερικάνικη λαίλαπα των Strokes, των Interpol και των White Stripes, αλλά παρουσίασε έναν απίστευτα μεταδοτικό στιχουργό και σπουδαίο ερμηνευτή με το όνομα Guy Garvey. Με επιρροές όπως οι Talk Talk, έφτιαξαν ένα αριστούργημα που είναι απίστευτο κατόρθωμα αν σκεφτεί κανείς πως ήταν ο πρώτος τους δίσκος. Για άλλα συγκροτήματα θα ήταν εκτός από μια εκρηκτική αρχή και ένα απροσπέλαστο εμπόδιο για τους επόμενους δίσκους τους.

Πως να ξεπεράσεις το μεγαλειώδες progressive rock του "Newborn" που έδειχνε από τότε πως ο Garvey γράφει ύμνους στην αφοσίωση και τη συντροφικότητα με την ίδια ευκολία που κατεβάζει ένα pint, την ιδιοφυή ποπ αμεσότητα του "Red", το μάντρα της φυγής του "Any Day Now", το α λα Laughing Stock γλυκόπικρο τελείωμα του "Powder Blue" και το (θα έπρεπε αν είχε κάνει την ταινία νωρίτερα ο Guy Ritchie) soundtrack στον καινούργιο Sherlock Holmes, "Little Beast". Α ναι, να μην ξεχάσουμε τον φόρο τιμής στην νευρική και κλινική κιθάρα του Bernand Sumner στο "Bitten By The Tail Fly", ένα πολύ διασκεδαστικό καθρέφτισμα μιας Σαββατιάτικης νύχτας στο Μάντσεστερ που παρουσιάζει τον Guy Garvey σαν κυνηγό ημιμεθυσμένων κοριτσόπουλων, θυμίζοντάς μας τον απολαυστικό Frank McKey, και μέσα από τα tribal ντραμς του ξεσπάει σε ένα free jazz παραλήρημα.

Η ιστορία συνεχίζεται το 2002 όταν οι Doves κυκλοφορούν το The Last Broadcast που προσπάθησε και κατάφερε να είναι πιο άμεσο από τον προκάτοχό του. Το γλυκό ριφάκι του "Words", η αστική ζούγκλα του "There Goes The Fear", το επίμονο χτύπημα (sic) του "Pounding" και η καθαρή Βritpop του "Caught By The River" ήταν σίγουρα πιο προσβάσιμα. Αλλά ακούγοντάς τα ξανά σήμερα, εκτός απο το "Caught By The River", το single material του δίσκου ωχριά μπροστά στη μαγεία του "M62" που είναι ένας επαναπροσδιορισμός του "Moonchild" των King Crimson, του παραμυθένιου "Friday's Dust" και του πανέμορφου δίδυμου "Last Broadcast" - "The Sulphur Man". Εν ολίγοις, το άλμπουμ πέτυχε να τους κάνει ευρύτερα γνωστούς χαρίζοντάς τους πρωτιές στα αγγλικά charts αλλά ακούγονται πιο ασταθείς σε σχέση με το Lost Souls.

Ξανά άλμα πίσω (ή μπροστά) στους Elbow. 2003 και η αλληλουχία Doves-Elbow-Doves-Elbow συνεχίζεται. Ο δεύτερος δίσκος τους ονομαζόταν Cast Of Thousands και ξεκινάει με τον Guy Garvey να τραγουδά φλεγματικά "All you have is kisses" λες και είναι ένα ασήμαντο πράγμα να πάρει κανείς. Πιο ανεβαστικό και με εντονότερους ρυθμούς, όπως στο προαναφερθέν "Ribcage" όπου η χορωδία κάνει εκπληκτική δουλειά ή στο "Fallen Angel" όπου γνωρίζουμε έναν rock και εξωστρεφή εαυτό του Guy που θα αναπτύξει αργότερα στο Leaders Of The Free World ή σε συγκεκριμένα κομμάτια όπως το πρόσφατο "Grounds For Divorce", ενώ το δοτικό πνεύμα συνεχίζεται στο "Fugitive Motel", την κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του "Red" μιας και έχει δανειστεί πολλά από τη λυρική του έκφραση.

