31.7.09

So we dug us a hole/ And planted our skin/ Like a seed in the ground/ To grow again

photo provided by patrickwatson.netΜπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι στις φετινές μουσικές βιτρίνες δεν υπάρχουν καθόλου νεο-folk τραγουδοποιοί με πλούσιες μελωδίες κι ενορχηστρώσεις. Ούτε καν στις εκπτώσεις δεν εμφανίστηκε κανένα ρετάλι. Στις κολεξιόν των προηγούμενων χρόνων είχαν παρουσιαστεί κάποια δείγματα. αλλά ήταν μινιμαλιστικά, ταπεινά και ήσυχα. Φορέθηκε πολύ ο Bon Iver, ο Iron & Wine, ο Phosphorescent. Τους δοκιμάσαμε κι εμείς εδώ στο some beans και μπορούμε να πούμε ότι μας άρεσαν.

Φέτος, λοιπόν, λέγαμε ότι θα ήταν η τελευταία λέξη της μόδας. Ερχόταν και ο καινούριος δίσκος των Grizzly Bear ήδη φορτωμένος με hype μήνες πριν βγει, και πιστεύαμε ότι θα βοηθούσε στο να κυριαρχήσει ο ήχος αυτός. Στις αρχές της χρονιάς ξεπήδησε ο DM Stith, με το υπέροχο Heavy Ghost, για το οποίο βάζαμε στοίχημα το δωματιάκι του εκτυπωτή στο μέγαρο του some beans ότι θα πέταγαν τη σκούφια τους Uncut, Paste, Pitchfork και όλο το συνάφι. Στην τελική, στα δικά μας αυτιά είχε πολύ καλύτερα τραγούδια από όλους τους παραπάνω, με το "Pity Dance" να είναι ακόμα βασικό υποψήφιο για τον εξέχοντα τίτλο του αγαπημένου μας κομματιού της χρονιάς. Κι όμως, οι αντιδράσεις ήταν μεν καλές αλλά λίγο χλιαρές, κυρίως εκ μέρους των hipsters που κατακλύζουν το διαδίκτυο κι έχουν το PF για ευαγγέλιο. Το hype που άξιζε ο δίσκος δεν ήρθε ποτέ. Σ'εκείνη τη φάση ξύσαμε για πρώτη φορά με απορία το κεφάλι μας, και συνεχίσαμε ν'ακούμε το εξαιρετικό ντεμπούτο του Αμερικανού τραγουδοποιού με μανία.

Αργότερα ήρθε η Soap & Skin. Ήρθε στον κόσμο μας και μάς πήρε τα μυαλά. Ή μάλλον, για να το προσδιορίσω λίγο καλύτερα, μου πήρε τα μυαλά, αφού αυτά του mr.grieves είχαν απαχθεί από το Γ.Ε.Σ.. Ο σκοτεινός και μελωδικός της κόσμος τράβηξε αρκετούς μέσα, πλην όμως στο περιθώριο - σε περιοδικά και sites έβρισκε κανείς σκόρπιες μικρές αποθεωτικές κριτικές, αλλά σα να φοβούνταν να το πουν προς τα έξω, μήπως οι εφιαλτικές εικόνες που πρόβαλαν οι ελεγείες της 18χρονης Αυστριακής χαλούσαν το πάρτυ.

Τελευταία περίπτωση, και τελευταίο θύμα ως τώρα των κολλημάτων που έχουν φάει οι trend-setters της μουσικής σκηνής, είναι ο Patrick Watson. Ναι, ναι, ο Καναδός μουσικός για τον οποίο μιλάγαμε και στην εκπομπή #12, ή αν θέλετε η τετραμελής μπάντα που κρύβεται πίσω απ'το όνομά του και της οποίας ηγείται. Μετά το υπέροχο Close to Paradise του 2006, η νέα τους κυκλοφορία (η τρίτη, και για τον Watson προσωπικά η 4η μιας και είχε κυκλοφορήσει ένα solo album το 2001) ήταν μια από τις πλέον πολυαναμενόμενες της χρονιάς για μας. Το Wooden Arms κυκλοφόρησε στα τέλη Απριλίου από την Secret City Records, και από τις πρώτες ακροάσεις πέτυχε κάτι πραγματικά δύσκολο: να ανταποκριθεί στις υψηλές προσδοκίες μας. Εϊναι λίγοι οι καλλιτέχνες που καταφέρνουν να μην σε απογοητεύσουν όταν έχεις βάλει τον πήχυ ψηλά. Το Wooden Arms όμως είναι τόσο καλό όσο το περιμέναμε.

Με το που ξεκινάει το "Fireweed", μπαίνεις σ'έναν κόσμο αραχνοΰφαντο, με περίεργα, κουδουνιστά κρουστά να ηχούν από διάφορες μεριές καθώς το πιάνο και οι κιθάρες σε παίρνουν απ'το χέρι και σε οδηγούν, δείχνοντάς σου τα αξιοθέατα. Το πανέμορφο, κυκλικό ριφάκι του κομματιού είναι το πρώτο που βλέπεις και σε κάνει ν'ανυπομονείς για το τι υπάρχει παρακάτω, και η μελωδία του "Tracy's Waters" σε καθηλώνει. Το ζωηρό πιανάκι σε πάει στο πολύβουο, πολυάσχολο Πεκίνο ("Beijing"), ενώ στο συγκλονιστικό ομώνυμο κομμάτι ταξιδεύεις στην Ιταλία και στις καντάτες της με το μαντολίνο που συνοδεύει το ονειροπόλο πιάνο και την jazz diva ερμηνεία του Patrick. Κι αυτά συμβαίνουν μόνο στα τέσσερα πρώτα τραγούδια.

