28.8.11

Αμπελοφασουλοσοφίες 28/8/11

Το κλασσικό χαλάρωμα των κυκλοφοριών της περιόδου έρχεται ως όαση μέσα στο συνήθη καταιγισμό της μουσικής. Ό,τι μας έχει ξεφύγει λόγω χρόνου ακούγεται τώρα και διάφορα άλμπουμ, αραχνιασμένα στους folders, μας αποκαλύπτονται.

Ανάμεσα στις συζητήσεις για τα φετινά μεταλλαγμένα κουνούπια που έχουν γίνει το talk of the town μεταξύ των ταξιτζήδων, των τουριστών, των πρεζακιών και όποιου άλλου έχει μείνει στην πόλη, οι υπολογιστές αναστενάζουν με ανακούφιση επειδή άδειασαν απο περιττά megabytes όπως ακριβώς ανακουφίστηκε η πρωτεύουσα απ' όλο αυτό το περιττό μελίσσι που έχει εγκατασταθεί στο σβέρκο της.

Εντάξει, ο δίσκος των Danielson ας πούμε δεν είναι ακριβώς περιττά megabytes. Και μόνο το μαγικό και ανατριχιαστικό "Hossana In The Forest" δικαιολογεί την ύπαρξή του και ακόμα περισσότερο.

Επιβάλλεται να το ακούσετε εδώ.



Ούτε βέβαια το Rome του Dangermouse είναι τέτοιο βάρος. Απλά δεν μπορώ να μην αισθάνομαι μια απογοήτευση, μετά απ'όλο αυτό το hype γύρω του, αφού κατέληξα πως είναι μια light εκδοχή του Broken των Soulsavers. Τη στιγμή μάλιστα που αντί για Lanegan έχει Norah Jones και Jack White δε μιλάμε απλά για light εκδοχή αλλά για διατροφή διαβητικών.

Αλλά να! Το γλυκούλι "Black" ξεπροβάλει σαν καλοριφέρ μέσα στο χιόνι οπότε δεν θα γκρινιάξω άλλο.

Αντίθετα θα γκρινιάξω και μάλιστα πολύ για τα (πολλά) χαμένα megabytes του φετινού δίσκου των Dears.

Όλες αυτές οι αλλαγές στη σύνθεσή τους τελικά τους μπέρδεψαν για τα καλά. Οι Καναδοί έβγαλαν έναν κλισέ δίσκο που δυσκολεύεται να το βουλώσει. Ξαφνικά οι εποχές του Gang of Losers μοιάζουν αιώνες πίσω.

Το "Lamentation" τουλάχιστον αφήνει κάποια σημάδια ζωής σχετικά με το μέλλον.

Η επανάσταση στη «μαύρη» μουσική συνεχίζεται φέτος, όχι με το Watch the Throne των κακομαθημένων και υπερεκτιμημένων νεόπλουτων Jay Z και Kanye West, αλλά μεταξύ άλλων και με την Jill Scott.

Στα χνάρια του ArchAndroid, με λιγότερες ιδέες βέβαια και πιο μελιστάλαχτη, η Jill Scott προσθέτει τον οβολό της σε αυτό το περίεργο αλλά γοητευτικό μίγμα jazz-progressive R&B που μαγείρεψε τόσο καλά πέρυσι η Janelle Monae.

Κάποιες φορές πολύ πιο «κοριτσίστικη» απ'ό,τι πρέπει αλλά άλλες φορές γερή και γεμάτη άνεση δημιουργός όπως στο φλογερό "Hear My Call", το χαλαρό "Some Other Time" (αν και οι στίχοι του είναι ακριβώς αυτό το στυλ Sex and the City που ανέφερα παραπάνω) και το κολλητικό "Shame" που κάνει το coast to coast και καρφώνει με στυλ.

Ως πιο παραδοσιακοί θα προτιμήσουμε προς το παρόν το "Hear My Call" από το πολύ ενδιαφέρον The Light of the Sun.


12.8.11

That's why the dark is there/ So you don't have to see what you can't bear

Πριν 15 μέρες ανακοινώθηκαν οι υποψηφιότητες για τα βραβεία Mercury. Τα βρετανικά βραβεία δυστυχώς πάνε από το κακό στο χειρότερο. Όχι μόνο αγνοήθηκε το King Of Limbs, το Valhalla Dancehall, οι Horrors και άλλοι, αλλά υποψηφιότητα κατάφερε να αποσπάσει το 21 της Adele που πέρα από το πρώτο single δεν έλεγε τίποτα (αφήστε που η υποψηφιότητά της καταστρατηγεί την έννοια των βραβείων Mercury που υποτίθεται προσπαθούν να ενισχύσουν τις πωλήσεις λιγότερο γνωστών καλλιτεχνών), ο αστείος δίσκος της Katy B (αν ήθελαν να βραβεύσουν μια βρετανίδα Katy ας έβαζαν την Perry που έχει τουλάχιστον δύο πολύ σημαντικά προσόντα) και ο χειρότερος και λιγότερο ενδιαφέρων δίσκος που έβγαλαν ποτέ οι Elbow. Το μεγαλύτερο έγκλημα βέβαια ήταν πως οι Wild Beasts καταληστεύθηκαν για δεύτερη φορά. Πρώτη φορά πέρυσι που έχασαν από τους «λίγους» XX και φέτος που δεν ήταν καν στις υποψηφιότητες.

Άλλη μια ευκαιρία χάθηκε λοιπόν για να βγει στον αφρό η μπάντα απο το Kendal. Όχι βέβαια ότι είναι άγνωστοι στο ευρύ κοινό. Το headlining spot στο Field Day Festival αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Μετά από ένα πολύ καλό ντεμπούτο, ένα αριστουργηματικό δεύτερο άλμπουμ και ένα εξαιρετικό (προς επίσης αριστουργηματικό) τρίτο αναρωτιέμαι πότε θα αποκτήσει το κουαρτέτο τη δόξα που του αξίζει. Και έχεις και το διανοητικά καθυστερημένο NME να τους ξεγράφει ως κενούς και πομπώδεις μετά το Two Dancers. Μπορεί κάποιος που έχει ασχοληθεί πολύ επιδερμικά με τη μπάντα και τα φωνητικά του Hayden Thorpe να κάνει το λάθος να τα χαρακτηρίσει πομπώδη ή υπερβολικά γλυκανάλατα για τα γούστα του. Αυτό όμως θα ήταν ένα μεγάλο.... εμμμ... λάθος.