Αλλά εδώ έχουμε και πολλά καινούργια κόλπα που σχημάτισαν τη μπάντα όπως την ξέρουμε σήμερα. Η παραγωγή του δίσκου που την έχουν αναλάβει οι ίδιοι μαζί με τον Ben Hillier δείχνει μια αγάπη προς την quiet/loud/quiet δυναμική με τρανό παράδειγμα το "Snooks" και τις χαρακτηριστικές κραυγές του ενδιαμέσως μιας υποχθόνιας μελωδίας. Πέρα από αυτά, οι δύο καλύτερες στιγμές του δίσκου που το φέρνουν δικαιωματικά στη ζυγαριά απέναντι από το Asleep In The Back είναι τα "Switching Off" και "I've Got Your Number". Το πρώτο είναι ένα σπαρακτικό έπος για την τελευταία εικόνα που θέλει να διαλέξει ο πρωταγωνιστής πριν αποθνήσκει. Ναι, προφανώς υπάρχει κορίτσι στην εικόνα αυτή.

Α, είπαμε ότι το είχε διαλέξει ο John Cale ως ένα από τα κομμάτια που θα έπαιρνε μαζί του σε ένα ερημικό νησί;

Στιχουργικά πάντως η αδιαμφισβήτητη κορύφωση είναι το "I've Got Your Number" που θα έκανε τον Stuart Staples να δακρύσει με την «3 το βράδυ» ατμόσφαιρά του. Στριγγλιάρικες κιθάρες γεφυρώνουν την ψιθυριστή φωνή του Guy που μιλάει για μια σχέση βασισμένη στο sex ή για μια σχέση που είναι βασισμένη στο sex με κάποιον άλλον. "Don't put this note by your face on the pillow/ Don't put this letter in the pocket near your heart" ή σε άλλη περίπτωση "Your lies are fluorescent my babyfaced angel/ Grow a fucking heart love" ή μία απο τις πιο διφορούμενες ευχές που έχω ακούσει ποτέ - "Keep it in the bottom drawer where you hide the sex tools/ I pray you always need them" με την ειρωνική πιανιστική έξοδο.

Παρεμπιπτόντως, το "Fallen Angel" είχε επιλεγεί για το soundtrack του 9 Songs και πάρα πολύ κακώς με όλο τον σεβασμό στον κ. σκηνοθέτα. Αν θέλεις να κάνεις μια ταινία για το sex και τις κρυφές ατζέντες των παρτενέρ και θες να διαλέξεις ένα τραγούδι των Elbow, απλούστατα δεν μπορείς να μη βάλεις το "I've Got Your Number".

Όλα καλά μέχρις εδώ λοιπόν. Οι πρωταγωνιστές μας έχουν βγάλει από δύο σπουδαίους δίσκους και περιμένουμε με αγωνία τον τρίτο τους.

Το έτος 2005 έχουμε τη τύχη να ακούσουμε το Some Cities των Doves και το Leaders Of The Free World των Elbow. Μπορούμε να πούμε ότι στον άτυπο συναγωνισμό των δύο δίσκων έχουμε μάλλον ισοπαλία. Είναι η πρώτη φορά όμως που αισθανόμαστε ότι και οι δύο βρίσκονται σε μια κάμψη, επαναλαμβάνοντας, λιγότερο επιτυχημένα, παλαιότερα κόλπα.

Οι Doves βγάζουν ένα ευχάριστο πρώτο single με τίτλο "Black And White Town" που όμως δεν είναι κάτι παραπάνω από ένα alternative rock αναμάσημα του καταλόγου τους. Τα πράγματα μετά καλυτερεύουν με την dream pop του “Almost Forgot Myself” και τις αφελείς αλλά αξιαγάπητες παραινέσεις του Williams και του Garvey (τι νομίζατε, ότι δεν αλληλοβοηθούνται τα παιδιά;) που έρχονται μαζί με το γλυκό fingerpicking του ρεφρέν δίνοντας μια απαραίτητη ελαφρότητα στην σχεδόν πάντοτε επίπεδη φωνή του Goodwin και τις trademark μελωδίες, που γράφουν Doves από την αρχή ως το τέλος, "Snowden", "One Of These Days" και "Someday Soon" που κορυφώνονται σε έναν κυκεώνα θλιμμένων φθινοπωρινών κιθάρων.