Η εκλεκτικιστική ποπ προσέγγιση του Watson συνεχίζεται και στον υπόλοιπο δίσκο, με εκπληκτικά αποτελέσματα μέχρι το τέλος. Από τις blues και Tom Waits επιρροές του γλυκόπικρου "Travelling Salesman" μέχρι το θεαματικά κινηματογραφικό ορχηστρικό έπος "Down at the Beach" και την Arcade Fire-με-slide-κιθάρες ανάταση του "Machinery of the Heavens", ο Watson και η παρέα του δε σταματούν να μας μαγεύουν. Με κορυφές αντάξιες αυτών του Close to Paradise ("Sleeping Beauty", "The Great Escape", "Luscious Life", "Daydreamer") αλλά πιο πολλές, και χωρίς ουσιαστικά αδύναμες στιγμές, παρά μόνο κάποιες λιγότερο σπουδαίες. Με τη φωνή του Patrick να μην επιδίδεται στις α λα Buckley πτήσεις της (παρά μόνο στο "Where the Wild Things Are"), παραμένοντας στο ζεστό, τρυφερό Nick Drake χρώμα της σχεδόν πάντα.

Ένας δίσκος πλούσιος και χορταστικός χωρίς να πνίγει ή να κουράζει, ή να χάνει τον προσανατολισμό του, όπως κάποιες φορές συμβαίνει π.χ. στον Spencer Krug με το Sunset Rubdown όχημά του. Κι από την άλλη, συνθετικά - δουλειά του Watson αυτό - σε σαφώς ανώτερο επίπεδο από τους προαναφερθέντες μοναχικούς τύπους. Από άποψη ενορχηστρώσεων φυσικά δεν τίθεται θέμα, καθώς εδώ έχουμε μια ολόκληρη μπάντα όπου όλοι συνεισφέρουν στη διαμόρφωση του ήχου, και όχι ένα περίπου one-man-show α λα Kevin Barnes ή Gustav Ejstes. Η ισορροπία που επιτυγχάνουν ανάμεσα στο εκλεκτικό και το βαρυφορτωμένο είναι πραγματικά θαυμαστή, αλλά ταυτόχρονα αφήνει να φανούν τα έντεκα θαυμάσια τραγούδια που ντύνει.

Για κάποιο μυστήριο λόγο, οι αντιδράσεις ήταν ακόμα χλιαρότερες από αυτές προς το δίσκο του Stith (του οποίου ο Watson πρέπει να αποτελεί βασικότατη επιρροή). Ίσως επειδή οι Καναδοί δεν έχουν το, πάντα χρήσιμο, πλεονέκτημα του νέου ονόματος. Το Pitchfork έθαψε το δίσκο μεγαλοπρεπώς, μιας και απ'ό,τι φαίνεται το trend της περιόδου είναι η ηλιόλουστη synth pop με ολίγη από έθνικ ρυθμούς των jj (ένα πολύ ενδιαφέρον αρχικά κόλπο, που όμως μετά από 3-4 κομμάτια έχει εξαντληθεί, ειδικά όταν οι συνθέσεις δεν είναι και κάτι το ιδιαίτερο) και ο νεραϊδόκοσμος του/των Patrick Watson δεν πολυκολλάει. Το Uncut ανέφερε ότι έχει χάσει λίγο το δρόμο του. Άλλοι είπαν ότι δεν είναι τόσο άμεσο όσο οι προηγούμενες δουλειές της μπάντας. Και μένουμε ν'αναρωτιόμαστε αν ακούμε τον ίδιο δίσκο με όλους αυτούς. Γιατί για μας, πρόκειται για έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς.

Patrick Watson - "Fireweed" (Wooden Arms)

26.7.09

Far away from home/ Βut never far away from me

Είναι πολύς ακόμα ο δρόμος μέχρι να ξεκουραστούμε, αλλά όλα γίνονται για μια καλύτερη συνέχεια. Ή κάπως έτσι τέλος πάντων. Στην κατάσταση που βρισκόμουν πριν απο περίπου ένα μήνα μόνο κάτι τέτοιες «γενναίες» σκέψεις μου έδιναν έναν λόγο να συνεχίσω μια αναγκαστική παρωδία που ακόμα, δυστυχώς, είναι ριζωμένη στις αντιλήψεις της υποκριτικής μας κοινωνίας.

Ο Thom Yorke έχει μια ικανότητα. Είμαι σίγουρος ότι δεν το κάνει επίτηδες, αλλά καταφέρνει με κάποιον φοβερά μυστηριώδη τρόπο να γράφει μουσική που ταιριάζει απόλυτα στην εκάστοτε περίοδο της ζωής μου. Στη δε περίπτωση της uptight το πράγμα έχει καταντήσει τρομακτικό. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι είναι κολλητοί φίλοι που του εκμυστηρεύεται όλα της τα προβλήματα, απλά ίσως δεν το θυμάται η ίδια.