Οι Wild Beasts ήδη μας έχουν προσφέρει πολλά. Και ηχητικά αλλά και σε ό,τι αφορά τα «ντεσού» της μουσικής τους (που πάντα μας αρέσουν). Από μια μπάντα άλλωστε με τέτοιο όνομα δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο (αν και οι Art Brut καταρρίπτουν το επιχείρημά μου). Το Smother, σύμφωνα με τον Hayden Thorpe, έχει εμπνευστεί από τη μετακίνηση της μπάντας από το τιμημένο Kendal (από εκεί έλκουν την καταγωγή τους και οι άλλοι φετινοί αδικημένοι, οι British Sea Power) στο πολύβουο και χαοτικό Λονδίνο. Ο Hayden που αυτή τη φορά είναι λιγάκι πιο συγκρατημένος και περισσότερο αισθησιακός, προκειμένου να ταιριάξει με το ηχητικό τοπίο του άλμπουμ, περιγράφει το Smother ως μαξιλαράκι όπου η μπάντα «ξεκούραζε» τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο τα όνειρα και τις σκέψεις της. Εξάλλου, θα προσθέταμε εμείς, σε κάθε έναν απο τους τρεις δίσκους τους η άνεση και η σιγουριά για το που βρίσκονται είναι εμφανής.

Το Smother είναι σφιχτό, σύντομο, με στοχευμένους πειραματισμούς και πολλά μικρά ενταγμένα αρμονικά στο σύνολο πραγματάκια. Συγκρατημένο καθώς είναι, μας οδηγεί βελούδινα σε ένα άλλο μονοπάτι. Όχι απαραιτήτως ένα βήμα μπροστά απο το Two Dancers απλά ένα τουβλάκι ακόμα που φτιάχνει τον κλειδαμπαρωμένο μουσικό τους πύργο που περιτριγυρίζεται απο τάφρους που κολυμπάνε κροκόδειλοι με ζαρτιέρες.

Ναι, είναι ένας σεξουαλικά φορτισμένος δίσκος. Το Smother από μόνη της σαν λέξη και η σχέση της με έννοιες όπως η υποταγή και η καταπίεση είναι αρκετή για τέτοιους συνειρμούς. Η έλλειψη οξυγόνου και η πάλη για την εξασφάλιση του είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το σεξουαλικό ένστικτο. Ένα σβουρηχτό φιλί που σου κόβει την ανάσα και, μαζί με την εξαφάνιση οποιουδήποτε ήχου από το περιβάλλον, σε κάνει να αισθάνεσαι σα να βουτάς με το κεφάλι κατευθείαν στο βυθό της θάλασσας. Οι αγωνιώδεις κοφτές ανάσες του οργασμού που ελπίζουν να πνίξουν τις κραυγές. Οι βαθιές αναπνοές που προσπαθούν να μετακινήσουν την πέτρα που μετακομίζει στο στήθος σου όταν την βλέπεις να περπατά χαμογελαστή προς το μέρος σου. Όλες αυτές οι στιγμές διψάνε για οξυγόνο. Αέρα, ανάσες, χώρο, δε χρειάζεται κάποιος μόνο σε σχέση με αυτή την ενστικτώδη ανάγκη. Ένα άλλο ένστικτο, αυτό του φόβου, είναι επίσης συνυφασμένο με την ασφυξία. Σε απλά μαθηματικά φόβος και σεξ μετατρέπονται σε διέγερση.

Με αυτή την ιδέα «παίζει» το Smother. Οι σχέσεις εξουσίας που δημιουργούνται στο κρεβάτι. Ή τον καναπέ. Ή το πάτωμα. Ή όπου τύχει τέλος πάντων. Ο πειραματισμός προσπαθεί να σχηματίσει μια σφαιρική εικόνα γι'αυτές τις σχέσεις. Παρότι ξεκάθαρα αντρικός δίσκος δεν κολλάει μόνο στην ιδέα του σκληρού και ανελέητου αρσενικού -Απόστολος Γκλέτσος- αλλά κυλιέται ευάλωτο στα σεντόνια χωρίς να φοβάται να παραδώσει τον έλεγχο. Η αντιπαραβολή των δύο φωνών Thorpe και Fleming διευκολύνει αυτήν την εναλλαγή παθητικού και ενεργητικού. Η μπάσα φωνή και τα πυκνά μούσια του Fleming ως αντίθεση της δραματικής και λεπτής φωνής της ανδρόγυνης φιγούρας του Thorpe.

Είναι σημαντικό από την άλλη πως αυτή η αντίθεση δεν είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Μη φανταστείτε ότι ο Fleming ρεύεται και ξύνει τη μασχάλη του στον καναπέ, ούτε ότι ο Thorpe βγάζει τα φρύδια του και παίζει μαξιλαροπόλεμο με τις φίλες του. Και οι δύο συναντιούνται και ο καθένας αποτελεί τη μία πλευρά της σφαίρας. Έτσι όπως κουταλιάζονται οι φωνές τους είναι έτοιμες να δώσουν και να δοθούν. Όταν τα φωνητικά τους μοιράζονται είναι πραγματικό χάρμα αυτιών. Το βελούδινο πλέξιμο των φωνών τους οδηγεί τα τραγούδια σε εκρηκτικά διαλείμματα ζάχαρης και φρούτων. Φράουλες ποτίζουν με το κόκκινό τους την καραμελωμένη ζάχαρη στο "Reach a Bit Further" και ο Thorpe ξεκινά την ελεγεία "I was angry and brash as a bull/ You were devastatingly beautiful". Στο "Lion's Share" ακούστε πόσο αρμονικά παίρνει τη σκυτάλη ο Fleming απο το μονόλογο του Thorpe ενώ η μουσική επιμένει και επιταχύνεται σαν καρδιοχτύπι.

