24.3.10

Heaven can wait/ And hell's too far to go


Το Romance Is Boring είναι ο τρίτος δίσκος αυτής της επταμελούς μπάντας από το Κάρντιφ, αλλά, εκτός από την λογική επιρροή άλλων ασουλούπωτης τρέλας Ουαλικών συγκροτημάτων όπως Super Furry Animals ή αγγλικών νεόκοπων και ατσούμπαλων χοροπηδηχτάδων όπως Art Brut, οι Campesinos εμπνέονται περισσότερο από την power pop της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Κυρίως θα ήθελαν να γίνουν οι νέοι Νέοι Πορνογράφοι μόνο που θέλουν αρκετά ψωμιά ακόμα.

Από γνωριμίες πάντως δεν τα πάνε και άσχημα, αφου στο παρελθόν είχαν δουλέψει με τον συνεργάτη των Broken Social Scene Dave Newfeld, στο Romance Is Boring συμμετέχει ο ίδιος ο Jamie Stewart των Xiu Xiu ενώ η μπάντα στο παρελθόν είχε εξασφαλίσει μια θέση support στους Broken Social Scene.

Στο πρώτο μισό του Romance Is Boring οι μελωδίες είναι σαφείς και διακριτές με μια ωμή ενέργεια και ορμή που είναι αρκετά καταιγιστική για να κάνει εντύπωση. Το δεύτερο μισό από την άλλη μοιάζει περισσότερο με φτηνό εντυπωσιασμό και είναι γεγονός οτι οι Campesinos βιάζονται και σκοντάφτουν.

Στις καλές τους στιγμές προσπαθούν να γίνουν μια εναλλακτική απάντηση στους Kaiser Chiefs και γιατί όχι να βρουν και αυτοί κάποια hooks που θα επιλεγούν για την επόμενη διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας. Στις χειρότερες τους, απλά βαριέσαι από τα ίδια και τα ίδια κόλπα.

Τα κομμάτια χαρακτηρίζονται από ηλιόλουστα riffs, τρομπέτες και power pop. Όταν το τέμπο πέφτει σε ταχύτητα είναι πάντα ξεχωριστή στιγμή και σχεδόν εύχεσαι να κρατούσαν περισσότερο. 




Έχουν βαπτιστεί από ένα κομμάτι του Serge Gainsbourg και πρόκειται για μια σουηδέζικη τετραμελή μπάντα από το Γκέτεμποργκ. Το European είναι το τρίτο τους άλμπουμ και ευελπιστεί να τους βοηθήσει να εισχωρήσουν στο μουσικό κοινό τώρα που η σκανδιναβική μουσική (και ειδικά η σουηδική) είναι της μόδας ενώ εκτιμάται η χαρωπή indie με ρετρό αναφορές.

Είναι σαφές ότι αυτοί οι Σουηδοί έχουν ακούσει πάρα πολύ Belle & Sebastian, αλλά αυτοί που θα έπρεπε να τους ζητήσουν δικαιώματα είναι οι Camera Obscura. Η Anna Persson (άγνωστο αν είναι αδελφή της Nina) τραγουδάει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και με παρόμοια φωνή με την Tracyanne Campbell ενώ τα έγχορδα και η παραγωγή μοιάζουν σαν το μικρό αδερφάκι του My Maudlin Career. Βέβαια δεν είναι τυχαίο που ο Σουηδός Björn Yttling των Peter, Björn & John έκανε την παραγωγή στο πιο πρόσφατο άλμπουμ των Camera Obscura. Όπως όμως και το My Maudlin Career, έτσι και το European δεν μπορεί να τρελάνει τον ακροατή.

Συγκεκριμένα το European είναι ένα πολύ μικρό σε διάρκεια γεμάτο ζάχαρη και καλές προθέσεις άλμπουμ που από το "Stranded", το πρώτο single του, σου δίνει να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται. Μια καθαρή και αισιόδοξη pop που κινείται με τα φωτεινά της έγχορδα ενώ ένα καλογυαλισμένο '80s πιάνο αρχίζει και ολοκληρώνει το κομμάτι. Οι '80s αναφορές συνεχίζονται με το σαξόφωνο στο "I Can Try" ενώ το "High And Low" είναι ένα πολύ συναισθηματικό πόνημα που θα μπορούσε να βρίσκεται σε έναν δίσκο των Death Cab For Cutie. Είναι η εξαίρεση όμως μιας και η μελωδία του που ανεβαίνει και σκάει σαν πυροτέχνημα στον ουρανό ακούγεται μοναχική σε σύγκριση με το υπόλοιπο European που μοιάζει κοινωνικό και εξωστρεφές.