Αυτή τη φορά πάντως δεν έγραψε ο ίδιος τη μουσική που χαρακτήρισε τις ζωές μας τον τελευταίο μήνα. Αυτό το έκανε πριν κάμποσα χρόνια ο τραγουδιστής και ψυχή των Miracle Legion, Mark Mulcahy, μιας alternative 80’s μπάντας που έπαιζε κολλεγιακής υφής ροκ και συγκρίθηκε αρκετά στα πρώτα στάδια της καριέρας της με τους R.E.M..

Οι συνθήκες τον τελευταίο καιρό στάθηκαν δύσκολες και για μένα, και για την uptight αλλά ιδιαιτέρως για τον ίδιο τον κ.Mulcahy που πριν μερικους μήνες έχασε τη σύντροφο της ζωής του και μητέρα των δίδυμων τρίχρονων κοριτσιών τους. Αυτό που έκανε ο Yorke, είναι να μας εντυπωσιάσει για μια ακόμη φορά διαλέγοντας να διασκευάσει ένα υπέροχο κομμάτι των Miracle Legion, με μερικούς απο τους πιο συναισθηματικούς και ειλικρινείς στίχους που έχουμε ακούσει. Στο μυαλό μου πλέον είμαι σίγουρος ότι κόλλαγαν γάντι και στη δική μας περίπτωση αλλά δυστυχώς (μιας και ο χωρισμός του από τη γυναίκα της ζωής του ήταν μόνιμος) και στην περίπτωση του Mulcahy.

Σε βοήθεια του Mulcahy έσπευσαν ένα σωρό γνωστοί καλλιτέχνες που διασκέυασαν κομμάτια απο τη μουσική του πορεία. O Yorke δεν πρέπει να δυσκολεύτηκε να δεχτεί μιας και κάποτε είχε αφιερώσει ένα κομμάτι των Radiohead στον Mulcahy, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας τους στη Βοστώνη. Η εκτέλεσή του στο “All For The Best” είναι το εναρκτήριο λάκτισμα στον tribute δίσκο Ciao My Shining Star όπου όπως είπαμε συμμετέχουν πολλά αστέρια και αστεράκια, όπως o Michael Stipe, o Frank Black, οι Dinosaur Jr, ο Vic Chesnut, οι Mercury Rev, οι National και άλλοι.

Η εκδοχή του Thom ξεκινάει με ηλεκτρονικά πεταρίσματα που θυμίζουν το Eraser, εκ πρώτης όψεως, αλλά στην πορεία φανερώνουν έναν πιο πλήρη και συμπαγή ήχο που θα μπορούσε να γινόταν με την βοήθεια των υπόλοιπων Radiohead. Η συνάντηση των αδερφών Yorke (ο αδερφός του, Andy, αρχηγός των Unbelievable Truth που συμμετέχουν στο tribute, κάνει backing vocals) είναι εορταστική και το σημείο επανασύνδεσής τους εδρεύει πολύ πετυχημένα στους στίχους "watch my brother cutting grass outside...". Η εμβολιασμένη με reverb βίαιη κιθάρα συνεχίζει στο νόημα του τραγουδιού και γεγονός είναι μια πιστή αλλά καθόλου προβλέψιμη διασκευή που ποιοτικά φέρει τη σφραγίδα που εμπιστευόμαστε χρόνια τώρα.

Το κομμάτι όμως είναι και μια απόδειξη της σπάνιας προσέγγισης του Yorke στην μουσική. Σε κάποιους ανθρώπους είπαν ότι για να φτάσουν στην απέναντι όχθη θα πρέπει να περάσουν τη γέφυρα. Αυτός ο παράξενος μικροκαμωμένος τύπος απο την Οξφόρδη γκρέμισε τη γέφυρα, βούτηξε στη λίμνη, κολύμπησε, πήδηξε απο νούφαρο σε νούφαρο, πήρε φουσκωτό και τελικά έφτασε στην απέναντι όχθη κάνοντας τον κύκλο με το λεωφορείο. Μπορεί το ταξίδι και η διαδρομή για να φτιάξει τα αριστουργήματά του να του παίρνουν κάθε φορά ένα κομμάτι απο την ψυχή του, αλλά εμείς έχουμε την τύχη να καθόμαστε και να απολαμβάνουμε τη δαιδαλώδη διαδρομή του κάθε του πονήματος. Έστω και αν καμιά φορά η λίμνη, η γέφυρα, και γενικά τα πρωτόλεια υλικά είναι κάποιου άλλου.

Το “All For The Best” είναι ένα κομμάτι για τον αναγκαστικό αποχωρισμό δύο ανθρώπων που αγαπιούνται. Περιέργως όμως τον τελευταίο καιρό αποτέλεσε soundtrack προσέγγισης και επανασύνδεσης. Ακόμα και ο Thom θυμήθηκε ότι έχει αδερφό μουσικό! Και αν για τον Mark τα εμπόδια μοιάζουν ανυπέρβλητα, θα μπορούσα να τον φανταστώ να κάθεται στον κήπο του και, ακούγοντας το τραγούδι που ο ίδιος, ως σπουδαίος μουσικός, έγραψε πριν 20 και βάλε χρόνια, να έρχεται πιο κοντά σ’αυτήν που τον συντρόφευσε και του χάρισε τις δύο πιτσιρίκες του.