Από την άλλη ο επώδυνος και αινιγματικός εσωτερικός κόσμος του Fleming προσπαθεί να καλύψει μια υποβόσκουσα χαιρεκακία που δεν έχουμε ιδέα σε τι οφείλεται στο "Deeper". Το απαλό beat και το ερεθιστικό keyboard που θυμίζει softcore πορνό (με οσκαρικές ερμηνείες) φτιάχνουν πιθανότατα το πιο sexy κομμάτι της χρονιάς επιβεβαιώνοντας με το στίχο "The breakfast is all laid out/ Waiting on you to arrive/ Deeper, deeper/ And send the others away/ Deeper, deeper/ The smile across my face" πως αν πετύχει η μοναξιά τύφλα να'χει η πολυκοσμία. Είναι τόσο θερμοί οι εναγκαλισμοί των φωνών τους που όποτε τραγουδάει ο καθένας μόνος του η έλλειψη του άλλου είναι έντονη. Ίσως έχει γίνει εσκεμμένα αυτό. Για παράδειγμα το "Bed Of Nails" με το σούπερ-ντούπερ υπερηχητικό, εφευρετικό ριφάκι του keyboard και το πολύ χαρακτηριστικό percussion του κρυφού ήρωα της μπάντας Chris Talbot, προσπαθεί πονεμένα να αποδείξει τη σαρκική του αφοσίωση σιγοτραγουδώντας το "Your Flesh is so Nice" του μακαρίτη Jeff Buckley. Μέχρι και το ψοφίμι του Δρ. Φρανκεστάιν απειλεί να αναστήσει ο αθεόφοβος μετά από τον έρωτα όλο τρέλα που θα κάνει/ του κάνουν. Εκεί όμως δε βρίσκεται ο Fleming με τη σίγουρη φωνή του να τον παρηγορήσει.

Το πιθανότατα δεύτερο πιο sexy κομμάτι της χρονιάς, το "Plaything", παίζει το σαδομαζοχιστικό παιχνίδι μέχρι τέλους και χωρίς λέξεις κλειδιά/ απελευθέρωσης. Δένει σφιχτά τα χέρια του «θύματος» και βάζει όλη του την εφευρετικότητα να δουλέψει κάτω απο τη φούστα της καθώς αυτή νιαουρίζει «μη! δεν είναι σωστό!". Ο άλλος κρυφός ήρωας του δίσκου είναι ο κιθαρίστας Ben Little που με το μελένιο του ριφάκι στο "Loop the Loop" θυμίζει κάτι από τα περίεργα που κάνει με τη Rickenbacker του ο Ed O'Brien.

Γενικά ο δίσκος έχει πολλές τέτοιες μικρές εκπλήξεις και πολλούς αφανείς ήρωες. Γι'αυτό άλλωστε είναι απαραίτητη η ακρόαση του ξανά και ξανά και ξανά, βαθιά πιο βαθιά πιο βαθιά. Το πόσο χορευτικός δίσκος είναι δεν θα αποκαλυφθεί τόσο εύκολα. Και όμως είναι τόσο έξυπνα χορευτικός και μελωδικός που κάνει τους Hot Chip να θέλουν να φάνε τα πουλοβεράκια τους. Η παραγωγή είναι εκατό χρόνια μπροστά από το Βασίλη Δανιήλ και το εξώφυλλο έξοχο (έχει και την έγκριση της καλλιτέχνιδος mrs. uptight). O Mike Diver του BBC έγραψε μεταξύ άλλων στην κριτική του για το δίσκο "Wild Beasts are, right now, the most inspirational, intriguing, effortlessly enrapturing band at work in Britain". Εμείς τίποτα άλλο δεν θα προσθέσουμε στα λεγόμενα του Mike παρά ένα new ανάμεσα στο enrapturing και το band. Ξέρουν τι θέλουν και -ελπίζουμε- να το πάρουν. Νιαααρρρρρρ.

1.8.11

Οι περιπέτειες ενός φουσκατάνθρωπου:

Ο φουσκατάνθρωπος βλέπει Ελληνικές ταινίες

Ένα απ’τ’αγαπημένα μου χόμπι τον τελευταίο καιρό, πέρα απ’το να μυρίζω βρώμικες κάλτσες και να παίζω NBA 2K11, είναι να τεστάρω τα όρια της υπομονής μου βλέποντας ξεχασμένες ελληνικές ταινίες σε 2, 3, 4 ακόμα και 5 δόσεις ανάλογα την περίπτωση. Όχι δεν αναφέρομαι σε'80s cult, ούτε στις φαντασιοπληξίες του Nikolaides, ούτε ακόμα χειρότερα σε νεοtrash ηλιθιότητες τύπου Φωκίωνας Μπόγρης.... Όοοχι, μιλάμε για αυθεντικές unintentional parody κουλτουροσαβούρες που’ναι ζήτημα να’χουνε χωρέσει 1-2 φορές χαράματα στη μεταμεσονύκτια ζώνη της ΕΤ-1. Ταινίες όπως 17 στα 18 και Beautiful People. Ναι γέλα, σε κάνα 5 χρόνια από τώρα που θα πληρώνεις για να τις δεις σε φεστιβάλ στο Gagarin, θα γουστάρεις παλιομαλάκα.

Να σημειώσω ότι απ’όσα πράματα έχω δει τελευταία, αποφάσισα να συμπεριλάβω αυτές τις 2 επειδή κολλάνε στο κλίμα του καλοκαιριού, βγάζουνε κάποιο λίγο γέλιο... ίσως και κάνα βυζάκι. Τύφλα να’χει το δελτίο ειδήσεων του Θοδωρή Δρακάκη δηλαδή. Όποιος λοιπόν γουστάρει μια βόλτα στους βρωμερούς υπονόμους του (νεο)ελληνικού σινεμά με οδηγό απόψεις πιο αυθαίρετες και από οικόπεδο στο δάσος της Πεντέλης είναι στο σωστό μέρος. Τρέμε Ορέστη Ανδρεαδάκη και Δημήτρη Κουτσογιαννόπουλε και Σωτήρη Δανίκα ή όπωςδιάολοείναιταμικράσας.

