5.11.09

Ηappy Birthday to... Happy Birthday!

Και ναι κυρίες και κύριοι, η στήλη που εγκαινιάσαμε πέρυσι τέτοια μέρα προκειμένου να ευχηθούμε «χρόνια πολλά» στην Αυτού Πολυμουσικότητα τον Jonathan Richard Guy Greenwood, και μας άρεσε τόσο που έμεινε, έκλεισε αισίως έναν ολόκληρο χρόνο και ήρθε η σειρά της να τής πούμε «χρόνια πολλά»! Από την πάνω δεξιά γωνίτσα του some beans ευχηθήκαμε στη διάρκεια αυτού του έτους σε ένα σωρό κόσμο, αν και ομολογουμένως για ορισμένες περιόδους την αφήσαμε έρμη και ανενημέρωτη. Υποσχόμαστε τακτική ανανέωση στο δεύτερο χρόνο της, καθώς θα παρελάσουν απ'αυτήν όσοι δεν «χώρεσαν» στον πρώτο γύρο - και ήταν πολλοί (στις 4 Ιανουαρίου μόνο έχουν γενέθλια 6 (!) σπουδαίοι μουσικοί!). Κι αν μας σωθούν οι μουσικοί, θα επεκταθούμε σε άλλες λατρείες...

Για να γιορτάσουμε τα γενέθλια της στήλης των γενεθλίων, μιας και δυστυχώς δεν μπορούμε να σας προσφέρουμε γλυκάκι (που είναι τα ολογράμματα και οι άλλες φουτουριστικές αηδίες που μας υπόσχονταν όλες οι ταινίες και τα βιβλία επιστημονικής φαντασίας ότι θα είχαν γίνει λίγο μετά το 2000; Οέο;), σας έχουμε μονάχα ένα Happy Birthday Special: ΕΔΩ μπορείτε να βρείτε ένα αρχείο των γενεθλίων που έχουμε βάλει ως τώρα, με τα κειμενάκια και τα βιντεάκια τους. Λείπουν κάποια αλλά θα τα προσθέσουμε, όπως θα προσθέτουμε και κάθε καινούριο καλλιτέχνη που θα έχει την τιμή να φιλοξενείται στη στήλη απο'δω και στο εξής.

Κι αφού ήταν αυτός που μας ανάγκασε με τα γενέθλιά του να φτιάξουμε τη στήλη Happy Birthday, απολαύστε ένα δείγμα από το αστείρευτο ταλέντο του Jonny, ο οποίος κλείνει σήμερα τα 38 (για να μην ξεχνιόμαστε), είναι τα 17 απ'αυτά στο κουρμπέτι και ακόμα προσπαθούμε να ανακαλύψουμε τι στην ευχή πίνει και δείχνει μονίμως τόσο πολύ νεότερος. Happy Birthday, Jon-Jon, και να ξαναπούμε "see you next year";

Jonny Greenwood - "Prospectors Quartet" από το There Will Be Blood OST

ΥΓ: Πηγαίνοντας στο site που είχα στο GeoCities από τότε ακόμα που το Yahoo ήταν μια απλή μηχανή αναζήτησης, για να «φιλοξενήσω» το αρχείο των γενεθλίων, ανακάλυψα ότι το site μου απλά δεν υπήρχε πια. Όλα τα αρχεία είχαν σβηστεί. Δεν έχω ιδέα αν προειδοποίησαν (το mail που τους είχα δώσει δεν ίσχυε πια και δεν το'χα ενημερώσει) αλλά όπως και να'χει, όλα πήγαν στα σκουπίδια αφού ο λογαριασμός μου ήταν απλός, τσάμπα και όχι Plus στους οποίους η Yahoo έδωσε τη δυνατότητα να μεταφέρουν το site τους στο νέο, γκλαμουράτο και φυσικά με το αζημίωτο web hosting service τους. Ευτυχώς, όλα σχεδόν τα αρχεία βρίσκονται στον υπολογιστή μου και βρισκόμουν ήδη στη διαδικασία μεταφοράς σε νέο host, και έφτιαχνα το νέο site σιγά-σιγά. Αλλά είχα αυτή τη σελίδα απο το 1998 και την είχα φτιάξει και συντηρήσει με πολύ μεράκι. Εύχομαι στους άπληστους μανατζαραίους της Yahoo να τους καεί το Blu-Ray. Προς το παρόν, Radiohead Articles Archive R.I.P.. :-(

ΥΓ2: Επειδή ίσως το αρχείο να εμφανίζεται σε διάφορα κινέζικα αντί για ελληνικά (ο νέος host είναι αγγλομαθής μόνον), αύριο ή πιο πιθανόν το Σαββατοκύριακο θα διορθώσουμε το πρόβλημα. :-)

4.11.09

And all my time/ Is yours as much as mine/We never have enough/ Time to show our love

Δύο από τους αγαπημένους μας 90’ς ήρωες βρέθηκαν χθες στον μικρό αλλά «ζεστό» χώρο του Rodeo στη Βικτώρια. Η Paula Frazer, τραγουδίστρια των Tarnation, και ο Mark Gardener, συνθέτης και τραγουδιστής ενός εκ των πρώτων συγκροτημάτων που έφεραν στα μουσικά μας λεξικά τη λέξη shoegaze, των Ride, έφτιαξαν ένα θελκτικότατο πακέτο για όλους όσους μεγάλωσαν την προηγούμενη δεκαετία και τα μουσικά τους γούστα σχηματίστηκαν από τον Ροδον Fm και τον παλιό καλό Rock Fm.

Μόνο που το θέμα στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως και οι δύο καλλιτέχνες, που θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε από πριν ότι ήταν απολαυστικοί, τα τελευταία 10 και βάλε χρόνια έχουν συνηθίσει τη μοναξιά της σκηνής. Η Paula Frazer έχει βγάλει τρείς προσωπικούς δίσκους, αν και στην ουσία όλο το project των Tarnation είναι το προσωπικό της όχημα, ενώ το 2007 επανέφερε το όνομα των Tarnation για τον δίσκο της Now It’s Time, περισσότερο όμως σαν προσπάθεια να θυμίσει στον κόσμο το όνομα του παλιού της γκρουπ παρά ως ένδειξη επιστροφής σε έναν πιο «γεμάτο» και πειραματικό ήχο.

Ο Gardener από την άλλη απείχε για πολύ περισσότερο καιρό από τη μουσική μετά την διάλυση των Ride το 1995. Ο μοναδικός του σόλο δίσκος κυκλοφόρησε πριν 4 χρόνια με τίτλο These Beautiful Ghosts και πέραν τούτου είχε κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες με καινούργια σχήματα καθώς και αρκετές συμμετοχές σε δίσκους άλλων μουσικών.