Α, και να μην ξεχάσω. Το υπέροχο downloading χρησίμευσε για να ακούσουμε μια ώρα αρχύτερα το "All for the Best". Επειδή όμως ο κ.Mulcahy είχε μια μοίρα που του φέρθηκε πολύ άσχημα, καλό είναι στις 29 Σεπτεμβρίου, ή κι από τώρα, να αγοράσουμε αυτό το έτσι και αλλιώς πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ.

Miracle Legion - "All For The Best" (Surprise Surprise Surprise)


Thom Yorke - "All For The Best" (Miracle Legion cover) (Ciao My Shining Star: the Songs of Mark Mulcahy)

22.7.09

Radio Beans #12

We're back!

Ήγγηκεν η ώρα, έφτασε η στιγμή... Ο mr.grieves γύρισε απ'τον πόλεμο, και το some beans επιστρέφει στους κανονικούς του ρυθμούς ακριβώς όταν όλη η χώρα αρχίζει να χαλαρώνει επικίνδυνα "λόγω διακοπών" (λες και χρειαζόταν αφορμή...). Το γιορτάζουμε με τη δωδέκατη εκπομπή μας, και θα ακολουθήσουν ποστς, διαγωνισμοί, δώρα, κουπόνια για καφετιέρες και διάφορα άλλα. Ή όχι. Και ο μόνος λόγος για τον οποίο θα την κάνουμε από το πόστο μας θα είναι για σένα αγαπητέ αναγνώστη - για να ενημερωθείς από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, ή απλά της συναυλίας των Radiohead στην Πράγα. Πάντα θυσίες για το κοινό μας.

Radio Beans 12

Tracklisting:
The Beatles - "Here Comes The Sun"
Soap & Skin - "The Sun"
Patrick Watson - "Wooden Arms"
Strangelove - "Sway"
Pink Mountaintops - "Vampire"
Cortney Tidwell - "Eyes Are At The Billions"
Scott Walker - "Farmer In The City"
The Beta Band - "Dr Baker"
Deerhunter - "Nothing Ever Happened"
Queens of the Stone Age - "Misfit Love"
Cyann & Ben - "I Can't Pretend Anymore"
Elbow - "Switching Off"

28.6.09

But as the words are leaving his lips/ A noise comes from behind...

Το κεφάλαιο "Ναύπλιο" μας τελείωσε τούτη τη βδομάδα, και μαζί του οι Κυριακάτικες διαδρομές με το ΚΤΕΛ προς την όμορφη παλιά πρωτεύουσα. Ήταν περίεργο το συναίσθημα: μέχρι τον Ισθμό, η διαδρομή μου ήταν οικεία στο σημείο της απόλυτης βαρεμάρας, μετά από 20 χρόνια με άπειρα πήγαιν'έλα στο οικογενειακό εξοχικό στην Κορινθία - ναι, ξέρω, κλισέ, αλλά αναπόφευκτο. Όμως εκεί, ανάμεσα στο αόριστο συνονθύλευμα από κάποτε ένδοξες σουβλακοαναμνηστικοχαλβαδοπωλειοκαφετέριες, θεριεμένα ξερά χορτάρια σε νησίδες και κάποτε-κάποιος-τα-είχε-σχεδιάσει-σαν-παρτέρια, τουρίστες με φωτογραφικές μηχανές και νταλίκες, το λεωφορείο άλλαζε δρόμο θυμίζοντάς μου ότι είχαν αλλάξει - εδώ και χρόνια αλλά με έμφαση στο τώρα - και οι προτεραιότητές μου σ'αυτή τη ζωή, και στην παρούσα φάση έδρευαν στο Ναύπλιο. Λίγο αργότερα κατεβαίναμε σε μια μεγάλη, φωτεινή πεδιάδα με χωράφια, περιστοιχισμένη από βουνά, μια πανέμορφη εικόνα με την οποία ο όχι οικείος και άρα όχι βαρετός Νομός Αργολίδας μας καλωσόριζε, και το ενδιαφέρον μερος του ταξιδιού άρχιζε. Τότε, λοιπόν, ένιωθα μια επιτακτική ανάγκη ν'ακούσω και πάλι το Abbey Road.

Όπως έγραψα και σε κάποιο άλλο ποστ, διαπίστωσα αυτό το δίμηνο ότι το μυαλό, όταν έχει πολλά μέσα του, γυρεύει πράγματα για να το ηρεμούν. Ένιωθα ότι δεν ήμουν σε θέση, τις περισσότερες μέρες, να απορροφήσω καινούρια μουσική, και γυρνούσα ως επί το πλείστον στα γνωστά και αγαπημένα ακούσματα, σε πράγματα που ήξερα εκ των προτέρων ότι μ'αρέσουν πολύ, και για τα οποία δεν θα χρειαζόμουν εισαγωγές και διάστημα γνωριμίας. Πράγματα που αμέσως θα με μετέφεραν σ'ένα πιο χαλαρό σύμπαν, που θα μου έδιναν άμεση ανακούφιση από σκέψεις, άγχος, κούραση. Και τι μπορεί να ταιριάξει πιο πολύ στην περιγραφή από τη μπάντα με την οποία μεγάλωσες;