Το εντυπωσιακό και φιλόδοξο "Storm" δανείστηκε τα ανεπαίσθητα, σαν ήρεμα κύματα, έγχορδα του Ryuichi Sakamoto και έχτισε πάνω τους μια κλασσική Βritpop μπαλάντα ενώ το "Ambition" ηχογραφήθηκε σε ένα μοναστήρι στο στυλ της ιερής σιωπής και της πένθιμης προσευχής του "A House" από το Lost Souls.

Στον αντίποδα, μαζί με την αφηρημάδα που προκαλούσε το “Black And White Town”, υπήρχε το ομώνυμο με τον δίσκο τραγούδι "Some Cities" που δεν γλίτωνε τα χασμουρητά ή το b-side στην καλύτερη των περιπτώσεων "Walk In Fire" που ακουγόταν σα να το έγραψαν μέσα σε 10 λεπτά. Όλα αυτά έφτιαξαν ένα δίσκο που ήθελε να συνεχίσει με φόρα από τα προηγούμενα αλλά έχανε εμφανέστατα καύσιμα σε κάποια κρίσιμα σημεία.

Από την άλλη το Leaders Of The Free World ήταν ο επιθανάτιος ρόγχος των Elbow στην V2. Πούλησε αρκετά μέτρια αλλά ήταν χαρακτηριστικό πως ήταν το πρώτο άλμπουμ τους όπου έκαναν μόνοι τους την παραγωγή. Άλλωστε δεν ήταν ξένοι με τη διαδικασία. O Guy Garvey έχει υπάρξει σχεδόν μόνιμος παραγωγός των I Am Kloot ενώ είναι ιδιοκτήτης της Skinny Dog Records που ειδικεύεται σε μπάντες από το Μάντσεστερ. Ο δίσκος ήταν προφανώς πολιτικοποιημένος και, παρ'ότι είχε τις κλασσικές τους ωδές στην αγάπη και τα δυναμικά τους ξεσπάσματα που ακούγονται οργισμένα και γεμάτα αγγλική ειρωνεία, εν τούτοις όλα μοιάζουν λιγότερο καθοριστικά σε σχέση με πριν. Τα τριανταφυλλένια "Station Approach" και "The Stops" είναι αναμφισβήτητα όμορφα αλλά λιγότερο σημαντικά και «ζωντανά» από τα προηγούμενα παρόμοια κομμάτια τους. Εξαίρεση τo "An Imagined Affair" που έχει την αίσθηση ενός κλασσικού Elbow κομματιού, με το απαλό πιάνο που ίπταται να το κάνει να ακούγεται ακόμα πιο ντροπαλό και χαριτωμένα άβολο μέσα στο κουκούλι του. Οι καλύτερες στιγμές του δίσκου έρχονται από το θεατρικότατο "Forget Myself", το δηλητηριώδες "Leaders Of The Free World" που επιβεβαίωνε αυτό που φοβόμασταν ("The leaders of the free world/ Are just little boys throwing stones/ And it's easy to ignore til they're knocking on the door of your homes") και το ξεκαρδιστικό "Mexican Standoff", μια ελεγεία στη ζήλεια μιας και ο Guy το εμπνεύστηκε όταν είδε μια φωτογραφία του πρώην φίλου της κοπέλας του: "I'm not superstitious but if I can get/This ball in the basket /Then he'll wake up dead/ Your sweet reassurances don't change the fact/ That he's better looking than me/ Yet he'd look ideal 'neath the wheels of a car/ Oh Mexican standoff I wish I was part".

Ίσως τα συγκεκριμένα άλμπουμ φάνηκαν πιο αδύναμα από τις προηγούμενες προσπάθειές τους γιατί και οι δύο προσπαθούσαν να καθορίσουν το έδαφός τους. Προσπάθησαν να οριοθετήσουν τον ήχο τους ώστε να μπορέσουν να επεκταθούν στη συνέχεια. Αυτό το κατάφεραν κάπως καλύτερα οι Doves που έμοιαζαν να πατάνε λίγο καλύτερα τη συγκεκριμένη περίοδο από τους Διόσκουρούς τους. Υπό την έννοια του καθορισμού ενός ήχου καλά τα κατάφεραν και οι Elbow δείχνοντας όμως περισσότερη αστάθεια, έχοντας παράλληλα και να αντιμετωπίσουν μικρότερη αποδοχή από κοινό και κριτικούς και προφανώς την έλλειψη εμπιστοσύνης από την εταιρεία τους. Αν κάποιος πόνταρε στο ποιός θα κάνει το επόμενο καθοριστικό βήμα οι Doves έμοιαζαν να έχουν χτίσει ευνοϊκότερες και σταθερότερες συνθήκες.