17 στα 18: Hands down η πιο άκυρη και σουρεαλιστική ταινία της τελευταίας δεκαετίας και βαλε. Μέσα σε όλο το κομπαρσιλίκι που εμφανίζεται εδώ αναγνωρίζουμε τους πρώην χάκερς Φοίβο και Πέτρο σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Απ’ό,τι φαίνεται ο Φώτης αρνήθηκε να συμμετάσχει και μάλλον αυτό είναι και το μοναδικό έξυπνο πράμα που’χει κάνει έως τώρα στη ζωή του (ντάξει βάλε και τη Ματσούκα...). O τύπος που’κανε τη σκηνοθεσία θεώρησε καλή ιδέα να προσαρμόσει ελληνική αστική μιζέρια σε σενάρια τύπου Road Trip, American Pie κ .ο .κ. πλην τ’αντίστοιχο χιούμορ (ναι είναι φτηνό και καγκούρικο, χέσε μας), αγκαζέ με anti-drug προπαγάνδα και κοινωνικά μηνύματα για παιδιά προσχολικής ηλικίας..... Εμένα πάντως μ’άνοιξε η όρεξη για σάντουιτς με βαρβιτουρικά και 2-3 τζούρες βενζίνη επιδόρπιο..... Αμ δε φτάνουνε αυτά για να γυρίσεις φιλμ ρε μπάρμπα. Αφού σε κόφτουνε τόσο τα προβλήματα της νεολαίας βρες ένα κομμάτι από Active Member για μουσικό χαλί και πάνε γύρνα διαφημιστική καμπάνια για τον ΟΚΑΝΑ, την Ιθάκη, τη Στροφή ή άλλη οργάνωση στήριξης ναρκομανών της προτίμησής σου... που λέει ο λόγος. Εκεί σε παίρνει.

Συνεχίζω....... τα εμετικά late '90s-'00s ντυσίματα με τους αψυχολόγητους συνδυασμούς χρωμάτων είναι κάτι που προσπαθούσα χρόνια να ξεχάσω και ούτε αυτό δεν απέδωσαν σωστά.

Είναι έτσι:

Όχι έτσι:
Όσο για ερμηνείες άστο καλύτερα. Τις μισές σκηνές εδώ μέσα θα’πρεπε να τις κάνουνε λούπα και να τις προβάλουνε σε κέντρα προστασίας επιληπτικών και αυτιστικών εν ήδη ομοιοπαθητικής θεραπείας. Αυτός ο Φοίβος ειδικά είναι άλλο πράμα. Το παλικάρι διαρκώς τινάζεται χωρίς λόγο σα να’χει προχωρημένο Parkinson και καμιά 10αρια νευρικά τικ μαζί. Ultimately όμως, τη παράσταση κλέβει ο 17αρης στα 18αρης με το καλοσχηματισμένο goatee, γυρνώντας μας πίσω, στις ένδοξες μέρες των 80s κ στα ανήλικα μουστάκια του Θέμη Μάνεση.
(0/10)

Beautiful People: Είναι γνωστό τοις πάσι ότι ένα καλό σενάριο παρέα με 2-3 πιασάρικες ατάκες είναι αρκετά για να δώσουνε ενδιαφέρον σε μια ταινία ακόμα και αν έχει budget 100$. Στη προκειμένη περίπτωση όμως ο σκηνοθέτης είναι τόσο αβνάνας, που δε θα μπορούσε παρά να προσπαθήσει να καμουφλάρει την ανυπαρξία πετυχημένων διαλόγων και σοβαρού σεναρίου πίσω από «εικόνες μαγευτικής ομορφιάς» και «πλάνα που κόβουν την ανάσα» από το νησί των ανέμων και των πούστηδων, τη Μύκονο. Γνωστή η συνταγή.... με άλλα λόγια μιλάμε για μια καλογυαλισμένη κουράδα. Αλλά τι να πει κανείς για τον συγκεκριμένο; Οι τίτλοι μιλάνε από μόνοι τους: Ο Εργένης (πανομοιότυπο σενάριο), Πεθαίνοντας στην Αθήνα (άμα πάλευα να τη δω ολόκληρη αυτή τη ταινία, θα της έγραφα ολοδικό της υπερεκτεταμένο post) κλπ κλπ.... ΚΛΠ. Το μοναδικό film της προκοπής που’ χω δει από δαύτονα είναι το Αυτή η Νύχτα Μένει και αυτό από βιβλίο το σήκωσε ο μαλάκας.

Το φτωχό storyline δε δικαιολογεί 2 ώρες παρά 1 τέταρτο ταινία και ΜΑ την αλήθεια μου, δε μπορώ να ξοδεύω όλον μου τον χαμένο χρόνο στο Beautiful People, όταν είναι μιάμιση το πρωί και έχω βγάλει μόλις 2 team fire στο NBA Hangtime.

Ο Γιάννης Bόγλης (αριστερά) υποδύεται μια κοκκαλική φυσιογνωμία. Πρόεδρε όλα σε θυμίζουν...

Επίσης τι διάολο συμβαίνει και πολλοί (εθνικισταί κυρίως) σκηνοθέται/συγγραφείς θεωρούνε απόλυτα πιθανό το να βρεθούμε στα καλά καθούμενα σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία δεν καταλαβαίνω. Οργανωμένο κράτος είναι ρε ΒΟΔΙΑ, όχι οι στρατιές του Τζένγκις Χαν. Εκτός και αν τα βραδάκια πού'στε μόνα σας, φαντασιωνόσαστε μουστακαλήδες Οθωμανούς να σας αναδιαμορφώνουνε τη σούφρα οπότε πάει αλλού το θέμα. Να ξέρετε πάντως ότι προς το παρόν τουλάχιστο θα συνεχίσετε τη βγάζετε με τους αντίχειρές σας.