Οι Radiohead με πήραν από το τέλος της εφηβείας μου και μ'έφεραν με ασφάλεια ως εδώ που είμαι τώρα, κι ακόμα πάμε μαζί. Είχαν προϋπάρξει όμως άλλοι, οι οποίοι έβαλαν τα πρώτα λιθαράκια στη διαμόρφωση των ακουσμάτων μου. Η πρώτη μουσική μου ανάμνηση είναι από ένα φωτεινό πρωινό στην κουζίνα του πρώτου μας σπιτιού, στην Καλλίπολη προς την Πειραϊκή, με το ραδιόφωνο να παίζει το "Heart of Gold" του Neil Young. Θα ήμουν δυο ή τριών χρονών. Τα επόμενα χρόνια, το σπίτι είχε μουσική κάθε Κυριακή. Mozart και Beethoven, Κουγιουμτζή, Θεοδωράκη, Μαρκόπουλο και Λοΐζο. Pink Floyd, City, Jean Michel Jarre (συνήθως το χειμώνα) και Boney M και Abba. Αλλά εμένα το αγαπημένο μου ήταν άλλο: το διπλό κόκκινο 1962-66 των Beatles.

Μεγαλώνοντας, παρέμεινε το αγαπημένο μου. Δεν υπάρχει άλλωστε καλύτερος τρόπος για να κάνεις μια ασύλληπτα βαρετή δουλεια όπως το ξεσκόνισμα από το να χορεύεις ταυτόχρονα το "Day Tripper", ή το σφουγγάρισμα από το να τραγουδάς με μικρόφωνο τη σφουγγαρίστρα το "And I Love Her" (Αργότερα πάντως ανακάλυψα ότι το Pablo Honey αποτελεί καλό εναλλακτικό για τις δουλειές του σπιτιού, κάποτε ίσως το αναλύσω περαιτέρω). Έτσι, δεν έμενε παρά κάποια στιγμή να εξερευνήσω και τους υπόλοιπους Beatles, πράγμα που έγινε. Το Abbey Road έτυχε να βρεθεί στο mp3 player μου αυτήν τη δύσκολη περίοδο και δεν άργησε να γίνει το αγαπημένο μου καταφύγιο. Το άκουσα την πρώτη φορά που πλησιάζαμε στο Ναύπλιο, και συνδέθηκε με τη διαδρομή άρρηκτα.

Το Abbey Road είναι, κάτι παραπάνω από προφανώς, ένας σπουδαίος δίσκος. Για κάθε γυμνό, βραχώδη λόφο υπήρχε ένα "Come Together". Για κάθε ανόργωτο χωράφι με τα ψηλά του χρυσαφιά χορτάρια να ανεμίζουν, ένα "Something". Για κάθε στρέμμα από φορτωμένες πορτοκαλιές - και υπήρχαν τέτοιες όπου έφτανε το μάτι - ένα "You Never Give Me Your Money", και για κάθε αποθήκη στη μέση του πουθενά ένα "She Came In Through The Bathroom Window". Αλλά εγώ έφαγα ένα άλλο κόλλημα. Με το "Maxwell's Silver Hammer".

Ένα τραγουδάκι εκ πρωτης όψεως αθώο, γλυκούλι, χαζούλι. Που το μίσησαν όλοι οι υπόλοιποι πλην του McCartney που το έγραψε και το τραγούδησε. Που τους πήρε ένα μήνα να το ηχογραφήσουν και για το οποίο ξόδεψαν, λέει, τα περισσότερα λεφτά απ'ό,τι για οποιοδήποτε άλλο από τα 17 κομμάτια του δίσκου, πιο πολλά κι απ'ό,τι για έπη όπως το "I Want You (She's So Heavy)" ή το "You Never Give Me Your Money". Τι συνέβαινε πίσω από την πιασάρικη, χαρούμενη βιτρίνα του τραγουδιού;

Αίμα. Πολύ αίμα! Η Joan, η δασκάλα, ο δικαστής. Μπανγκ, μπανγκ! Τέζα όλοι, ο ένας μετά τον άλλον. Στην αρχή σκέφτηκα ότι ο αιμοδιψής Maxwell Edison είναι μια εκδοχή του Χάρου, που βγήκε παγανιά με το ασημένιο σφυρί του (αντί για δρεπάνι - ο συνδυασμός δημιουργεί συνειρμούς προς τον κομμουνισμό; Ποιος ξέρει) σκοτώνοντας όσους του έκαναν κακό. Αλλά η Joan η κακομοίρα; Ούτε καν χυλόπιτα δεν του έριξε, να πεις ότι τον πείραξε... Ένας απλός serial killer; Μπα, δε σκότωνε εντελώς όποιον να'ναι.

Ο ίδιος ο Paul McCartney έδωσε μια απάντηση, λέγοντας ότι απλά αντιπροσωπεύει τα ξαφνικά άσχημα γυρίσματα της τύχης, όταν ένα κακό σε βρίσκει από το πουθενά, χωρίς προειδοποίηση. Θεμιτό και λογικό, αν και οι δυο περιπτώσεις έκαναν κάτι που προκάλεσε την τιμωρία τους, έστω και πολύ βαριά, ενώ η Joan όχι. Είναι μια πολύ ωραία κι έξυπνη μεταφορά όπως και να'χει.