Εχθές, πάντως, η Frazer και ο Gardener κατά σειρά εμφανίσεως, μόνο ξοφλημένοι δεν έμοιαζαν. Όλα όσα περιμέναμε να ακούσουμε από αυτούς τα ακούσαμε και μάλιστα σε πολύ ικανοποιητικότερο βαθμό από αυτόν που περιμέναμε συνυπολογίζοντας ότι θα ήταν μια ακουστική συναυλία.

Γύρω στις 10.30 βγήκε πρώτη η Paula Frazer με τη συνοδεία ακουστικής κιθάρας. Η φιγούρα της ήταν μικροσκοπική και η παρουσία της διακριτική. Μόλις όμως άρχισε να τραγουδά καταλάβαμε γιατί η καταγόμενη από το Arkansas και πρώην τραγουδίστρια διαφόρων punk συγκροτημάτων είχε μαγέψει τα ελληνικά ερτζιανά πριν από περίπου μια δεκαετία και ενίοτε συνεχίζει να τα μαγεύει με κάθε επανάληψη του “Your Thoughts and Mine”. Καθαρή και κρυστάλλινη φωνή που έβγαινε αγόγγυστα, ανεβοκατεβαίνοντας τις οκτάβες, περνώντας από μελαγχολικά γυρίσματα σε σοπράνο ρεφρέν. Φυσικά έπαιξε το “Your Thoughts And Mine”, το "A Place Where I Know" και το “Awful Shade Of Blue” από το Mirador του 1997, μην ξεχνώντας φυσικά πιο πρόσφατα κομμάτια, με το “Watercolor Lines” και το “Always On My Mind” να ξεχωρίζουν. Οι συνθέσεις της ήταν ένας τομέας που έπασχε, αφού γίνονταν επαναλαμβανόμενες και δεν ξέρουμε κατά πόσον θα ήμασταν διατεθειμένοι να βάλουμε παρωπίδες και να επικεντρωθούμε στην καταπληκτική φωνή της στην περίπτωση που το σετ ήταν μεγαλύτερο, κάτι που φάνηκε να το κατανοεί και η ίδια παίζοντας ακριβώς όση ώρα χρειαζόταν αφήνοντας μας με μια γλυκιά και μελαγχολική γεύση με τον εναλλακτικό country ήχο της.

Όχι πολύ αργότερα και αφού κερδίσαμε μερικές θέσεις προς τα εμπρός υποδεχθήκαμε τον Mark Gardener. Με πολύ λιγότερα μαλλιά απ’ό,τι τον θυμόμαστε έπαιξε μοναχός του για μιάμιση περίπου ώρα, δείχνοντας σε μεγάλα κέφια και πραγματικά χαρούμενος για την ανταπόκριση του κόσμου λέγοντας χαρακτηριστικά πως «Θα μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό κάθε Δευτέρα». Ο Gardener δεν έδειξε το παραμικρό ίχνος κομπλεξισμού για το γεγονός ότι η μουσική του καριέρα είχε συνδεθεί με το παλιό του συγκρότημα που διαλύθηκε μετά από εντάσεις μεταξύ των μελών του. Παίζοντας καταπληκτικά μια ακουστική κιθάρα τραγούδησε ορεξάτος, με το δεύτερο μισό του σετ του να είναι στις καλύτερες φετινές συναυλιακές μας στιγμές. “From Time to Time”, ”Leave Them All Behind”, ”Drive Blind”, ”Dreams Burn Down” συν-τραγουδήθηκαν όλα με πάθος από το κοινό που δημιούργησε μια πολύ θερμή ατμόσφαιρα δείχνοντας ότι έπαιζε τα γνωστά κομμάτια των Ride στα δάχτυλα.

Ειδική μνεία και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς στα δύο καλύτερα κομμάτια των πιονέρων της shoegaze. Το απίστευτο “Vapour Trail” μας έκανε να μουρμουράμε την μελωδία των βιολιών της στούντιο εκτέλεσης καθώς ο Mark κοπάναγε την κιθάρα του τραγουδώντας έτσι όπως ακριβώς άξιζε σε ένα τόσο σπουδαίο τραγούδι. Η άλλη μεγάλη στιγμή της βραδιάς ήταν αφιερωμένη σε αυτούς που του ζήτησαν να παίξει το “Unfamiliar” (γκουχ γκουχ), όταν και το club γέμισε χαμόγελα, συγκίνηση και φωνή έξω καρδιά για ένα από τα καλύτερα b-sides όλων των εποχών από οποιαδήποτε μπάντα, που ευτυχώς διασώθηκε μπαίνοντας στο best-of των Ride που σημειωτέον οι ίδιοι διάλεξαν τα κομμάτια.

Μόνο ζεστασιά και ευχάριστα συναισθήματα ένιωθε κάποιος καθώς έφευγε από την συναυλία. Μαζί και μια σφοδρή επιθυμία να ξανακούσει όλα αυτά τα κομμάτια που βγήκαν σε μια εποχή που διαμόρφωσε τα γούστα των 20άρηδων και 30άρηδων μουσικόφιλων. Και όπως πάντα για κάθε εποχή που μας σημαδεύει η αθωότητά της είναι αδιαπραγμάτευτη. Η Ελλάδα μπορεί να μοιάζει με ένα μεγάλο γραφείο κηδειών για τους μουσικούς, αφού τους συνοδεύει στην μουσική τους απόσυρση (πρέπει να έχουμε το ρεκόρ συναυλιών από πρώην τραγουδιστές της τάδε μπάντας) αλλά κάτι τέτοιες συναυλίες προσεγγίζουν όσο είναι δυνατόν εκείνες τις αριστουργηματικές στιγμές στο χρόνο ανάμεσα στο 1991 και το 2000.

Η κριτική του mr.grieves για την εμφάνιση του Mark Gardener και της Paula Frazer στο Rodeo όπως δημοσιεύτηκε στο Asante στις 4/11/09.

3.11.09

Living everything as it comes and goes

Το συναυλιακό έτος 2009 είχε ήδη σημαδευτεί από μεγάλες στιγμές, προσωπικά μου λατρεμένα τραγούδια που δεν περίμενα πλέον ν'ακούσω. Τραγούδια που στο άκουσμα της πρώτης αγαπημένης νότας του καθενός αυτό το σπάνιο συναίσθημα - ότι είσαι τυχερός να βρίσκεσαι σ'εκείνο το μέρος εκείνη τη στιγμή - πλημμύριζε το μυαλό μου και μ'έκανε να στήνω ένα μικρό πάρτι δευτερολέπτων με τον εαυτό μου πριν τους αφοσιωθώ.