Τέλος, αφού συμμετέχει ρε άτομο στη μπουρούχα σου η Ρέα Τουτουντζή και δε μπορείς να βασιστείς σε κάτι άλλο, αξιοποίησε καλύτερα τις μπουτάρες της και για τ’ όνομα του θεού ΜΗΝ ΜΑΣ ΔΕΙΧΝΕΙΣ ΤΑ ΚΩΛΟΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΗ!!!

Το χρηματιστήριο Αθηνών σε ώρα αιχμής
(1/10)

27.7.11

Αμπελοφασουλοσοφίες 27/7/11

Το ζήσαμε και αυτό.


Η ζωή, ο θάνατος, η επιτυχία, η ξεφτίλα, ο πολυπλατινένιος δίσκος, τα ψεύτικα βυζιά, το απλανές βλέμμα, το πιο «κλασσικό» pop album των '00s, όλα σε HDTV ανάλυση και FLAC ηχητικά αρχεία.

Είδαμε την Amy να ανατέλλει και να γεννιέται βγάζοντας τις πρώτες τις κραυγούλες αλλά το σημαντικότερο είχαμε τη δυνατότητα να δούμε σε slow motion και από πέντε διαφορετικές λήψεις τις φορές που κατουρήθηκε πάνω της ή επιτέθηκε στους paparazzi.

Άλλο ένα Truman Show ολοκληρώθηκε και από Δευτέρα ψάχνουμε τον καινούργιο πρωταγωνιστή.

Ο θάνατος της Amy Winehouse ήταν μια από τις πιο αναμενόμενες αλλά ταυτόχρονα απροσδόκητες ειδήσεις.

Πως γίνεται αυτό; Όλοι ξέραμε τις καταχρήσεις στις οποίες υπέβαλλε τον εαυτό της. Με τα χρόνια αυτές οι καταχρήσεις έγιναν μια μόνιμη κατάσταση συνδέοντας σε απόλυτο βαθμό την εικόνα της Amy με αυτές.

Με τον ίδιο τρόπο που ο Pete Doherty και ο Keith Richards είναι ακόμα ζωντανοί περιμέναμε πως και η Amy θα διατηρούνταν σε αυτό το στάδιο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Μάλλον εκεί οφείλεται και η χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισα την κατάστασή της σε μία από τις τελευταίες αμπελοφασουλοσοφίες με αφορμή την ακύρωση της συναυλίας της στην Ελλάδα.

Λίγη σημασία έχουν αυτά. Ας είναι καλά εκεί που βρίσκεται.

Ο θάνατος της Amy Winehouse ολοκλήρωσε μια εβδομάδα κακών ειδήσεων με αποκορύφωμα όλων αυτό που συνέβη στη Νορβηγία και μας υπενθυμίζει για μια ακόμη φορά το καρκίνωμα του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Άλλη μια απόδειξη ότι αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες.

Πάνω σε παρόμοιους τύπους -σαν το Νορβηγό- έχει χτίσει την επιρροή και την τρομοκρατία του ο χριστιανοορθόδοξοςισλαμικός φανατισμός.

Ο δολοφόνος στη συγκεκριμένη περίπτωση (μετά και την απαραίτητη πλύση εγκεφάλου) έκανε ό,τι έκανε για ιδεολογικούς λόγους.

Στη δική μας χώρα, που τα πάμε καλά με τις ιδεολογίες μόνο όταν φουσκώνει η τσέπη μας, ο θρησκευτικός φανατισμός χρησιμοποιείται ως μπροστινός για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη μπορείτε να φανταστείτε.

Παράδειγμα αυτού το τελευταίο Κουτί της Πανδώρας που ήταν πραγματικά συγκλονιστικό για εμάς που δε θεωρούμε τους Έλληνες παραγοντες τίποτα παραπάνω από γραφικούς αλλά διασκεδαστικούς μικροαπατεώνες.

Με την ασπίδα και την τυφλή υποστήριξη των σκατίγερων (και δυστυχώς όχι μόνο αυτών) μπορείς να καταφέρεις πολλά τελικά.

Μουσική.


Μουσική.


Μουσική.... Α, μουσική!


Ο πολυαναμενόμενος δεύτερος δίσκος των Fleet Foxes ήταν ακριβώς (πιο ακριβώς δεν γίνεται) όπως τον περιμέναμε.

Πανέμορφες αρμονίες, αγγελικές συγχορδίες και τέσσσερα με πέντε κομμάτια να γλύφεις και τα δάχτυλά σου. Εντάξει, είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα με τον πρώτο δίσκο αλλά γιατί θα πρέπει κάθε νέος δίσκος μιας μπάντας να είναι ένα βήμα μπροστά από τον προηγούμενο, πιο πειραματικός κ.λ.π..

Ευχάριστο να το ακούς οποιαδήποτε στιγμή, χαλαρωτικό (αν και κάνει μια κοιλίτσα στη μέση) και σίγουρο ποντάρισμα για μια ακρόαση ειρηνική και χωρίς πολλές απαιτήσεις.

Δεν είναι easy listening προφανώς απλά η μπάντα είναι άνετη σε αυτό που κάνει.

Αφήστε που το γιγάντιο κομμάτι "The Shrine/ An Argument" είναι πιθανότατα ό,τι καλύτερο έχουν κάνει και σίγουρα ένα απο τα τραγούδια της χρονιάς.

Τα δύο τελευταία του ανατριχιαστικά λεπτά είναι ένα όργιο παιχνιδιάρικων αλλά δραματικών εγχόρδων και πνευστών που προετοιμάζονται αριστοτεχνικά από την προσευχή του τραγουδιστή Robin Pecknold.

"And if I just stay awhile here staring at the sea/ And the waves break ever closer/ Ever near to me/ Iwill lay down in the sand and let the ocean leave/ Carry me to in the sea like pollen on the breeze".