Πέρασαν 3 χρόνια για τους Elbow και τέσσερα για τους Doves. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα πολλά ανατράπηκαν. Το 2009 οι Doves παρουσίασαν το Kingdom of Rust, έναν υπερβολικά ψειρισμένο δίσκο που ήταν ασυνήθιστα γι'αυτούς κούφιος σε συναίσθημα, με τους ίδιους να ακούγονται περισσότερο κορεσμένοι και ξεπερασμένοι από ποτέ. Παρ'ότι το έψαξαν περισσότερο στα "Compulsion", το "House Of Mirrors" και το "Jetstream", κανένα απ' αυτά τα τρία δεν παρήγαγε κάτι άξιο λόγου. Ανέμπνευστοι, έμοιαζαν σα να μάζεψαν τις χειρότερες στιγμές τους. Η τριάδα στο κέντρο (αν βγάλουμε έξω το "Birds Flew Backwards" που είναι μία από τις χειρότερες ερμηνείες του Goodwin) με το "10.03", το "Greatest Denier" και το "Spellbound" προσπαθεί να αναβιώσει και το καταφέρνει επιτυχημένα τις παλιές όμορφες στιγμές των Doves χωρίς όμως και πάλι να προσθέτει τίποτα καινούργιο. Προσωπικά, ήταν η μεγαλύτερη απογοήτευση της περυσινής μουσικής χρονιάς.

Μπορεί όμως να ήμουν και περισσότερο αυστηρός μαζί τους γιατί μια χρονιά πριν το έτερον Μανκουνιανό τους ήμισυ έβγαλε ακόμα έναν δίσκο που θα έμπαινε πολύ ψηλά στα καλύτερα της δεκαετίας μας. Η ζυγαριά αυτή τη φορά έχει γείρει κατά πολύ προς τον, παχύτερο έτσι και αλλιώς, Guy Garvey. Όσο και να συμπαθούμε και τους δύο (εντάξει, περισσότερο τους Elbow ας μην κρυβόμαστε) το γεγονός παραμένει: ο 4ος δίσκος των Doves ήταν ο χειρότερος στην καριέρα τους ενώ ο 4ος δίσκος των Elbow ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο καλύτερός τους. Στο Seldom Seen Kid το κουιντέτο των Elbow ενδίδει επιτέλους στις jazz επιρροές του και παντρεύει την δημιουργικότητα σε νέα απάτητα γι'αυτούς εδάφη με την άμεση μεταδοτικότητα. Περισσότερα στις λίστες μας του 2008 που τις κόσμησε από την πρώτη θέση των άλμπουμ.

Αν μετά το 2005 οι Elbow έπρεπε να αποδείξουν σε όλον τον κόσμο ότι κάνει λάθος να τους υποτιμά, σε αυτή τη διαδικασία τώρα θα πρέπει να μπουν οι Doves. Οι Elbow απλά πρέπει να συνεχίσουν τόσο εμπνευσμένα και οι Doves να μην πάθουν το θανατηφόρο και ανέλπιδο σύνδρομο Puressence.

Όπως και να’χει έχουμε να κάνουμε με έξυπνες μπάντες. Κατάλαβαν πολύ γρήγορα ότι η Britpop ήταν αδιέξοδη και προχώρησαν σε άλλα, πιο συναρπαστικά μονοπάτια.
Γιατί όπως και να το κάνουμε, το να θέλουν οι Doves να γίνουν τα μικρά αδερφάκια των Radiohead και οι Elbow των Talk Talk είναι ένας φιλόδοξος, δύσβατος αλλά ευγενής σκοπός που το some beans στηρίζει και δίνει και λεφτά για την καμπάνια άμα λάχει.