Το Φλεβάρη που μας πέρασε είδα τον Mark Lanegan να ερμηνεύει ζωντανά το "Creeping Coastline of Lights", και λίγες μέρες αργότερα τον Stuart Staples να ξεθάβει από το σεντούκι το "Her". Το καλοκαίρι είδα τους Radiohead να ξεσκονίζουν το "The Bends", τη στιγμή ακριβώς που είχα πάψει πια να ελπίζω ότι θα τους δω ποτέ να το παίζουν, λόγω των αραιών πια εμφανίσεών του. Όλες τις φορές ένα τεράστιο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό μου, όλες τις φορές ψιθύρισα ένα μικρό, πνιγμένο "Ναιαιαι!!!" (καλά, όχι στην Πράγα, εκεί ούρλιαξα).

Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, υπήρχαν εμπόδια. Στον Lanegan πέρασα το μισό κομμάτι προσπαθώντας να μη βρίσω καθώς κόσμος και κοσμάκης περνοδιάβαινε σπρώχνοντας μπροστά μου. Στους Tindersticks ήμασταν καθισμένοι φάτσα στην πλαϊνή είσοδο και συνεχώς έβλεπα σκιές να μου κρύβουν τη μπάντα, ενώ ταυτόχρονα διάφοροι εκπαιδευμένοι stewards κότσαραν κάθε λίγο κι αυτοί τη σιλουέτα τους ανάμεσα σε μας και τη σκηνή καθώς κυνηγούσαν όσους άναβαν κανένα τσιγάρο ή ξεκινούσαν να τραβήξουν κανένα βίντεο. Στην Πράγα είχα μπροστά μου έναν ακίνητο δίμετρο μπάστακα που απαγόρευε κάθε σκέψη να δω τι γινόταν στη σκηνή παρά μόνο καταφέρνοντας καμιά κλεφτή ματιά αν μετακινούνταν λίγο κάποιος άλλος.

Ακόμα και απόψε, στο πρώτο μέρος της βραδιάς στο Rodeo, όταν η Paula Frazer άφησε τη μαγική φωνή της να τρέξει πάνω στ'αυλάκια του "Your Thoughts and Mine" υπήρχε τριγύρω ατέλειωτη μουρμούρα και μπροστά μου ένα σωρό κεφάλια. Απλά άκουγα, περιμένοντας τη σειρά μου.

Και η σειρά μου ήρθε. Στο σετ του Mark Gardener είχα πλέον καταφέρει να φτάσω μπροστά, σχεδόν μπορούσα να τον αγγίξω. Έτσι, χωρίς κανένα εμπόδιο ήταν η οπτική μου επαφή με τον χαμογελαστό και soft-spoken Οξφορδέζο όταν ανέφερε ότι κάποιος του είχε στείλει ένα email λέγοντας ότι του άρεσε πολύ το "Unfamiliar" και ότι είπε να το δοκιμάσει. Για την ακρίβεια, του είχα πει ότι είναι ένα απ'τα αγαπημένα μου κομμάτια όλων των εποχών κι ότι αν τυχόν το έπαιζε θα μου έφτιαχνε τη χρονιά. Κάτι που έγινε.

Το 2009 θα μείνει στην ιστορία ως η χρονιά που είδα live, upon personal request, ένα από τα 5-6 τραγούδια που έχουν σημαδέψει τη ζωή μου, παιγμένο από τον άνθρωπο που το έγραψε, μονάχα με την ακουστική του κιθάρα, το βράδυ της 2ας Νοεμβρίου σ'ενα υπόγειο κλαμπάκι στη Βικτώρια. Το να πω "thanks" δεν είναι αρκετό, Mark. You made me the happiest person in the universe tonight.

Update: Πλέον υπάρχει ΚΑΙ οπτικοακουστικό υλικό... Τις θερμές μας ευχαριστίες στον άνθρωπο που τράβηξε και ανέβασε τα βιντεάκια τα οποία έχουν εκπληκτικό ήχο!



30.10.09

Come along with me to my little corner of the world

Το νέο ήταν κάτι που περίμενα από πέρυσι ν'ακούσω. Ήταν κάτι αναμενόμενο. Κι όμως, πόνεσε λες και ήρθε απ'το πουθενά.

Κάθε καλοκαίρι όλος ο κόσμος ψάχνει πού θα πάει διακοπές. Για μένα πάντα ένα μέρος είναι σίγουρο, καταλαμβάνοντας το φιλέτο της όποιας άδειας: αρχές Αυγούστου, η uptight αφήνει τα πάντα πίσω και κατευθύνεται προς το νοτιοανατολικό άκρο της χώρας, προς την ταλαιπωρημένη αλλά πάντα πανέμορφη Κω και ένα από τα απόλυτα «μη, τζιζ» μέρη για τον Έλληνα παραθεριστή, την Καρδάμαινα.

Ναι, αυτό το μέρος που ακούγεται στα δελτία κάθε Αύγουστο, ελλείψει σοβαρών ειδήσεων, σαν τόπος «οργίων», παρέα με το Φαληράκι και το Λαγανά. Έτυχε ο πατέρας μου να έχει γεννηθεί σε αυτό το πάλαι ποτέ ψαροχώρι και το μισό μου σόι να βρίσκεται εκεί, και πώς τα έφερε η τύχη και το χωριό αποτέλεσε, από τη δεκαετία του '80 και μετά, αγαπημένο προορισμό κάθε Βρετανού νεανία που γουστάρει το καλοκαίρι του με ήλιο, θάλασσα, clubbing, sex & booze σε γενναίες (και φτηνές) δόσεις. Η μετάλλαξη από χωριουδάκι με ψαρόβαρκες σε μικρή αποικία, με δεκάδες κλαμπ, μπαράκια και παμπ με βρετανική μουσική και τηλεόραση και διαθέσιμο κάθε είδους προϊόν που θα μπορούσε να επιθυμήσει από την πατρίδα ο μέσος Βρετανός όταν λείπει απο'κει (από Hula Hoops και Walkers με γεύση prawn cocktail - πεθαίνω λέμε - μέχρι Sun και Good Housekeeping - ελληνικές εφημερίδες πουλάει μόνο ένα μαγαζί, ξένες όλα), έγινε μέσα σε δέκα με δεκαπέντε χρόνια. Στα μέσα των '90s ήταν όλα έτοιμα και το μέρος γνώριζε πλέον τεράστιες πιένες.