25.7.11

Cry me a river/ So I can float over to you


Ζούγκλα. Πυκνές φυλλωσιές, κουνούπια σε μέγεθος γαϊδάρου που σου ρουφάνε το αίμα, βαρύς υγρασιασμένος αέρας που σχεδόν υγροποιείται στο δέρμα, σμαραγδένιες λίμνες και παραδείσια πουλιά να κρώζουν στα δέντρα. Κάπου εκεί μας μεταφέρει η ακρόαση του W H O K I L L. Δυνατά τύμπανα, η άγρια και αδάμαστη φωνή της Merrill Garbus που αν ήταν ινδιάνα θα την έλεγαν «Ορμητικό Ρυάκι» και παράφωνα μουσικά όργανα που σκαρφαλώνουν το ένα πάνω στο άλλο.

Είναι γεγονός πως η φωνή και η ερμηνεία της Merrill μας θυμίζουν λίγο Μάκεγιουλ Τζάκσον –που έλεγε και ο γάτος του Edika. Μια τέτοια χαρισματική φωνή δεν θα μπορούσε να μη σπάσει τα στενά όρια της τοπικής μουσικής της σκηνής και να πάρει μεταγραφή στην 4AD. Ισχυρή και επιβλητική, σκεπάζει τις παράξενες μελωδίες της. Κάποιες φορές εξωστρεφής η γκαρίδα της σπάει τα τύμπανα και άλλες φορές το σούσουρό της σε υπνωτίζει σαν αρχαίο τραγούδι. Το passive/aggressive "Riot Riot" είναι τέτοιο παράδειγμα.

Το "Powa" (από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου) είναι ένα θεραπευτικό ταξίδι στους σαμάνους του Αμαζονίου που στέλνει για ιαματικά λουτρά τις καταθλίψεις με τη σαγηνευτική, μινιμαλιστική του ηλεκτρική κιθάρα. Βεβαίως το θέμα του κομματιού είναι το χαλαρό –αλλά ουχί βαρετό- sex και γι’αυτό εγγυάται το α λα Prince τελείωμα καθώς και οι στίχοι "Mirror, mirror on the wall/ Can you see my face at all?/ My man likes me from behind/ Tell the truth I never mind".

To "Bizness" είναι ένα άψογο single με αρκετά σαξόφωνα (που είναι και της μοδός), με ιδιοτροπίες αλλά pop αισθητική που θα μπορούσε να αγαπηθεί από πολύ κόσμο χάρη στο κολλητικότατο ρεφρέν του. Σε παρόμοιο στυλ είναι και το τελευταίο "Killa".

Η Merrill δεν ξεχνάει και τον προηγούμενο πιο μελωδικό και folk δίσκο της. Στο "Wolly Wolly Wong" θυμίζει ξωτικό που ανατριχιάζει τις αισθήσεις με την ακουστική της κιθάρα σφραγίζοντας και την ποικιλία που διαθέτει αυτός ο γεμάτος φρεσκάδα και σφρίγος δίσκος. Αρκεί μόνο να δει κάποιος πώς τραγουδά στις συναυλίες της για να πειστεί πως η Merrill έχει αφιερωθεί ολοκληρωτικά σε αυτό που κάνει και –γιατί όχι το κλισέ- το μέλλον της ανήκει.





Το μικρόβιο του πομπώδους εντυπωσιάστικους δε λέει να τους αφήσει. Από το πρώτο κομμάτι που θυμίζει Doors και κλασσικό ροκ γίνεται κατανοητή η ροπή τους προς τα μακρόσυρτα progressive έπη. Εκτός από το '70s rock φαίνονται ιδιαίτερα προβληματισμένοι και με την περίπτωση των Fleet Foxes που ξεσηκώνουν (δεν μπορούμε να αποφασίσουμε ποιος ποιού) κάποια κολπάκια τους. Είναι εύκολο άλλωστε γιατί έχουν έτσι και αλλιώς κάποιες βασικές ομοιότητες εμφανισιακά αλλά και φωνητικά.

Στο "Circuital" εκτός από τους Who αποτίουν φόρο τιμής και στις '80s κιθάρες του Edge. Το τρυφερό folk του "Wonderful" θυμίζει πολύ την παρέα του Robin Pecknold αν και το ρεφρέν φέρνει πολύ στο μυαλό το hit του Jason Mraz. Σε έναν κάπως υποτονικό δίσκο αυτή η γλυκανάλατη στιγμή είναι για να την κρατήσεις στο μυαλό σου.

Και μετά ξανά στα βαρετά που δεν έχουν όρεξη ούτε να είναι αρκετά πομπώδη. Το "Outta My System", ένας απαίσιος συνδυασμός keyboards και slide guitars, είναι κάτι που στις καλές του εποχές (υπήρξαν και αυτές) ο Jim James (Γιμ Γιέιμς) θα το έγραφε με το ένα χέρι δεμένο. Το "Holding on to Black Metal" έχει την πλακίτσα του, ο ρυθμός του είναι κολλητικός, η χορωδία είναι μεγαλοπρεπής αλλά δεν μπορούμε να το πάρουμε όσο σοβαρά θα ήθελε η μπάντα. Πάντως τους αξίζουν συγχαρητήρια που ξέθαψαν το αυθεντικό τραγούδι από το Σιαμ και χρησιμοποίησαν το ρυθμό του, ουσιαστικά διασκευάζοντάς το. Η μπάντα μάλιστα διαφημίζει μέσω του site της το Siamese Soul:Thai Pop Spectacular 1960-80 #2 στο οποίο εμπεριέχεται το κομμάτι με τίτλο "E-Saew Tam Punha Huajai (Advice Column for Love Troubles (Part 1)". Ακόμα και έτσι το πιο τολμηρό κομμάτι του δίσκου δεν είναι δικό τους. Μείον κι άλλοι πόντοι από την δυαδική βαθμολογία του some beans.