Πέρα από το μυστήριο, όμως, την καταβρίσκω με τον κωμικό τρόπο που παρουσιάζει ο Macca την όλη ιστορία. Σα να μίλαγε σε ένα παιδάκι - "με το ασημένιο σφυράκι, και τσουπ! Πάρ'τον κάτω!". Ούτε δράματα ούτε τίποτα. Ο Tim Burton θα έφτιαχνε ολόκληρη ταινία πάνω σ'αυτό το τραγουδάκι, αλλά και πάλι, τόσο διεστραμμένα χαρούμενη δύσκολα θα του έβγαινε. Είναι σχεδόν σα να βλέπεις τον Maxwell με ένα χαμόγελο α λα Alex DeLarge, με το ασημένιο σφυρί να γυαλίζει στη ζώνη του σαν εξάσφαιρο, έτοιμο να τιμωρήσει. Λεπτομέρεια που σκοτώνει, το περασματάκι με κάτι σαν εκκλησιαστικό όργανο να παίζει και καλά σε σοβαρό, πένθιμο ύφος την ανέμελη μελωδία του κομματιού πριν τη δεύτερη στροφή. Απολαυστικό μέχρι την τελευταία σταγόνα αίματος. Genius.

Για κάθε συνάντηση με τον mr.grieves, υπήρχε ένα "Here Comes The Sun".

The Beatles - "Maxwell's Silver Hammer" (Abbey Road)

23.6.09

Soundtracking Moments #4: 21/6/09, 09.37πμ

Πρωί Κυριακής, ΚΤΕΛ για το Ναύπλιο. Ένα ήσυχο πρωινό, με το λεωφορείο να διασχίζει αθόρυβα το αγουροξυπνημένο Υπόλοιπο Αττικής όπου κάποτε, όχι πολύ μακριά στο παρελθόν, ένα οικόπεδο αποτελούσε όνειρο ζωής του μέσου Έλληνα, πριν πάρει τη θέση του η Porsche Cayenne. Χωνόμαστε στο τούνελ, και μέσα στο πορτοκαλί ημίφως οι It Hugs Back στέλνουν τους απαλούς ήχους τους να με αγκαλιάσουν* γλυκά. Μέτρο το μέτρο, χιλιόμετρο το χιλιόμετρο, το Ναύπλιο έρχεται πιο κοντά, το περιεχόμενό του επίσης, και η μουσική μοιάζει καθησυχαστική, αισιοδοξη. Νιώθω μια σιγουριά - τη σιγουριά που νιώθει κανείς όταν ξέρει ότι πλησιάζει η πιο όμορφη στιγμή της εβδομάδας, και οι μελωμένες κιθάρες των Βρετανών σα να λιώνουν μέσα στο μυαλό μου. Είμαστε ακόμα στη μέση του τούνελ, αλλά το φως περιμένει πάντα στην άλλη άκρη.

It Hugs Back - "Q" (Inside Your Guitar)

*(pun intended, χο χο χο)

29.5.09

Some Questions #10: Soap & Skin!

Φαντάζομαι ότι η καλεσμένη του 10ου Some Questions δεν προκαλεί έκπληξη σε κανέναν, δεδομένης της αδυναμίας που έχω ήδη κατ'επανάληψη εκφράσει για το πρώτο της πόνημα... Η Anja Plaschg, η Αυστριακή πιτσιρίκα που ευθύνεται για το σκοτεινό αριστούργημα με τον τίτλο Lovetune for Vacuum, απάντησε στις ερωτήσεις μας! Όχι με ιδιαίτερη ευφράδεια, και όχι σε όλες - ίσως να σιχαίνεται τους Beatles στην τελική, ποιος ξέρει - αλλά σε αρκετές για να σχηματίσει κανείς μια υποψία άποψης για τις επιρροές της. Σας την παραδίδουμε...

Could you please tell us...

1. Three albums you’d take along on a desert island?

Aphex Twin - Selected Ambient Works Vol. 2
Glenn Gould / Johann S. Bach - The Goldberg Variations
Vincent Gallo - When

2. A song you wish you’d written?

"Bohemian Rhapsody" (Queen)

3. Your Sunday morning song?

"You Still Believe In Me" (Beach Boys)

4. Your favourite b-side?

"Liebeskrebs" (Felix Kubin)

5. Your favourite Beatles song?

-

6. A musician/band you think is criminally underrated?

Otto von Schirach

7. Your favourite place for writing music?

-

8. What your music-related plans are for the next 12 months?

-

9. What you wish to do once you retire from music?

Astronaut.

10. A stylistic choice you’ve made and are now ashamed of?

Νο.

11. Which role you would like to have played if you were an actor?

Harold, from Harold and Maude.

12. A recurring childhood dream of yours?

Astronaut.

13. If you are superstitious?

Νο.

14. A sentence containing the words ”some” and ”beans”?

There are two beans between some legs.