Έτσι, καθώς η μικρή uptight πήγαινε κάθε καλοκαίρι στο «χωριό του μπαμπά» για διακοπές, απέκτησε μια πρώτη, επιδερμική έστω επαφή με τη βρετανική νεανική μικροαστική κουλτούρα. Σαν έφηβη συνέχισα να πηγαίνω - εκτός απ'τους κοντινούς μου ανθρώπους που λατρεύω, είχε απίθανη θάλασσα, κόσμο, νταβαντούρι, διασκέδαση. Το πράγμα ήρθε κι έδεσε όταν, το 1996, ανακάλυψα επιτέλους τη βρετανική σκηνή και οι επισκέψεις μου στην Καρδάμαινα απέκτησαν μια επιπλέον διάσταση - μπορούσα επιτέλους να πάω σε όλα αυτά τα μαγαζιά τα οποία έπαιζαν την αγαπημένη μου μουσική!

Και μπορούσα να έρθω σε επαφή με έναν κόσμο που μου φαινόταν πάντα γοητευτικός. Μπορεί οι ντόπιοι να έβριζαν από παλιά τους "λιγδιάρηδες" αλλά εμένα από μικρή μου έμοιαζε ευχάριστα εξωτικό το όλο πράγμα - το english breakfast με τα λουκάνικα και τα αυγά, το ότι έτρωγαν βραδινό στις 6μιση η ώρα, οι παμπ με τα περίεργα σόου στις τηλεοράσεις, οι μουσικές που δεν έμοιαζαν με αυτά που έπαιζε το ραδιόφωνο εδώ, οι ξέξασπροι ξανθόψειρες που γινόντουσαν σαν αστακοί μετά από τρεις ώρες στον καυτό ήλιο. Μετά από την πρώτη φορά που επισκέφθηκα την Αγγλία, και τη λάτρεψα, η συμπάθειά μου γι'αυτούς μεγάλωνε ολοένα, όπως και το ενδιαφέρον μου για να μάθω περισσότερα για τον τρόπο ζωής τους. Από τη στιγμή που άρχισαν και οι μουσικές μου προτιμήσεις να αγγλοφέρνουν, έφτασα στο όριο της ζήλειας. Ξέροντας ότι αυτοί που έβλεπα ήταν οι "Common People" του Jarvis, ήθελα να ζήσω λίγο όχι απαραίτητα σαν κι αυτούς, αλλά στη χώρα τους.

Λίγο αργότερα έγινε κι αυτό (κάποια στιγμή θα γράψω ένα χορταστικό ποστ για το κεφάλαιο "Nottingham") και, άπαξ και τέλειωσε, πλέον έβλεπα την κάθε επίσκεψη στην Καρδάμαινα σαν τη μοναδική ευκαιρία μέσα στη χρονιά να καταπολεμήσω έστω και για λίγο τη νοσταλγία μου πίνοντας ένα Strongbow, ακούγοντας cockney τριγύρω και χορεύοντας στα κλαμπάκια με πράγματα που θα έπαιζε ο Steve Lamacq σε μια μέτρια μέρα.

Αυτή η βρετανική εμπειρία που προσέφερε πάντα το μέρος είναι κάτι που ο Έλληνας θεωρεί τεράστιο μείον και αποφεύγει μετά βδελυγμίας. Για μένα όμως δεν ήταν έτσι. Το ότι το χωριό έχασε εντελώς την ταυτότητά του ως χωριό το ξέρω πολύ καλά γιατί το έζησα, αλλά η βρετανίλα του ήταν ένας ολοένα και πιο σημαντικός παράγοντας στην, έτσι κι αλλοιώς μόνιμη, επιθυμία μου να πάω. Σε συνδυασμό με το υπόλοιπο, υπέροχο νησί, το πακέτο "Καρδάμαινα" τα είχε όλα, και ποτέ δε σκέφτηκα το καλοκαίρι μου χωρίς αυτό. Τριάντα δυο καλοκαίρια, κι ένα κομμάτι απ'το καθένα τους συνδέθηκε μαζί του. Από το ψάρεμα με τον πατέρα μου στις 7 το πρωί με το θαλάσσιο ποδήλατο μέχρι το σπίτι του παππού και το κυνηγητό στα στενάκια με τα ξαδέρφια, από το "παράνομο" ποτάκι με τη μεγάλη ξαδέρφη ως τις ατέλειωτες ποδηλατάδες απ'άκρη σ'άκρη του χωριού, από την απογευματινή ξάπλα στην άμμο ακούγοντας στο walkman την ίδια, λιωμένη κασέτα του The Bends μέχρι την πρώτη φορά που άκουσα (και χόρεψα) το "Born Slippy" και το "Missing" στο μαγαζί του θείου, η Καρδάμαινα σημαίνει για μένα "καλοκαίρι με τα όλα του". Μια ζωή.

Το περσινό καλοκαίρι μύησα και τον mr.grieves στο κόλπο. Και φυσικά δεν θα γινόταν σωστή μύηση αν δεν τον πήγαινα σ'αυτό που θεωρώ το αγαπημένο μου μέρος στον κόσμο. Πέντε χιλιόμετρα απ'το κέντρο του χωριού, αφού περάσεις όλα τα τεράστια ξενοδοχειακά συγκροτήματα που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στη μέση του πουθενά, ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος τελειώνει μπροστά στο τελευταίο, και παλιότερο, ξενοδοχείο. Μπροστά σου βλέπεις ένα μικρό λοφάκι στο οποίο σκαρφαλώνει ένας στενός χωματόδρομος. Μόνο όσοι ξέρουν πού βγάζει τον ακολουθούν - μοιάζει να μην αξίζει τον κόπο να ταλαιπωρήσει κανείς το αυτοκίνητο ή τα ποδαράκια του. Κι όμως. Αυτοί που τον ανεβαίνουν το κάνουν γιατί ξέρουν ότι μετά από 500 περίπου μέτρα κακοτράχαλου, θεόξερου δρόμου, με τις σαύρες να στήνουν συναυλία τριγύρω και τους κέδρους να τονίζουν το αφιλόξενο τοπίο, τους περιμένει ο παράδεισος. Εμείς τον λέμε Χελώνα. Και είναι η ομορφότερη παραλία που (δεν) έχετε δει ποτέ.

Ένα περίπου χιλιόμετρο ίσιας ακτογραμμής με πλάτος καμιά 20αριά μέτρα, καλυμμένα από ψιλή ιβουάρ άμμο που προς τα πάνω γίνεται μαύρη, λόγω του - σβηστού εδώ και αιώνες - ηφαιστείου που κρύβεται πάνω από την παραλία. Νερά σαν ζαφείρι, διάφανα, μπλε, ο βυθός χαλί, όλο άμμο μέχρι μέσα, χωρίς ούτε ένα βραχάκι για δείγμα. Στο πλάτωμα που τελειώνει το δρομάκι, βλέπεις καμιά δεκαριά ομπρέλες, δέκα μέτρα η μια απ'την άλλη. Μια μικρή ξύλινη καντίνα με καλαμωτή στα αριστερά. Πέραν τούτου, ουδέν.