Doves - "Here It Comes" από το Lost Souls
Elbow - "I've Got Your Number" απο το Cast Of Thousands

15.10.08

We have the driver and time on our hands/ One little room and the biggest of plans

“At the top I'm stopping by/ Your place of work and acting like/ I haven't dreamed of you and I and marriage in an orange grove/ You are the only thing in any room you're ever in”

Με αυτά τα λόγια που ξεστομίζει ο Guy Garvey στο εναρκτήριο κομμάτι του φετινού δαφνοστεφανωμένου δίσκου των Elbow δεν είναι δυνατόν να μην επαναφέρει τον ρομαντισμό στην σύγχρονη Βρετανική ροκ. Όχι όμως τον «ωχ μόλις απάτησα/με απάτησε η γκόμενα μου, τι υγρό και μοναχικό αυτό το βράδυ στο Νόττιγχαμ» ρομαντισμό των Tindersticks, ή τον «μ’ αρέσει να γράφω τραγούδια αγάπης, αλλά κοιτάξτε πόσους πολλούς συγγραφείς διαβάζω! Αλήθεια εσείς πότε ανοίξατε βιβλίο για τελευταία φορά;» ρομαντισμό των Divine Comedy. Αλλά τον αυθεντικό ρομαντισμό, σαν αυτόν που αισθάνεσαι όταν ευλογείς την τύχη σου κάθε στιγμή για την καλή σου μοίρα, αυτός που καμιά φορά σε κάνει να αναρωτιέσαι έντρομος αν ονειρεύεσαι ή πραγματικά ζεις κάτι τόσο αδιανόητο μέχρι τότε.

Ακούς την ζεστή και φιλική φωνή του Guy να μιλάει για τις χαριτωμένες του ανασφάλειες απέναντι σε μια μικρότερη ηλικιακά κοπέλα, να νοσταλγεί ανέμελες εποχές ξαπλωμένος στο γρασίδι μαζί της, να παρατηρεί πόσο άσχημο και δευτερεύον είναι το φεγγάρι μπροστά στη θέα της αγαπημένης του, και νομίζεις ότι ακούς τον στενότερο σου φίλο σε μια μεταμεσονύχτια εξομολόγηση. Ο Guy μιλάει με λόγια ειλικρινή και ξεριζωμένα μέσα από την καρδιά του, για την γλυκιά ανυπομονησία και αδιαφορία για οτιδήποτε άλλο που σου προσφέρει ένας άνευ όρων έρωτας.

Διαλύοντας τα pop τραγούδια που καταπιάνονται συνήθως με το θέμα, και περισσότερο εξαντλούνται στα «I love you, you love me, why don’t we get married» ερωτικά ποιηματάκια, που χρησιμεύουν για να «ρίξει» ο κομπλαρισμένος φίλος μας το ραντεβού του. Και δεν είναι μόνο στο “Starlings” που εναποθέτει κομμάτια της έντονης συναισθηματικότητας του, και της ανάγκης του να μιλήσει χωρίς να ντρέπεται να παραδεχτεί κάποια πράγματα που πολλοί και μόνο που τα σκέφτονται τα διώχνουν στην πίσω πλευρά του κεφαλιού τους. Το μισό σχεδόν άλμπουμ είναι ένα υπέροχο στιχουργικό μελένιο γλύκισμα που το ακούς και 1. αν είσαι ερωτευμένος έχεις έτοιμο υλικό για 20 και βάλε κάρτες ή 2. αν δεν είσαι ανυπομονείς μελαγχολικά για τον έρωτα στην επόμενη γωνία.

Επειδή όμως ο κύριος Garvey είναι κλασσικός Άγγλος, μπορεί στο αίμα του να τρέχει ο αδάμαστος ερωτισμός και ρομαντισμός που σφιχτοδένει τους ήρωες του Shakespeare, τρέχει όμως και η ανάγκη να μιλήσει για τραγωδίες και τα διδάγματα αυτών όπως και πάλι συνήθιζε ο γέρο-Γουίλλιαμ. Γιατί στην ουσία ο υπόλοιπος δίσκος όπως και ο τίτλος του Seldom Seen Kid είναι αναφορές στον πρόωρα και απότομα χαμένο Bryan Glancy, μουσικό και αδερφικό φίλο του Guy Garvey. Απόδειξη ο τελευταίος τραγικός στίχος του άλμπουμ “Love you mate” όπου αποχαιρετά τον φίλο του, με την συνοδεία ενός γλυκόπικρου πιάνου και μερικών δακρυσμένων βιολιών. Κάνοντας το κομμάτι “Friend of Ours” τον ωραιότερο επικήδειο που έχω ακούσει μαζί με αυτόν.