Το artwork είναι πολύ πετυχημένο. Ένα ταξίδι πάνω σε πλοίο με έντονα τα γαλαζοπράσινα χρώματα που δένει με την ατμόσφαιρα που θέλουν να σε κάνουν να νιώσεις ακούγοντας τη μουσική. (σημ. uptight - εμένα πάντως μου θυμίζει πολύ τα θέματα και την ατμόσφαιρα του αγαπημένου μου Loustal). Το "Sandy Dunes" π.χ. θα μπορούσε να είναι στο επίσημο διαφημιστικό μιας ναυτιλιακής εταιρείας.

Είναι αλήθεια όμως ότι το European είναι δίσκος ορισμένων συνθηκών. Αν έχεις όρεξη γι'αυτά που προσφέρει θα τον χαρείς, στο αστικό τοπίο που είμαστε εγκλωβισμένοι όμως χάνει σίγουρα πόντους. 



Με τέτοιο μπαμπά και τέτοια μουσική κληρονομιά δεν είναι να αναρωτιέσαι γιατί μια ηθοποιός ασχολήθηκε με τη μουσική. Όταν σε τρυφερή ηλικία "αναγκάζεται" από τον μπαμπάκα της να τραγουδήσει ένα κομμάτι γεμάτο αιμομικτικά υπονοούμενα, στα 15 της βγάζει τον πρώτο της προσωπικό δίσκο ενώ όταν ενηλικιώνεται παίζει σε σημαντικές και έξω απο το συνηθισμένο ταινίες παίρνοντας μάλιστα και επιδοκιμαστικές κριτικές τότε υπάρχει κάτι σε αυτήν την κοπέλα. Οι πόρτες μπορεί να άνοιξαν μπροστά της πολύ πιο εύκολα προκειμένου να ασχοληθεί με οποιαδήποτε πλευρά της τέχνης επιθυμεί, δεν πήρε όμως ως δεδομένη την ιστορία του ονόματός της αλλά προσπάθησε σκληρά να πετύχει.

Κοιτάξτε το τρίτο της προσωπικό άλμπουμ. Σχετικά σύντομα μετά το 5:55 που ακολούθησε μια σιγή (μουσικού) ασυρμάτου 20 χρόνων, το IRM φέρει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του Beck που έγραψε όλα τα τραγούδια.

Ο τίτλος είναι αναγραμματισμός του MRI (μαγνητικός τομογράφος), τον οποίον γνώρισε πολύ καλά η Charlotte πριν 3 περίπου χρόνια όταν η ίδια υπέστη κάποιου είδους διάσειση μετά από ένα ατύχημα. Το περιστατικό της άφησε σημάδια που μετατράπηκαν σε όρεξη για δημιουργία και δουλειά. Εκτός από αυτήν την εμπειρία της, η ηχογράφηση του δίσκου συνοδεύτηκε από τις νωπές μνήμες του Αντίχριστου όπου πρωταγωνίστησε. Εξ'ου και το μυστήριο που τυλίγει τις έντονες φαντασιακές εικόνες σε πολλές στιγμές του IRM.

Το άλλο αστέρι του δίσκου είναι ο Beck Hansen που βρίσκεται σε μεγάλες φόρμες αυτό το διάστημα. Αφού έβγαλε το Modern Guilt που μας ξαναθύμισε πόσο σπουδαίος μουσικός είναι.
Τα διστακτικά φωνητικά της Charlotte ισορροπούν με χάρη και χαλαρή επιθυμία στο έντονο percussion του σχεδόν Orbitalικού "IRM" και του επίμονου και υποχθόνιου "Master's Hands". Το γλυκύτατο "Me And Jane Doe" μας χαρίζει μια τρυφερή ποπ που μοιάζει σαν ανάμνηση παιδικού παιχνιδιού ενώ το ανατριχιαστικό έπος "Vanities" βυθίζει το δωμάτιο στο κινηματογραφικό σκοτάδι.
Ένας συναρπαστικός και προκλητικός δίσκος που σε κάνει να ψάχνεις τα μικρά θαυματάκια που εκτυλίσσονται μέσα του.