Αυτό είναι το μόνο μέρος στον κόσμο όπου η uptight γίνεται κάπως λιγότερο uptight. Το μόνο μέρος στον κόσμο όπου όλα τ'άλλα μπαίνουν στην άκρη - είσαι εσύ και η θάλασσα, με τον ήλιο να σε χτυπάει συνέχεια ανελέητα. Το μέρος όπου κλείνεις το κινητό, ξεχνάς τη μέρα, το μήνα, το έτος και παίρνεις φόρα για να κάνεις καλό μακροβούτι, φτιάχνεις περίεργα γλυπτά στάζοντας βρεγμένη άμμο απ'τη χούφτα σου, παριστάνεις τον αναστενάρη στην καυτή άμμο ψάχνοντας για κοχύλια, με τις ώρες, όλη μέρα. Εϊναι το αγαπημένο μου μέρος στον πλανήτη, το είπα μια φορά πριν πολλά χρόνια και κάθε χρόνο το ξανάλεγα, την ώρα που έφευγα και του έδινα ραντεβού για το επόμενο καλοκαίρι.

Μόνο που όταν πήγαμε πέρυσι για να το δείξω στον mr.grieves, η καρδιά μου σφίχτηκε. Στο δρομάκι ανεβοκατέβαιναν μπουλντόζες. Προχωρήσαμε προς το λοφάκι, και ξαφνικά οι τεράστιοι όγκοι από τα μπετά ενός ακόμα γιγαντιαίου συγκροτήματος εμφανίστηκαν μπροστά μας. Το μελέταγα κάθε χρόνο, ότι μια φορά θα πάω στη Χελώνα και θα την έχουν χτίσει. Το ξεχάσαμε ακόμα κι αυτό όταν βρεθήκαμε στη θάλασσα, αλλά φεύγοντας το μέλλον ξενοδοχείο ήταν και πάλι μπροστά μας. «Δεν θα πάρουν την παραλία, μην ανησυχείς» μου έλεγε ο mr.grieves για να με ηρεμήσει. Αλλά το ήξερε κι αυτός ότι ήταν αναπόφευκτο.

Φέτος ήταν το πρώτο καλοκαίρι που δεν πήγα στην Καρδάμαινα, για διάφορους λόγους. Με βαριά καρδιά το αποφασίσαμε, αλλά υποσχέθηκα στους θείους και τα ξαδέρφια ότι θα πάμε μέσα στο χειμώνα να τους δούμε. Όπως κάθε χρόνο όμως, πριν το χειμώνα ήρθε η 28η Οκτωβρίου και η ώρα για την ετήσια επίσκεψη των γονιών μου κάτω. Το Σάββατο το απόγευμα, ο πατέρας μου μού είπε τα μαντάτα από το τηλέφωνο. «Τη Χελώνα ξέχνα την, την κλείσανε με μάντρα απ'το ξενοδοχείο και δε σ'αφήνουν οι σεκιουριτάδες ούτε να πλησιάσεις». Ίσως τελικά όντως να μην έπρεπε να πάω φέτος, για να μην το δω - να μη δω ότι η Χελώνα είναι πλέον μόνο για τους πελάτες αυτουνού εδώ.

Ναι, είναι ένα από τα δεκάδες ξενοδοχεία που παίρνουν με το έτσι θέλω κομμάτι της παραλίας που ανήκει σε όλους και το κάνουν ιδιωτικό, με αμφιβόλου πιστότητας συμβόλαια. Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω γι'αυτό - θα το ψαξω όσο μπορώ και με όσα ξέρω από πολεοδομίες, συμβόλαια και ιδιοκτησίες. Το θέμα είναι ότι το κακό έγινε, και δύσκολα ξεγίνεται τώρα πια. Το αγαπημένο μου μέρος στον κόσμο δεν είναι πια δικό μου.

Yo La Tengo - "My Little Corner of the World" από το I Can Hear the Heart Beating as One

29.10.09

Down on the floor/ Got a closer look at hell/ You see, somebody pushed me/ I just pretended that I fell

«Γιατί δεν πρέπει να πετάτε την μουσική που δεν σας αρέσει με την πρώτη ακρόαση». Ή αλλιώς «πώς ο mr.grieves ανακάλυψε ότι το The Ideal Crash των dEUS είναι ένα καταπληκτικό άλμπουμ, από αυτά που τράβηξαν την κουρτίνα στη, γεμάτη καλή μουσική, σκηνή του '90s rock».

Όπως μου έλεγε κάποιος πρόσφατα, «το alternative rock στην Ελλάδα έχει πεθάνει». Κανονικά δε μου αρέσουν αυτοί οι μεγαλόσχημοι αφορισμοί, αλλά θα συμφωνούσα, με μια μικρή παραλλαγή. «Το alternative rock στην Ελλάδα είναι σε χειμερία νάρκη.»

Δεν υπάρχει ραδιοφωνικός σταθμός στην Αθήνα που να αξίζει τον κόπο και το τέντωμα του αυτιού μας. Ο Rock FM έχει καταλήξει στον πάτο ενός θλιβερό βαρελιού και στην κόλαση των playlists ενώ ο Red δεν υπήρξε ποτέ αρκετά εναλλακτικός και συνεπής. Πόσο μάλλον τώρα που και αυτός έχει προσλάβει εργολαβία τον κύριο Media Player και τις θαυματουργές του playlists απευθείας συνδεδεμένες με τις επιθυμίες των δισκογραφικών. Ο Ρόδον έκλεισε εδώ και 12 χρόνια, οπότε η μόνη πηγή καλής μουσικής στην Ελλάδα είναι ο Ρόδον των Σερρών. (είχα υποσχεθεί να μην αναφέρω αυτή την περιοχή της Ελλάδας για λίγο καιρό. Άλλη μια θυσία για τους αναγνώστες μας).

Στις συνειδήσεις μας οι dEUS έχουν συνδεθεί με αυτές τις εποχές και κατά συνέπεια με αυτούς τους σταθμούς. Τα καλοκαίρια με τα ξεβαμμένα παντελόνια μπροστά στο κανάλι του Seven και τη μουσική εκπομπή του "Πλυντήριο" έχουν ανέβει για τα καλά στο πατάρι. Βάλτε σε όλα αυτά τις επιταγές της μόδας που επιβάλλουν επιστροφή στις 80’ς μουσικές ρίζες συν το ότι αρκετά από τα αγαπημένα '90s συγκροτήματα βρίσκονται σε ποιοτική πτώση ή έχουν διαλυθεί πλέον και η εικόνα ολοκληρώνεται.