Το "Slow Slow Tune" με τις πολύ όμορφες κιθάρες που αράζουν σε ένα υπόγειο μια μέρα καύσωνα και το χαριτωμένο "Moving Away", ως το απαραίτητο country τελείωμα με πινελιές πιάνου, σώζουν κάπως τις τελευταίες εντυπώσεις. Για τα περισσότερα μέσα το Circuital ήταν επιστροφή προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά εμείς εκτιμήσαμε περισσότερο τους –όχι πάντα πετυχημένους βέβαια- πειραματισμούς του Evil Urges.





Το πανέμορφο "Try To Sleep" είναι μετά το θρυλικό "Sunflower" η καλύτερη εισαγωγή σε δίσκο των Low. Και σε προδιαθέτει για ένα ακόμα βήμα που προχωρά τη μπάντα έξω από τα πλαίσια της αργής μουσικής που τους χαρακτήρισε στα '90s. Στο συγκεκριμένο κομμάτι ακούγονται χαρούμενοι και ανάλαφροι σαν παιδιά ωστόσο πάντοτε μελαγχολικοί.
Τέσσερα χρόνια μετά το διακριτικό Drums & Guns που τους κράτησε στα γνωστά τους standards, και ενδιαμέσως του project των Retribution Gospel Choir να απασχολεί τον Sparhawk, το C’mon ήταν ακριβώς αυτό που περιμέναμε. Ακόμα ένα άλμπουμ με έντονο το στοιχείο της μελωδίας, τις άριστες και γεμάτες συναίσθημα φωνές του Sparhawk και της Mimi Parker να μπλέκονται και το θρησκευτικό υπόβαθρο φόβου, ελπίδας και πνευματισμού πάντα παρόν.

Η Mimi Parker μαγεύει για μια ακόμη φορά με τα φωνητικά της. Αυτή τη φορά το κομμάτι που την αναδεικνύει είναι το "You See Everything". Η σκληρή ερμηνεία του Sparhawk κάνει επίσης εντύπωση στο αμέσως επόμενο "Witches" που τσαντισμένος –σε αντίθεση με τη βραδυφλεγή μουσική- λέει "All you guys out there tryin' to act like Al Green/ you're all weak".
Η καρδιά του δίσκου –κυριολεκτικά και μεταφορικά- είναι το "Especially Me" που κόβει την ανάσα με τα επίμονα τύμπανά του και τη σπαρτιατική ουσιαστικότητά του.

Τα "$20" και "Done" δίνουν λαβές στους κατήγορούς τους να θυμηθούν αυτόν τον χαζό όρο slowcore αλλά το μεγαλοπρεπές "Majesty/Magic", παρότι ο ορισμός του σιγανού ποταμακίου που προετοιμάζει για μια καταιγίδα (που δεν έρχεται ποτέ αλλά αυτό δεν έχει σημασία) άνευ προηγουμένου και το οκτάλεπτο, βουτηγμένο στην επανάληψη "Nothing But Heart" μας κρατούν δέσμιους στον ήχο τους.

Σε κάποιες περιπτώσεις ταιριάζει το «προσπεράστε δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο να δείτε» αλλά αυτό, ούτε τώρα, δεν ισχύει με τους Low. Εμείς που τους θαυμάζαμε πριν θα συνεχίσουμε να τους ακούμε με δέος και αυτοί που δεν τους άκουγαν… ποτέ δεν είναι αργά να έρθουν στον ίσιο δρόμο.

24.7.11

I cheated myself/ Like I knew I would

Ένας δίσκος που θα μου θυμίζει για πάντα την άνοιξη και το αξέχαστο καλοκαίρι του 2007. Μαζί με το Wincing the Night Away των Shins και το Hissing Fauna... των of Montreal αλληλοσπρώχνονταν χαρούμενα για το ποιο θα συνοδέψει τις διαδρομές στο λεωφορείο πότε για Ελευσίνα και πότε για Γλυφάδα. Ο δίσκος που κατάφερε να με ηρεμήσει μετά τον καυγά με τον διευθυντή της πολεοδομίας της Γλυφάδας, κάτι που απέτυχαν κατά σειρά να κάνουν το αφεντικό μου και οι δυο κολλητές μου. Το πρώτο CD που μου χάρισε ο mr.grieves.

Όλοι αυτοί οι τίτλοι ανήκουν στο Back to Black, το σημαντικότερο κομμάτι της κληρονομιάς που μας άφησε φεύγοντας χτες το απόγευμα η Amy Winehouse. Όσο κι αν πολλοί έλεγαν -κυνικά ή περίλυπα- πως το περίμεναν, όταν έρχεται ο θάνατος να πάρει έναν άνθρωπο 27 χρονών μουδιάζεις λίγο. Πόσο μάλλον όταν ο άνθρωπος αυτός άφησε ένα σημαδάκι στην εποχή σου -μια εποχή όπου δύσκολα προλαβαίνει κανείς ν'αφήσει σημάδι. Τον έχεις παρακολουθήσει να έμφανίζεται στο προσκήνιο και μετά να παραμένει σ'αυτό με χίλιες δυο (κυρίως αρνητικές) αφορμές, μέχρι τελικά να καεί εντελώς.

Το μόνο σίγουρο είναι πως, από εδώ και μπρος, διάφορες σκέψεις θα περνάνε απ'το μυαλό κάθε φορά που θ'ακούμε το ραδιόφωνο να παίζει το "Rehab". Α ρε κοπελιά, έφυγες νωρίς.

23.7.11

I kept hoping for one more question / Or for someone to say, "Who do you think you are?" / So I could tell them

13 άλμπουμ είναι αρκετά άραγε για να σου έρθει η επιφοίτηση και να καταλάβεις επιτέλους τι θέλει να πει ένας καλλιτέχνης;

Τόσο πήρε στην περίπτωσή μου για να μιλήσει ο Bill Callahan σε μια γλώσσα που καταλαβαίνω. Δεν είναι τόσο ότι άλλαξε κάτι στη στεγνή και σπαρτιάτικη ερμηνεία του. Μάλλον οι δικές μου κεραίες έστριψαν λιγάκι ώστε να πιάνει καλύτερα το σήμα.