Soap & Skin - "Marche Funèbre" (Lovetune for Vacuum)

22.5.09

I was eating off the floor/ Every little apple core/ Still it wasn’t quite enough/ Wine and juices for my love

Πάνε αρκετές μέρες από το τελευταίο ποστ του some beans. Και το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κανείς γι'αυτές είναι ότι ήταν περίεργες μέρες. Περίεργες ώρες, που ξοδεύτηκαν μέσα, έξω και γύρω από το ειδυλλιακό 401. Αμέτρητες διαδρομές του μετρό που έμοιαζαν παιχνιδάκι πηγαίνοντας και βαριές, ατέλειωτες φεύγοντας, αλλά από την άλλη χωρίς να είναι κιόλας σίγουρο αν το σπίτι θα πρόσφερε ξεκούραση και καταφύγιο ή νέα τροφή για σκέψη, νέες διαστάσεις στην εκτίμηση των πραγμάτων από αυτές που μόνο οι άδειες ώρες σ'ένα άδειο σπίτι ξέρουν να δίνουν. Και ως γνωστόν, τις άδειες ώρες μπορεί να επιχειρήσεις να τις γεμίσεις με πολλά και διάφορα, αλλά τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει το βασικό συστατικό όταν αυτό λείπει μακριά.

Κι αν αυτή είναι μια διαδικασία που έρχεται "εκ των έσω" και σε γειώνει, υπήρξαν κι άλλες πολλές που ήρθαν απ'έξω. Πράγματα και καταστάσεις με τις οποίες δεν είχα ως τώρα επαφή, και που μπροστά τους οι εμπειρίες των Πολεοδομιών ένοιαζαν με πικ-νικ στην εξοχή. Ό,τι στραβό, βλαμμένο και απογοητευτικό έχει ως τίτλο τιμής και καμάρι του ο Έλληνας σε παρέλαση μπροστά σου, ντυμένο φυσικά στη γνωστή λατρεμένη παραλλαγή. Και άνθρωποι που έφεραν τίτλους υπευθύνων, και που αντιμετώπιζαν την υγεία και το άμεσο μέλλον, τους επόμενους μήνες της ζωής νέων ανθρώπων - και τα νεύρα των ίδιων και των γύρω τους - με μεθόδους που προσέγγιζαν σε σοβαρότητα και εγκυρότητα το μάδημα της μαργαρίτας.

Η κορύφωση της όλης διαδικασίας ήρθε την Παρασκευή. Στις 9 το πρωί ήμουν σχεδόν αισιόδοξη, έχοντας κατασταλάξει στο συμπέρασμα της όλης ιστορίας και ούσα αποφασισμένη να το αντιμετωπίσω. Στις 11 λίγο απορημένη αλλά χαρούμενη. Στη μία σοκαρισμένη, στη μία και τέταρτο έξαλλη. Στις 2 και κάτι παραιτημένη και χάλια. Στις τρεις παρά είκοσι πάλι απορημένη, στις τρεισίμισι έκπληκτα χαρούμενη, στις τεσσεράμισι ευτυχισμένη, έστω γνωρίζοντας ότι θα κρατούσε για λίγες μόνο ώρες. Κι όλο αυτό το τρελαμένο συναισθηματογράφημα οφειλόταν στις διαθέσεις μιας χούφτας ανθρώπων, με τους οποίους δε γνωρίζομαι καν... Οφείλω όμως να παραδεχτώ ότι επιφύλαξαν ένα αντάξιο τέλος σε μια εβδομάδα παράνοιας και αλλεπάλληλων σκωτσέζικων ντους τα οποία είχαν και πάλι προσφέρει οι ίδιοι με χαρά στο πιστό κοινό τους, με μοναδική δικαιολογία το γεγονός ότι φέρουν πάνω στα ρούχα τους κάποια γαλόνια.

Όλα αυτά όμως πέρασαν κι έφυγαν, και το εν Αθήναις μισό του some beans θα επιχειρήσει ουσιαστικά από σήμερα την αποφόρτιση και την αναμονή. Όλες αυτές τις μέρες, οι μουσικές που συνόδευσαν τα, πότε ευχάριστα και πότε μελαγχολικά, πήγαιν'έλα μου ήταν συγκεκριμένες. Δεν είχα διάθεση για πολλά-πολλά, και τελικά λίγοι ήταν οι ήχοι που κατάφερναν να διαπεράσουν τα στρώματα της σκέψης μου και να πάρουν τον πυρήνα του μυαλού μου για λίγο μακριά από το κυρίως θέμα. Οι ευχάριστες στιγμές ντύθηκαν με γενναίες δόσεις από κάτι νεαρούς από το Liverpool που ονομάζονται The Beatles και θα σας πρότεινα να τους ακούσετε, διακρίνω πως έχουν ένα κάποιο μέλλον... (Αν και η ακρόαση του "Because" όταν είναι κανείς μόνος και επιρρεπής και γύρω απλώνεται ένα γλυκό μαγιάτικο σούρουπο δεν ενδείκνυται. Όχι. No way Jose!) Οι πιο ενδοσκοπικές συντροφεύτηκαν από τον υπέροχο δίσκο της Soap & Skin που αναφέραμε στο προηγούμενο ποστ, και από το Stockholm Syndrome των Δανών με το γλυκό κι αγαπησιάρικο όνομα Murder.