Οι dEUS, λοιπόν, είναι μια απο αυτές τις μπάντες που η δεκαετία μας φαίνεται να τους προβληματίζει. Μετά από μια ξεκούραση 4 χρόνων τη στιγμή που βρίσκονταν στα ντουζένια τους, το Pocket Revolution έριξε λίγο τον πήχη των προσδοκιών ενώ το περυσινό Vantage Point πήγε αδίκως άπατο (όχι στο Βέλγιο βεβαίως όπου λατρεύονται σαν θεοί) αν και είχε δύο σπουδαίες συμμετοχές - του Guy Garvey στο "Vanishing of Maria Schneider" και της Karin Dreijer στο "Slow".

Το μεγάλο διάλειμμα που έκανε η μπάντα φαίνεται ότι την έχει αποσυντονίσει, κάτι που είναι λογικό μιας και το κάθε μέλος είχε τις δικές του ασχολίες που πολλές φορές δεν συνέπιπταν με της μπάντας. Για παράδειγμα, ο τραγουδιστής και συνθέτης Tom Barman ασχολείται και με τη σκηνοθεσία έχοντας ήδη φτιάξει μια αξιοπρεπέστατη ταινία με τίτλο Any Way the Wind Blows, ενώ τα περισσότερα τωρινά ή πρώην μέλη συμμετέχουν και σε άλλες βελγικές indie rock μπάντες που ανθούν στην πανέμορφη Αντβέρπη.

Πριν λοιπόν μπούμε στη δεκαετία μας, οι dEUS έφεραν στο προσκήνιο τη Βέλγικη μουσική σκηνή, 4-5 χαρακτηριστικά '90s χιτάκια και φυσικά έναν ολόκληρο απίθανο δίσκο που μπαίνει επάξια στις πιο περήφανες στιγμές της δισκοθήκης μας μαζί με δύο ακόμα πολύ καλούς.

Το The Ideal Crash του 1999 είναι ο τρίτος δίσκος των dEUS, ο οποίος ηχογραφήθηκε στην Ισπανία υπό τη σκέπη της Island Records χωρίς παρ'όλα αυτά να βρει διανομή στην Αμερική. Στο εξώφυλλο βλέπουμε μια αγνώστων στοιχείων γυναίκα να πέφτει σε μια διάβαση σαν μόλις να την έχει χτυπήσει ένα διερχόμενο όχημα ή σα να στραβοπάτησε γινόμενη ταυτόχρονα ευάλωτη στα αυτοκίνητα του δρόμου. Τα τραγούδια ακολουθούν πιστά την κλασσική ποπ φόρμα με τις στροφές, τα chorus και τις γέφυρες που μας «περνούν» στα φινάλε των κομματιών.

Η διαφορά είναι στην ποιότητα, όπως και σε κάθε καλό δίσκο που μένει στις συνειδήσεις μας. Οι στροφές μέσω της πολύ εκφραστικής ερμηνείας του Barman επεξηγούν συνήθως ιστορίες ενδοσκόπησης και μελαγχολίας χωρίς να τους λείπει το χιούμορ και η στιχουργική ζωντάνια, οδηγώντας μας πολύ ομαλά στα μελωδικά και μελένια αλλά με μια γκρίζα απόχρωση μονοπάτια του chorus, αφήνοντας για το τέλος τις γέφυρες που έχουν μιαν οργασμική και πυρετώδη απελευθέρωση. Ελάχιστοι μπορούν να κορυφώσουν ένα τραγούδι όπως οι dEUS, κι εδώ υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Πανέμορφες υπνωτικές συνθέσεις που δαγκώνουν και αφήνουν πίσω τους κεφάλια ζαλισμένα από το κούνημα.

Αν ακουστεί σήμερα το άλμπουμ μοιάζει πολύ διαφορετικό με ό,τι μουσικό υπάρχει τριγύρω. Σπάνια βρίσκεις την επίμονη αλλά συγκρατημένη επιθετικότητα του "Put the Freaks Up Front" που διακόπτεται από την περιγραφική και βραχνιασμένη φωνή του Barman (ποτέ άλλοτε ένα όνομα δεν ταίριαζε τόσο πολύ σε μια φωνή) και επιβάλλεται στον χώρο με τις πριονοειδείς κιθάρες του.

Λίγοι γράφουν σήμερα μελαγχολικές εξομολογήσεις γεμάτες μετάνοια για την αναπόφευκτη φύση μας, συνοδεύοντάς τες μάλιστα με τόσο λιτές αλλά γεμάτες νόημα ενορχηστρώσεις όπως οι dEUS στο "Sister Dew" και το "One Advice, Space". Το τελευταίο μάλιστα ακούγεται ενιαίο και κολλημένο σφιχτά χωρίς να ξεφεύγει ούτε ένα δευτερόλεπτο, με τα μικρά παιχνιδίσματα του keyboard αντί να μας αποσυντονίζουν να δημιουργούν μια πολύ ατμοσφαιρική εμπειρία.

Το fingerpicking του "Magic Hour" ακούγεται σα να βρίσκεται κάμποσες χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα, με τις μπουρμπουλήθρες του διστακτικού βιολιού και του εκλεπτυσμένου πιάνου να σμιλεύουν υπέροχες στιγμές, μέχρι να ρίξει καφεΐνη στην ακρόασή μας το ομώνυμο "The Ideal Crash" που τα ντραμς του μας οδηγούν με 200 χιλιόμετρα την ώρα στο αντίθετο ρεύμα της λεωφόρου. Και όταν πετάει ο Barman το αναμενόμενο αλλά απευκταίο "CRASH!", αντί να σταματήσουμε σοκαρισμένοι, συνεχίζουμε με μεγαλύτερη όρεξη και ακόμα πιο γρήγορα σα να βρισκόμασταν στα συγκρουόμενα όπου η κάθε σύγκρουση σημαίνει διασκέδαση και αδρεναλίνη άνευ επιπτώσεων.

Το "Instant Street" δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις αφού το εκρηκτικό του τέλος έχει αφήσει ιστορία, ενώ νωρίτερα έχει περιγράψει τέλεια την ανάσα πριν την αυτοκτονία που μυρίζει κάτι ανάμεσα σε παραίτηση, απογοήτευση και ανακούφιση. Στο "Magdalena" έχουμε ίσως την πιο όμορφη φωνητική μελωδία του δίσκου, η οποία στεφανώνεται με ένα επίμονο και πονηρό ριφάκι που συνοδεύεται στην τελευταία του κατοικία με το μουρμουρητό "out of the blue, out of the darkness into the new, out of the blackness" του Barman.

Και φτάνουμε στο κομμάτι που ήταν η αφορμή για το σημερινό κείμενο.