22.3.10

I'll never leave you anyway

Έχουμε ξοδέψει σημαντικό μέρος της εντός των ορίων του some beans δραστηριότητάς μας προσκυνώντας την τεράστια σκανδιναβική σκηνή και την ατέλειωτη πραγματικά παραγωγή της. Η πλειοψηφία, φυσικά, της παραγωγής αυτής προέρχεται από την απόλυτη πρωταγωνίστρια Σουηδία, υπεύθυνη για έναν σοκαριστικά μεγάλο αριθμό από τις μπάντες που ακούμε. Τι γίνεται όμως με τους υπόλοιπους συμπαθείς απόγονους των Βίκινγκς, και πιο συγκεκριμένα με τη ντροπαλή γειτόνισσα Νορβηγία;

Σίγουρα έχει μείνει παραπονεμένη στη σκιά όχι μόνο της σταρ γειτόνισσάς της αλλά και της νέας, ανερχόμενης δύναμης Δανίας. Αλλά δε φταίμε εμείς - οι Νορβηγοί έχουν να καυχιούνται κυρίως για τις δεκάδες μέταλ μπάντες τους, όμως αυτά είναι χωράφια του slamhound και κάποια στιγμή θα έρθει και το σχετικό γιγαντιαίο αφιέρωμα που όλοι ζητάτε τόσο επίμονα με τα γράμματά σας στο some beans. Εμάς τους κοινούς θνητούς λίγα πράγματα μας έχουν απασχολήσει που να προέρχονται από τη συμπαθή χώρα και για τα περισσότερα απ'αυτά η Σουηδία είχε συνήθως περισσότερες από μια απαντήσεις. Ακόμα και σταρ της χώρας όπως οι Röyksopp έχουν δανειστεί κατ'επανάληψη δυνάμεις της γείτονος, και μόνο κάτι A-ha είχαν μείνει αναπάντητοι (γιατί Morten Harket δεν έβγαλε εκείνη την εποχή η Σουηδία, ούτε και "Take On Me"...). Έκτοτε όμως περάσανε χρόνια και ζαμάνια και οι Σουηδοί κυριάρχησαν στην indie και pop σκηνή.

Εδώ λοιπόν είναι που οι Serena-Maneesh (οι ίδιοι επιμένουν ότι η παύλα είναι απαραίτητη) έρχονται με γκάζια σαν το Ιππικό στο Λούκυ Λουκ και μας αναγκάζουν να ρίξουμε μια ματιά δυτικότερα απ'ό,τι συνήθως. Η μπάντα από το Όσλο είναι ουσιαστικά ένας χαρισματικός τύπος και κάποιοι μουσικοί που απλά στηρίζουν το όραμά του, κάτι αντίστοιχο δηλαδή με τους λατρεμένους μου Dungen και τον Gustav Ejstes. Εδώ ο τύπος λέγεται Emile Nikolaisen και γύρω του υπάρχουν στην παρούσα φάση άλλα τέσσερα άτομα - το «στην παρούσα φάση» κολλάει στο ότι το line-up δεν είναι ιδιαίτερα σταθερό, εκτός από την über-cool ξανθιά μπασίστρια που λέγεται Hilma Nikolaisen και ίσως είναι αδερφή ή γυναίκα του Emile. Ή απλή συνωνυμία αλλά αυτό ακούγεται λιγότερο cool από μια rock 'n' roll συγγένεια, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας δε μας νοιάζει.

Ήθελα λοιπόν να πω ότι οι Νορβηγοί όχι απλά δε μοιάζουν να θέλουν να μασκαρέψουν τις επιρροές τους αλλά επιδεικνύουν περήφανα το θαυμασμό τους για τις μπάντες που λατρεύουν. Δηλώνουν τους Νεοϋορκέζους σαν μια από τις μεγάλες τους αδυναμίες δίπλα στους Velvet Underground, τους Spiritualized/ Spacemen 3 και τους My Bloody Valentine μεταξύ άλλων και ακούγοντας τους δίσκους τους γίνεται αμέσως προφανές ότι τους λατρεύουν όλους. Κι αν στο ομώνυμο πρώτο album τους οι Spiritualized προηγούνται σαν επιρροή, εμπνέοντας ιδρωμένα κιθαριστικά jams με ενίοτε τρομακτικές διάρκειες, στον δεύτερο δίσκο η επίδραση των MBV κερδίζει πάρα πολύ έδαφος.