Οι δυο τύποι από την όμορφη Κοπεγχάγη έφτασαν στο δρόμο μου τυχαία, πλην όμως με εξαιρετικές συστάσεις: ολάκερος Stuart Staples κατονόμασε αυτούς και μόνο αυτούς στην ερώτηση για τους αγαπημένους του νέους καλλιτέχνες, σ'ένα ερωτηματολόγιο του Pitchfork. Μια τόσο ξεκάθαρη απάντηση, συνοδευόμενη από μια τόσο απλή περιγραφή, από έναν από τους αγαπημένους μου τραγουδιστές και γενικά μουσικούς όλων των εποχών ήταν αρκετή για να πατήσω το link που βρισκόταν έτοιμο στη διάθεσή μου. Μια ακρόαση των τραγουδιών που είχαν στο MySpace τους ήταν κι αυτή αρκετή για να κολλήσω, και χωρίς μεγάλη χρονοτριβή να αγοράσω το δεύτερο δίσκο τους σε μορφή mp3 από την ιστοσελίδα της εταιρίας τους Good Tape Records. Αποδείχθηκε ένα από τα καλύτερα 9ευρα που έχω ξοδέψει φέτος.

Το Stockholm Syndrome είναι ο δεύτερος δίσκος των Murder, δηλαδή του Jacob Bellens και του Anders Mathiasen, κυκλοφόρησε το 2006 και είναι σχεδόν τελείως ακουστικός. Όλα τα τραγούδια βασίζονται στα γλυκά αρπίσματα της κιθάρας του Mathiasen και στη βαριά, μεστή φωνή του Bellens που θυμίζει Johnny Cash όχι στα πρώτα του νιάτα με μια υποψία από τον Sivert Høyem των Μadrugada, για να μην ξεχνάμε και τη μαμά Σκανδιναβία. Κι όμως, παρ'ότι η συνταγή μοιάζει χιλιοδοκιμασμένη και βαρετή, στα χέρια των Murder δείχνει σαν καινούρια, καθώς την εφαρμόζουν σε κάμποσα μικρά διαμαντάκια, αντάξια κληρονομιά στους πρώτους διδάξαντες της τέχνης του να φτιάχνεις ένα υπέροχο τραγούδι από τα πιο βασικά υλικά.

Ήδη, ένα απ'αυτά, το "When The Bees Are Sleeping", παίξαμε σε μια προηγούμενη εκπομπή του Radio Beans, και είναι μόνο ένα από τα δείγματα της δεξιοτεχνίας τους. Το "Naming the Demon" είναι επιβλητικά ήρεμο, το "Bodies Collide" φέρνει το cello σαν συμπρωταγωνιστή της ακουστικής κιθάρας σε ένα λυτρωτικό ρεφραίν, το ριφάκι του "Daughters of Heavy" πηγαινοέρχεται ανεπαίσθητα αλλά επίμονα, θυμίζοντας το λίκνισμα βάρκας δεμένης στα ρηχά, και το glockenspiel ή βιμπράφωνο ή ό,τι τέλος πάντων είναι αυτό εισάγει τη δεύτερη στροφή για να συναντήσει το βιολί και την τρομπέτα στη "γέφυρα", σ'έναν ακαταμάχητο συνδυασμό. Το χαρούμενο "Applejuice", από την άλλη, είναι σοβαρό υποψήφιο για να μπει στο mix-CD που θα φτιάξουμε για την πρώτη μας εξόρμηση στην παραλία, όταν με το καλό το άλλο μισό του some beans είναι ξανά εδώ - οι γλυκές country κιθάρες του και η τελείως Americana αίσθηση που αφήνει δεν θα μπορούσε να βρίσκεται πιο μακριά ηχητικά από ένα μέρος σαν τη Δανία.

Κι αν δεν κολλήσετε με κανένα από τα παραπάνω, ίσως το πάθετε, όπως κι εγώ, με το πρώτο κομμάτι του δίσκου, το συγκλονιστικό "Feast in my Honour". Μια τόσο απλή, αλλά και τόσο εθιστική μελωδία, απ'αυτές που σφηνώνονται στο μυαλό και δε βγαίνουν, και η φωνή του Bellens ταπεινά μεγαλοπρεπής να ακούγεται στην αρχή κιόλαςνα εκφέρει τις λέξεις "Rain on windmills" και το τραγούδι να θυμίζει ακριβώς αυτό: βροχή σε ανεμόμυλους, με το cello να συνοδεύει και μερικές λιτές νότες του πιάνου να υπογραμμίζουν το ρεφραίν. Ένα τραγούδι που ανάλογό του, στα δικά μου αυτιά, δεν υπήρχε στο Boxer των National με την εξαίρεση ίσως του "Racing Like a Pro". Ακούστε το και περιμένω γνώμες...

Στο μεταξύ, οι Murder ετοιμάζουν τον τρίτο τους δίσκο και ίσως τον κυκλοφορήσουν μέσα στο καλοκαίρι. Μια ευκαιρία για τον μουσικό πλανήτη να γνωρίσει ένα πραγματικά εξαιρετικό σχήμα και να δικαιώσει πανηγυρικά τον λάτρη τους, πλέον, Stuart Staples, τον οποίο θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε, εδώ από το some beans, και για το έξοχο αυτό recommendation πέρα από τις χιλιοειπωμένες μας ευχαριστίες για τις άπειρες κορυφαίες στιγμές που μας έχει χαρίσει με τη μπάντα του. Χάρη σ'αυτόν, αυτή τη φορά θα είμαστε έτοιμοι να τους υποδεχτούμε. Και από τα δυο μας μέτωπα.

Murder - "Feast in my Honour" (Stockholm Syndrome)
 
Clicky Web Analytics