Το "Dream Sequence No. 1" είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου και ένα από τα πιο όμορφα, πιο τραγικά και πιο συγκλονιστικά τραγούδια που μας έκαναν την τιμή να φτάσουν στ'αυτιά μας. Με απλούς στίχους ο Barman κάνει την ανασκόπηση του τελευταίου σταδίου ενός χωρισμού, υπενθυμίζοντάς μας την συμπαντικότητα ορισμένων συναισθημάτων ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου.

“My little dream one, you O.K.?/ I'm thinking about you everyday/ Along with your smile/ I took my belongings/ Along with the sunshine, I went away” εξιστορεί, μετρώντας ένα-ένα μέτρο την επώδυνη απόσταση μεταξύ δύο ανθρώπων που κοίταξαν από την ίδια πλευρά του μαξιλαριού τον πρωινό ήλιο, παρουσιάζοντάς μας ένα εξίσου σπαραξικάρδιο αποτέλεσμα με το "By the Time I Get to Phoenix" που κορυφώνεται με τον απλό στίχο “Of all of the fuck-ups that I do/I've saved up the best one for you” και ισοδυναμεί με την πρωινή ζαλάδα αμέτρητων σελίδων ημερολογίου σε ένα δωμάτιο γεμάτο άδειες μπύρες, φτάνοντας σε μια ονειρική κορύφωση-ξεκαθάρισμα όλων των τύψεων. Ή απλά στο φινάλε άλλης μιας στείρας νύχτας αυτομαστίγωσης.

«Η ιδανική σύγκρουση». Ή αλλοιώς «η καλύτερη στιγμή μιας σπουδαίας μπάντας». Είναι η φάση της ωριμότητάς τους πριν την κάμψη, της κορύφωσης της δημιουργικότητάς τους μετά τη νεανική τους αφέλεια. Παρατηρήστε το μικρό θαύμα του περίφημου Magnum Opus ενός καλλιτέχνη.

dEUS - "Dream Sequence No. 1" από το The Ideal Crash

26.10.09

Baby you know that I have realised that it's all a show to you

Αγαπητοί αναγνώστες, βιαστήκαμε. Παραδεχόμαστε ταπεινά το λάθος μας εδώ, τώρα, αυτή τη στιγμή, και παρακαλούμε γονυπετείς να μας συγχωρέσετε μέσα στην ατέλειωτη μεγαλοψυχία σας. Βιαστήκαμε πολύ. Αλλά, θα πείτε, προς τι οι τσιριμόνιες και τα παρακαλετά;

Δυο από τις πλέον πρόσφατες εκδόσεις του Radio Beans, της ξακουστής εκπομπής που μεταδίδεται από τον 14ο όροφο του ραδιοτηλεμεγάρου του SB, είχαν θέμα τις studio διασκευές και τη Σουηδία. Από την πλευρά μας τότε πιστέψαμε ότι το ψάξαμε αρκετά πριν καταλήξουμε σε αυτά που τελικά παίξαμε... Ήρθε όμως ένας δίσκος, τον οποίο ακούσαμε μόλις πριν λίγες μέρες, να μας κάνει να το ξανασκεφτούμε. Και να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι βιαστήκαμε να κάνουμε τις εν λόγω εκπομπές, γιατί αν είχαμε ακούσει αυτόν το δίσκο πριν τις κάνουμε, θα έπρεπε να βάλουμε κάτι απ'αυτόν και στις δυο.

Κι αυτό διότι ΚΑΙ από Σουηδία μεριά μας έρχεται, ΚΑΙ διασκευή περιέχει - για την ακρίβεια, μια απ'αυτές τις ψιλοαπίθανες διασκευές όπου γλυκύτατες σουηδέζικες φωνές ερμηνεύουν κάτι που στην κανονική του ζωή υπήρξε φασαριόζικο, βλέπε περίπτωση Cardigans στο "Mr Crowley" του Ozzy. Το τραγούδι που διασκευάζεται στην προκειμένη είναι το πασίγνωστο και αγαπημένο "Pet Sematary" των Ramones. Το συγκρότημα για το οποίο μιλάμε τόση ώρα είναι οι The Tiny, και το Gravity & Grace, περί ου ο λόγος, είναι ο τρίτος τους δίσκος. Και είναι πολύ, πολύ καλός. Όμορφος. Γοητευτικός, γλυκός και ονειροπόλος. Και σουηδέζικος.

Οι The Tiny είναι βασικά ένα ζευγάρι. Η Ellekari Larsson και ο Leo Svensson γνωρίστηκαν σ'ένα club στη Στοκχόλμη, ερωτεύτηκαν και κάπως έτσι προέκυψε η μπάντα-ζεύγος. Στις ηχογραφήσεις συνδράμει ο φίλος τους Johan Berthling παίζοντας κοντραμπάσο και διάφορα άλλα συμπληρωματικά όπως ας πούμε πλήκτρα, και στις περιοδείες τους μπορεί να πάρουν κάποιες φορές μαζί άλλους δυο φίλους τους session μουσικούς, αλλά η καρδιά και ο εγκέφαλος των Μικροσκοπικών είναι στην ουσία η γλυκιά Ellekari και ο ψηλός, ξερακιανός Leo.

Οι δυο τους διαμορφώνουν τον ήχο τους χωρίς πολλά πολλά και έξτρα ηχητικές "στρώσεις". Η Ellekari παίζει πιάνο και τραγουδάει με τη φωνή μιας έφηβης καθώς μετράει τ'άστρα, με μια αθωότητα που είναι αδύνατο να'σαι κυνικός απέναντί της, αλλά μέσα από τον ψυχισμό μιας γυναίκας που τα μάτια της έχουν δει πολλά, και με την Kate Bush φωτεινή οδηγό και ιέρεια σε κάθε της σχεδόν φράση. Ο Leo παίζει τσέλο και λοιπά έγχορδα, τα οποία πλέκονται μέσα στις μελωδίες του πιάνου που βγαίνουν από τα χέρια της αγαπημένης του και αναπτύσσονται απο'κει, χωρίς όμως να βγαίνουν πολύ παραέξω - ο ήχος παραμένει λιτός και τα στολίδια που κρέμονται πάνω στη ραχοκοκκαλιά του κάθε τραγουδιού είναι λιγοστά.

Επιπλέον, η παραγωγή έχει γίνει από έναν άρχοντα του είδους, τον Paul Webb ή αλλοιώς Rustin Man, πρώην μπασίστα των Talk Talk και συνεργάτη της Beth Gibbons σ'εκείνον τον υπέροχο δίσκο (Out of Season) του 2002, που απ'ό,τι λένε οι ίδιοι στο site τους ήταν ένα από τα πράγματα που άκουγαν πολύ κατά την ηχογράφηση. Το σπουδαίο Spirit of Eden της παλιάς μπάντας του παραγωγού τους και το To Bring You My Love της PJ Harvey συμπλήρωναν τη παζλ των ήχων που επηρέασαν τη δημιουργία του Gravity & Grace, και ο μελαγχολικός τόνος και οι αφαιρετικές δομές των δίσκων αυτών έχουν ασφαλώς περάσει σε σημαντικό βαθμό στο δημιούργημα των δυο + ενός Σουηδών.