Ήδη από το Serena-Maneesh του 2005 είχε φανεί η αγάπη του Nikolaisen για τις μεθυσμένες μελωδίες του Kevin Shields, και η γατίσια φωνή της Lina Wallinder που θυμίζει πάρα πολύ την Bilinda Butcher ακουγόταν να σουλατσάρει κάπου ανάμεσα στις κιθαριστικές επιθέσεις της μπάντας. Στο S-M 2: Abyss in B Minor, το οποίο ήρθε αυτές τις μέρες μέσω μιας 4AD περικαλώ και μετά από πέντε ολόκληρα χρόνια, η μπάντα παίρνει δραστικά μέτρα: μειώνει κατά πολύ τη διάρκεια του δίσκου (8 κομμάτια αντί για 11 και μόλις δυο έπη, στην αρχή και στο τέλος), επιχειρεί μια πολύ πιο song-based προσέγγιση και φέρνει αυτόν τον ήχο στο προσκήνιο, χωρίς όμως να ξεχνάει τις καμένες κιθάρες που χαρακτήρισαν το ντεμπούτο της ούτε και τις υπόλοιπες επιρροές της.

Ο δίσκος ανοίγει με το εξάλεπτο στη σινγκλ εκδοχή και σχεδόν οκτάλεπτο στο δίσκο χάσιμο του "Ayisha Abyss" που ήταν και το κομμάτι που μ'έκανε να ενδιαφερθώ, καθώς η παχιά και άκρως εθιστική μπασογραμμή του σουβλίζει στρώσεις από υποχθόνιες κιθάρες, μακρινά φλάουτα, βιμπράφωνα και ψιθυριστά φωνητικά από τον Emile που ακούγονται σαν μια Πυθία την ώρα που έχει καπνίσει τα φυλλαράκια της και λέει τους χρησμούς της, με το όλο πράγμα να θυμίζει ένα "National Anthem" παιγμένο ανάποδα και με κιθάρες αντί για τα πνευστά του και δυο λεπτά μεγαλύτερο. Κάτι που σαφώς και δεν ακούγεται άσχημο στα χαρτιά και στην πραγματικότητα είναι ακόμα καλύτερο απ'την περιγραφή, ανοίγοντας σε κάθε ανυποψίαστο ακροατή την όρεξη.

Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξή μου όταν, ανυποψίαστη κι εγώ, πήγα ν'ακούσω το υπόλοιπο album μετά απ'αυτό το τερατάκι και το πρώτο πράγμα που με υποδέχτηκε ήταν το "I Just Want to See Your Face", ένα δίλεπτο (και κάτι ψιλά) ποπ κομμάτι, με τη Lina πλέον στα φωνητικά, που θα μπορούσε να έχει προέρθει από το πάτωμα του Kevin Shields αφού είχε τελειώσει με το Isn't Anything. Απο'κεί χωρίς ανάσα πέρασα στο καταπληκτικό "Reprobate!", ένα υπνωτικό κομμάτι με μια απλή, επαναλαμβανόμενη και αρκούντως ζαλισμένη MBVική μελωδία να φωλιάζει στην καρδιά ενός μικρού ανεμοστρόβιλου από κιθαριστικά μαστιγώματα και πωρωτικά drums, και μετά στο φωτεινό "Melody for Jaana" όπου οι φωνές των Nikolaisen και Wallinder επιπλέουν νωχελικά μέσα σε ένα shoegazey σύννεφο από κιθαρένιες δροσοσταλίδες. Μια τριάδα κομματιών που ακροβατεί μεν επικίνδυνα πάνω στην λεπτή γραμμή που χωρίζει την επίδραση από την αντιγραφή αλλά είναι τόσο όμορφα και τόσο προσεκτικά φτιαγμένα, με τέτοια αγάπη και έμπνευση, που δεν μπορείς παρά να τους παραδοθείς.