Μετά από πολύ καιρό απόλαυσα μια τόσο σκονισμένη φωνή, ακονισμένη με εικόνες της Αμερικανικής υπαίθρου. Ο καταραμένος ήλιος μας αναγκάζει να σφουγγίξουμε το μέτωπο προτού συνεχίσουμε την ακρόαση.

Οι εικόνες του δίσκου πράγματι αποκαλυπτικές. Η φυγή και η εγκατάλειψη είναι βασικό θέμα. Όλα γίνονται πιο σκληρά από το τραχύ τοπίο της πεθαμένης πια άγριας δύσης που τώρα έχει γίνει πεδίο κυνηγητού Μεξικάνων και συνοριοφυλάκων.

Ο Callahan μιλά σα σκληροτράχηλος και ηλιοκαμένος γελαδάρης. Δεν θα αγκαλιάσει τον ακροατή. Αυτά άλλωστε τα κάνουν οι κοστουμάτοι από την πρωτεύουσα που έχουν ξεκινήσει να οδηγούν αυτές τις Ford σακαράκες. Αντίθετα στο “Drover” θα οδηγήσει τα «κτήνη» του σε μια ερημωμένη γη αφού “the real people went away”. Ο βίαιος θάνατος και ο «εκπολιτισμός», έννοιες συνώνυμες, ερημώνουν τη γη όχι μόνο από ανθρώπους αλλά από αξίες και έθιμα που τα παίρνει ο αέρας σαν αγριοθύμαρα. Αξίες και έθιμα που μπορεί να μοιάζουν βάρβαρα αλλά αντιπροσωπεύουν μια εποχή που χάθηκε.

Στο μεταίχμιο, καθώς βρίσκεται, ο Callahan αναρωτιέται στο "Baby’s Breath" "And each day I looked out on the lawn/ And I wondered what all was gone/ Until I saw it was lucky old me/ How could I run without losing anything?/ How could I run without becoming lean?". Η τρυφερή οικογενειακή σιγουριά ή η μοναξιά με τα πόδια πάνω στο τραπέζι; Ο στάσιμος σπόρος που σαπίζει ή το όμορφο λουλούδι που ανθίζει στην ελευθερία;

Διάφοροι συνωμοσιολόγοι συνδέουν αυτό το κομμάτι με το "On A Good Day" της Joanna Newsom και με ενδεχόμενη έκτρωση που έκανε κατά τη διάρκεια της σχέσης της με τον Bill Callahan. Αν έχει κάποια αξία πάντως ο Callahan καταλήγει "And she was not a weed/ She was a flower".

Ηχητικά τα όργανα είναι λιτά και απολύτως ταιριαστά με την καθαρή, χωρίς φτιασιδώματα ερμηνεία του. Το μήνυμα όπως και το χτίσιμό τους είναι πολύ δυνατά. Το ανατριχιαστικό delay της κιθάρας στο "Baby’s Breath", το αυστηρό βιολί του "Drover" και το μελαγχολικό και οικείο πιάνο που θυμίζει λίγο Cat Stevens στο συγκλονιστικό "One Fine Morning". Σε αυτό το τελευταίο ο επιθεωρητής Callahan φοράει τη στολή Van Morrison και επανέρχεται σαν ανάμνηση από αυτά τα οικογενειακά μαζέματα σε κάποιο σπίτι στην εξοχή από τα παιδικά χρόνια. Οι γνώριμες μυρωδιές των φαγητών, τα τρανταχτά γέλια αυτών που έχουν φύγει πια από τη ζωή, όλα ξαναγυρίζουν και γίνονται πιο κατανοητά. Στο ρόλο του παράξενου και μονίμως συνοφρυωμένου, α λα Little Miss Sunshine, θείου ο Bill Callahan χαράσσει στο μυαλό του τις σκέψεις για φυγή. "One fine morning, I'm gonna ride out" κι όμως είναι ακόμα εδώ.

Μπορεί να μην τον αφήνει ήσυχο η παλιά ζωή του αλλά αυτό δε σημαίνει ότι έχει χάσει το στεγνό χιούμορ του. Για παράδειγμα το "America" που φτιάχτηκε όχι ακριβώς για να ομορφύνει το δίσκο, αλλά για να γαργαλήσει με τα blues του τον γίγαντα με τα πήλινα πόδια. "What an army/ What an air force/ What a marines/ America!/ I never served for my country/ America!/ America!/ Afghanistan, Vietnam, Iran, Native American/ America! Well everyone's allowed a past they don't care to mention". Παρότι ο Callahan μιλά με θαυμασμό (εντάξει, ειρωνεία) το πορνό ριφάκι της φέρεται σαν μια του δρόμου και ο στίχος "I wish I was deep in America tonight" αποκτά μια πρόστυχη έννοια. Ακόμα και στα πιο μελαγχολικά του όπως το "One Fine Morning" ο αυτοσαρκασμός είναι εκεί αφού το κομμάτι τελειώνει με τον Callahan να υπενθυμίζει τον αριθμό παραγωγής που απέδωσε η εταιρεία του στο Apocalypse.

Η μοναξιά δεν ωραιοποιείται γιατί δεν χρειάζεται να φορέσει για κανέναν καλά ρούχα. Το "Universal Applicant" βουλιάζει μέσα της και η καρδιά του δίσκου, το "Riding For The Feeling", σχηματίζει ένα επώδυνο, κυριολεκτικό αλλά έντιμο γείσο πάνω από το κεφάλι του μοναχικού cowboy. "Riding for the feeling" αλλά περισσότερο "Riding for the riding".

Το δωμάτιο είναι πολύ μικρό για να το χωρέσει, και ο δρόμος είναι γεμάτος από ανθρώπους αταίριαστους μεταξύ τους. Όσο μακριά και να οδηγήσεις αυτό θα βρίσκεται κάπου πίσω σου. Οπότε καλύτερα φυλάκισέ το στο κεφάλι σου και άστο να ζήσει στο άγριο αλλά απέραντο τοπίο των αναμνήσεων.

 
Clicky Web Analytics