Είναι ένας δίσκος με μεγάλες αντιθέσεις. Για κάθε “I have an audience with the pope/ Αnd I'm saving the world at 8/ But if she says she needs me/ Everybody's gonna have to wait” υπάρχει κι ένα “Gotta get out of TV/ Just pick a point and go/ The ticker-tape tangles my feet/ As I search for a face that I know” και για κάθε “Someone tell me how I feel/ It's silly wrong but vivid right/ Oh, kiss me like the final meal/ Yeah, kiss me like we die tonight” υπάρχει και ένα “The bruise turns a tall, gentle boy to a terrible totem/ And the kids gather round trying to see what's inside/ I think when he's drinking he's drowning some riot/ What is my friend trying to hide?” Η ζεστασιά και η γαλήνη ενός έρωτα, σε αντίθεση με την απώλεια και την απομόνωση.

Το κεντρικό κομμάτι του δίσκου “The Loneliness Of The Tower Crane Driver” μοιάζει σαν αναφορά στο αριστούργημα των Grandaddy “He's Simple, He's Dumb, He's the Pilot” με μία τεράστιας συναισθηματικής κατάθεσης κορύφωση, για το οποίο ο ίδιος ο Garvey λέει τα εξής:

"My brother in law met a tower crane driver in a bar who began the night boasting about how well paid he was and how much he loved his job. He ended the night crying into his beer with loneliness. Ambition, if pursued to the cost of everything else, can leave you high, dry and lonely."

Φυσικά υπάρχουν και οι χαλαρές στιγμές όπως το “Grounds For Divorce”, όπου ο Guy βλέπει την παμπ της γειτονιάς του σαν την τρύπα που πέφτουν όλα τα αρσενικά προς εκνευρισμό των θηλυκών, ενώ στο “The Fix” φωνάζει τον κοσμοπολίτη Richard Hawley, και μαζί γράφουν το τραγούδι που κανονικά έπρεπε να είχαν γράψει από την αρχή της γνωριμίας τους ο Greg Dulli με τον Mark Lanegan.

Η μουσική όπως και στους υπόλοιπους δίσκους των Elbow είναι πολύ πλούσια και πολυεπίπεδη ώστε να σου κάνουν εντύπωση πολλά καινούργια πραγματάκια κάθε φορά, ο Mark Potter εντυπωσιάζει με την παιχνιδιάρικη αλλά διαπεραστική κιθάρα του, ενώ έγχορδα και keyboards μελαγχολικά και μεγαλοπρεπή δεν κλέβουν ποτέ την παράσταση από τα πάντοτε κατάλληλα για την περίσταση απαγγελμένα φωνητικά του Garvey, αλλά διεκδικούν επί ίσοις όροις το δικό τους κομμάτι από το νεοαποκτηθέν Mercury Award.

Μπορεί κάποιοι να ανησυχήσαμε μετά το τρίτο τους άλμπουμ, μήπως οι Elbow δεν κατάφερναν να φτάσουν εκεί που ήταν ικανοί, όπως περίμενε και ο John Cale, ο οποίος είχε διαλέξει το “Switching Off” σαν το κομμάτι που θα έπαιρνε μαζί του σε ένα ερημικό νησί. Όμως αυτή τη φορά έχουμε τις πιο σπαραξικάρδιες, αγαπησιάρικες, χαβαλεδιάρικες στιγμές που κατάφεραν να χωρέσουν ποτέ σε ένα άλμπουμ οι Elbow,αποχαιρετώντας μας με την σιγουριά ότι όλοι κάποια μέρα θα τα πίνουμε με το “Seldom Seen Kid”.

Ας ελπίσουμε λοιπόν αυτό το ποτισμένο με πάθος και ρεαλισμό, χωρίς υπερβολές και κλαψιάρικες υποκρισίες δημιούργημα, να κερδίσει την θέση που του αξίζει στην ιστορία.

10.9.08

They say I'm on top of my game

Μπορεί και να είστε αγαπητέ Guy.

Το κέρδισαν λοιπόν οι Elbow το Mercury, θριαμβεύοντας έναντι μεγάλων αντιπάλων και καταφέρνοντας να ζήσουν αυτό που o Garvey περιέγραψε με ειλικρίνεια ως την καλύτερη στιγμή της καριέρας τους. Οι Radiohead μάλλον θα καταλήξουν να είναι ο Scorsese (ακόμα και αυτός πήρε τελικά Oscar) των Mercury Awards, η Adele στενοχωρήθηκε, και όλοι οι υπόλοιποι χαρήκαν τη συμμετοχή τους. Κάποια στιγμή θα μιλήσουμε αναλυτικά για τους Elbow.