Σίγουρα το δίδυμο λιτότητα-μελαγχολία προετοιμάζει κάποιον για ένα δύσκολο, απαιτητικό και στις περισσότερες περιπτώσεις μονότονο άκουσμα - δεδομένα είναι δύσκολο να το δαμάσει κανείς, και το ότι οι προαναφερθέντες καλλιτέχνες τα κατάφεραν ξανά και ξανά υπογραμμίζει το γιατί είναι τόσο σημαντικοί και αγαπημένοι. Όμως οι θαρραλέοι Σκανδιναβοί το επιχειρούν, και τα καταφέρνουν σε εντυπωσιακό βαθμό. Ίσως φταίνε οι κατευθείαν μέσα από την καρδιά ερμηνείες της Ellekari, ίσως οι πολύ καλές ως επί το πλείστον συνθέσεις, ίσως η εξαιρετική αίσθηση που έχουν για το που πρέπει να προστεθεί μια έξτρα μελωδία για να δώσει άλλη διάσταση σ'ένα κομμάτι (όπως στο πανέμορφο "Never Coming Back") - το θέμα είναι ότι το Gravity & Grace ακούγεται θαυμάσιο. Χειμωνιάτικο, ζεστό, οικείο, φτιαγμένο με μεράκι και αγάπη, χωρίς να κρατάει τίποτα κρυφό, έτοιμο να γίνει αχώριστος σύντροφος των ηχείων σου τώρα που έπιασαν οι πρώτες ψύχρες.

Η διασκευή που λέγαμε είναι απλά το κερασάκι στην τούρτα, κρυμμένη λίγο μετά το δέκατο κομμάτι, με τα βιολιά να τυλίγουν δραματικά το ρεφραίν και το πιάνο της Ellekari να πατάει στις μύτες μην τυχόν και ξυπνήσει τα φαντάσματα. Ίσως αυτά να ξέρουν και το αιώνιο μυστικό της σύνθεσης της μαρμίτας στην οποία πέφτουν όλοι οι Σουηδοί όταν είναι μικροί και μεγαλώνουν και φτιάχνουν τέτοια όμορφα πράγματα. Επιφυλασσόμαστε για δεύτερο μέρος στην εκπομπή με τις σουηδέζικες μουσικές, με το ρυθμό που πάνε αυτοί εκεί πάνω...

The Tiny - "Burn" από το Gravity & Grace

24.10.09

Look what the cat dragged in

Ο στόχος ήταν σαφής. Το some beans έπρεπε να προσεγγίσει ένα νέο, σύγxρονο, δυναμικό target group, κρυμμένο κάπου ανάμεσα σε dandies, hipsters και metrosexuals. Οι συνεχείς πιέσεις των συνεργατών μου να αναλάβω ένα πόστ με gay-friendly χαρακτήρα στα πρότυπα των σύγχρονων εφημερίδων (βλέπε LiFO, Athens Voice) αρχικά δεν είχαν αποτέλεσμα. Γέλασα στην ιδέα. "Δε μας χέζεις ρε grieves" είπα μέσα μου διαβάζοντας το fax, "τράβα γράφε εσύ κείμενα για πούστηδες". 'Ομως σύντομα κατάλαβα ότι είχα άδικο. Μπροστά μου βρισκόταν μια θαυμάσια ευκαιρία να εξερευνήσω μια πιο εσωστρεφή, ευαίσθητη, ευάλωτη, gay με λίγα λόγια πλευρά του χαρακτήρα μου, μακριά, εστω και για λίγο, απο το προφίλ του macho, δυναμικού, επιτυχημένου και κοινωνικά καταξιωμένου slamhound, κερδίζοντας ταυτόχρονα ένα νέο αναγνωστικό κοινό.

"Πως θα μπορέσω να καταφέρω κατι τέτοιο;" αναρωτήθηκα, ρουφώντας μια γουλιά Romanee Conti Montrachet του '37. "Πως θα ανταποκριθώ στα υψηλά standards του some beans, γράφοντας ένα εύστοχο, επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο κείμενο;"

Μία ματιά στη δισκοθήκη μου έλυσε τα χέρια: Κάπου ανάμεσα στο Campo del Exterminio των Holocausto και το Death Alley των Zeke, ένα ροζ cd με τον τίτλο Sex Music είχε την απάντηση. "ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ!!" φώναξα αναπηδώντας από τον πανάκριβο corinthian leather καναπέ μου - "ένα αφιέρωμα στα πιο gay εξώφυλλα (και γιατί όχι... albums) της συλλογής μου!"...

Πάμε λοιπόν! Μία σύντομη λίστα και ολίγα σχόλια από τον master himself, slamhound:



Αυτό είναι ίσως το πιο κλασσικό απ'τα albums μου που εμπίπτουν στο concept που μας ενδιαφέρει.



Όχι δεν είναι flyer κάποιου gay parade αλλά το High School Sweethearts των πασίγνωστων Sugar Shock. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς εδω; Tη σχεδιαστική δεινότητα του artist που ανέλαβε το εξώφυλλο; Τις 2 λεσβίες που ρουφάνε milk shake απ'το ίδιο ποτήρι; Tι; Tι;



........



Iδιοφυές! Το εννοώ!!



Ωπ! Tι θέλει αυτο εδώ; Συγγνώμη πρόκειται για λάθος.



Ετούτες οι Αγγλίδες μάλλον ζήτησαν απ'τον γραφίστα τους ένα εξώφυλλο παρόμοιο με το ομώνυμο New York Dolls του '73 (βλέπε κάτω). Ελπίζω στη συνέχεια να έφαγαν και το άπειρο ξύλο που αξίζαν για το θράσος τους.



That's all folks! Θα επανέλθω σύντομα με ένα αφιέρωμα στην κατάθλιψη και τα τατουάζ. Όσο για εκεινούς που προσβλήθησαν και θα βιαστούν να με χαρακτηρίσουν ομοφοβικό, να ανταπαντήσω ότι μια φορά στο λεωφορείο είχα κάτσει δίπλα σ'έναν ομοφυλόφιλο οπότε up yours assholes!

Εγώ (1ος από δεξιά όπως βλέπετε τη φωτό) και ο mr grieves (2ος από δεξιά όπως βλέπετε τη φωτό) σε σχολικό reunion του 2007 στο Bios club.
 
Clicky Web Analytics