Τελευταίο και σημαντικότερο ένα mixtape με τα καλύτερα τραγούδια των υποψηφίων δίσκων.
British Sea Power - "No Lucifer"
Neon Neon - "Steel your Girl"
Laura Marling - "Tap at my Window"
Rachel Unthank and The Winterset - "Felton Lonnin"
Portico Quartet - "Knee Deep In the North Sea"
Radiohead - "Reckoner"
Robert Plant and Alison Krauss - "Rich Woman"
Burial - "Archangel"
Estelle - "No Substitute Love"
Elbow - "Some Riot"
Last Shadow Puppets - "Meeting Place"
Adele - "Hometown Glory"

Υ.Γ Δε σε χάλασε Turner…

9.9.08

And for once you must try not to shriek the facts/ Mankind is kept alive by bestial acts

Υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα ασχολούμασταν με βραβεία.

Τα φετινά όμως Mercury Awards δεν μπορούσαν να μη μας κινήσουν το ενδιαφέρον. Οι υποψηφιότητες είναι από τις πιο λογικές των τελευταίων χρόνων (παρότι λείπουν οι Portishead, η Duffy και πάνω απ’ όλα η Pj Harvey) δεν υπάρχουν σίγουρα προγνωστικά, και κυριότερα περιμένουμε live εμφανίσεις από τους υποψήφιους. Ακόμα και αν έχουν χάσει μέρος της αξιοπιστίας τους, τα συγκεκριμένα βραβεία είναι με διάφορα το πιο αξιοπρεπή. Και φυσικά έτσι όπως τα κατάφεραν στο νησί - γκουχ - nme awards, q awards, brit awards - γκουχ - κλάσεις ανώτερα από άποψη σοβαρότητας.

Rachel Unthank and the Winterset - The Bairns
Χμμ, folk από το York (χα) με τίτλους όπως "Felton Lonnin", "Blue's Gaen Oot O'the Fashion", "My Lad's A Canny Lad", "Ma Bonny Lad", "Newcastle Lullaby". Ε, μετά από αυτά αν δεν θέλετε να αρπάξετε το Football Manager και να οδηγήσετε την Macclesfield στον τελικό του FA Cup τότε δεν έχετε ψυχή.

Burial - Untrue
Πρόσφατα μας αποκαλύφθηκε αυτός ο συμπαθής DJ. Δεν με ξετρελαίνει και μάλλον δεν είναι του στυλ μου να ψάχνω την μελωδία με το τυφέκιο. Παρ'όλα αυτά έχει ακόλουθους, είναι και ανερχόμενος - οι Άγγλοι τα γουστάρουν κάτι τέτοια - και τέλος πάντων έδειξε ότι δεν κυνηγάει την δημοσιότητα παρά μόνο την ανάγκη του να φτιάχνει μουσική.

Robert Plant and Alison Krauss - Raising Sand
Στην αρχή μου είχε φανεί λιγάκι βαρετό αλλά στη συνέχεια πολύ ενδιαφέρον. Οι κλασσικές blues επιρροές του Plant και σε καταπληκτική φόρμα οι φωνές τους. Μυστηριώδεις αλλά χαβαλεδιάρικες μελωδίες. Και προπαντός καθόλου jam. Δεν θα πρέπει να μας ξενίσει πάντως αν το πάρουν τα - με όλο το σεβασμό - ραμολιμέντα. Εδώ ο Γιοκαρίνης είναι υποψήφιος στα βραβεία Θεσσαλονίκης.

Estelle - Shine
"Πολύς κόσμος πλάκωσε σήμερα στο στούντιο ρε μαλάκα!" -"Ναι ρε, φτιάχνει το άλμπουμ της η Estelle και έχει φωνάξει όλο τον ντουνιά". Της κακομοίρας. Γύρω στους 5 παραγωγούς, συνεργασίες, φωνές, χαμός, τα παιδιά κλαίνε και τριγυρνάνε χεσμένα, και η γάτα χώθηκε στην αφάνα του Will Am.

Portico Quartet - Knee Deep In The North Sea
Ωραίο άλμπουμ αλλά δεν έχω ιδέα από τζαζ οπότε μην περιμένετε πολλά. Σε κάποια σημεία σε ταξιδεύει στα εξωτικά μέρη που αναφέρουν οι τίτλοι των κομματιών.

Laura Marling - Alas, I Cannot Swim
Άλλη μια πρωτοεμφανιζόμενη, αλλά με ένα άλμπουμ σχετικά αδιάφορο για να φτάσει την απήχηση της Norah Jones. Αφήστε που υπάρχει καλύτερη και πιο ψαγμένη εκδοχή.

British Sea Power - Do You Like Rock Music?
Εδώ είμαστε. Καταπληκτικό 3ο άλμπουμ από ένα υποτιμημένο συγκρότημα που κρύβει μέσα του την απέχθεια και το ενδιαφέρον για τον κόσμο σε ίσες ποσότητες. Έχουν μέσα τους το αυθεντικό πνεύμα Ρώσων ποιητών και μουσικά την ανυποχώρητη αίσθηση για το πώς πρέπει να είναι η Βρετανική Rock. Παρανοϊκοί πολλές φορές, συγχέουν άσχετες ιδέες μεταξύ τους, και στη συγκεκριμένη περίπτωση τρομερά επικοί. Οι Arcade Fire πριν τους Αrcade Fire.

Neon Neon - Stainless Style
Είναι αλήθεια πως έχουν αψεγάδιαστο στυλ αλλά έχω την αίσθηση πως δεν πέτυχε τόσο το πείραμα όσο το περίμεναν οι οπαδοί της electronica αλλά και οι υπόλοιποι. Όπως και να’ χει μια νίκη θα του έδινε την προσοχή που διεκδίκησε. Αμφιβάλλω όμως αν τελικά την αξίζει. Πόσο μάλλον όταν το καλύτερο κομμάτι του δίσκου ακούγεται σα να το έβγαλε o Gruff παρέα με τους πολύ τριχωτούς φίλους του.

Radiohead - In Rainbows
Για να δούμε… Τι θα μπορούσα να γράψω εδώ… Ίσως ότι όλα τα post μου από την αρχή του some beans αναφέρουν κάπου τις λέξεις Radiohead, Thom Yorke ή έχουν κάποιο σχετικό link. Θα το τράβαγα τόσο πολύ μάλιστα λέγοντας ότι υπάρχει περίπτωση να τους λατρεύω! Το καλύτερο άλμπουμ της προηγούμενης χρονιάς. Πιο οικουμενικό από τα προηγούμενα με βασικό θέμα τη συμφιλίωση με το δύσβατο παρελθόν. Οι Radiohead παίζουν μόνοι τους στο γήπεδο, και εμείς απλά ακούμε με ανοιχτό το στόμα.

Elbow - The Seldom Seen Kid
Η δεύτερη επιλογή μου. Ο Guy Garvey είναι μορφή από τις λίγες, και θα κάνει πάρα πολλά ακόμα πιο σπουδαία πράγματα στο μέλλον. Η ραδιοφωνική του εκπομπή σε γυρνά πίσω στις μέρες που άξιζε ν'ακούσεις ράδιο, ενώ η στιχουργική του ικανότητα είναι κορυφαία. Υπέροχες μελωδίες στον πιο ολοκληρωμένο τους δίσκο, με τον Garvey να τραγουδά σαν αδελφικός σου φίλος, τον χαμό ενός δικού του αδελφικού φίλου. Έγχορδα σε σωστά σημεία και η πιο κοντινή αίσθηση σε έναν βροχερό περίπατο στο Manchester.

Last Shadow Puppets - The Age of the Understatement
Τα είπαμε γι’ αυτούς. Μια χαρά άλμπουμ, αλλά αυτός ο Alex ρε παιδάκι μου... Με μια νίκη ακόμα το παίρνει σπίτι του, και εμείς παίρνουμε τα βουνά.

Adele - 19
Προφανώς έχει ταλέντο αλλά δεν προσπάθησε να απομακρυνθεί από τον χαρακτηρισμό «αντίγραφο της Amy Winehouse». Πράγμα που επεδίωξε και κατάφερε η Duffy και είδατε πως πήγαν τα πράγματα. Η Amy στο χώμα και η άλλη (η Duffy) αποκλειστικό του MTV Greece. Μεγαλεία.

Οι προτιμήσεις μου είναι
1. Radiohead - In Rainbows
2. Elbow - The Seldom Seen Kid
3. British Sea Power - Do You Like Rock Music?
 
Clicky Web Analytics