Το "Blow Yr Brains In the Morning Rain" που ακολουθεί εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς με τη στρατηγική του τοποθέτηση - «σπάει» τόσο τη χαλαρή και ονειρική ατμόσφαιρα όσο και την αίσθηση ότι ο δίσκος προχωράει ολοταχώς προς ένα πολύ καλό μεν, MBV tribute δε και παράλληλα επαναφέρει τις πρωτόγονες κιθάρες για όσους τις πεθύμησαν από τον προηγούμενο δίσκο χωρίς όμως να ξεφεύγει σε jamιστικές καταστάσεις, κάνοντας και την απαραίτητη κατάθεση στεφάνου στον ανδριάντα του Jason Pierce έτσι για να μη γκρινιάζει ότι τον ξέχασαν. Το "Honeyjinx" μας επαναφέρει σε πιο περίπλοκα νερά, ξεκινώντας βαριά και κλείνοντας το μάτι αρχικά στους Velvets και στο υπόλοιπο κομμάτι στους Sonic Youth (ίσως να μπορούσε να χωθεί σε κάτι σαν το Washing Machine) και, μετά το γλυκούλι αλλά μάλλον επουσιώδες "D.I.W.S.W.T.T.D.", το "Magdalena (Symphony #8)" κλείνει αιθέρια το δίσκο με φλάουτα, keyboards και γλυψιές από κιθάρες να κεντούν ένα όμορφο σεντόνι για άλλη μια δροσερή μελωδία από την Lina "Bilinda" Wallinder και ένα απολαυστικό ορχηστρικό outro.

Και κάπως έτσι οι S-M ολοκληρώνουν τη Δευτέρα Παρουσία τους, πολύ πιο εντυπωσιακά και εμφατικά από την πρώτη. Μπορεί να τους πήρε καιρό αλλά μοιάζουν να έχουν βρει μια ταυτότητα, καταφέρνοντας να χτίσουν έναν ήχο που ναι μεν θυμίζει έντονα τους ήρωές τους αλλά τελικά η σύνθεση όλων των στοιχείων που παίρνουν απ'τον καθένα βγάζει μια δικιά τους μαρμίτα και τα γερά hooks πάνω στα οποία τη σερβίρουν δε σου αφήνουν περιθώρια για γκρίνιες και σνομπαρίσματα. Ολάκερη Νορβηγία και να μην έχει μια πραγματικά cool μπάντα που να τιμά τα εθνικά χρώματα, τι στην ευχή...

12.3.10

Your sword's grown old and rusty/ Burnt beneath the rising sun/ It's locked up like a trophy/ Forgetting all the things it's done

Ο τρανός εμπορικός θρίαμβος του Contra που έκανε ντεμπούτο στο νούμερο 1 του Βillboard, όντας μόλις το δωδέκατο άλμπουμ ανεξάρτητης εταιρείας από τότε που άρχισαν να καταμετρώνται τα νούμερα που κατάφερε κάτι τέτοιο, είναι αδιαμφισβήτητος. Πέρα από τις συζητήσεις για το ταξικό υπόβαθρο των Νεοϋορκέζων και τις υψηλές πωλήσεις τι μένει από τη μουσική;

Εκεί που ακούγονται ελαφρώς φοβισμένοι στο ομώνυμό τους, στο Contra ακούγονται σίγουροι για το τι θέλουν να κάνουν και γεμάτοι αυτοπεποίθηση. Πρόκειται για έναν καλοκαιρινό και ανοιχτόχρωμο δίσκο.Στο "Horchata" μας παρουσιάζουν ένα τροπικό σκηνικό όπου κάποιος θα έμοιαζε σαν τρελός με ένα χειμερινό αξεσουάρ όπως μια κουκούλα. Η σχεδόν παιδική και προσεκτική φωνή του Ezra συνοδεύεται καταρχάς από ένα εφευρετικό drum beat και κατά δεύτερον από τα τρισευτυχισμένα έγχορδα που πετάνε γύρω γύρω και φτιάχνουν ένα δροσιστικό κοκτέιλ και ας δείχνει το ημερολόγιο Δεκέμβρη.
Το κεχαριτωμένο "White Sky" συνεχίζει σε παρόμοιο κλίμα αλλά πλέον και ο ακροατής αλλά και οι ίδιοι δείχνουν ότι έχουν μπει πιο άνετα στο νόημα. 
Το "Holiday" είναι ένα ανώδυνο περασματάκι που ξεφεύγει εύκολα από την προσοχή σου ενώ το "California English" συμπληρώνει ίσως το μοναδικό μέρος του δίσκου που ακούγεται σαν αποτυχημένη άσκηση ύφους πάνω στην Αφρικάνικη μουσική παρά τα αιθέρια πίσω φωνητικά που πάνε να σώσουν την κατάσταση.

Ευτυχώς από κεί και πέρα ο δίσκος παίρνει το δρόμο του και φτιάχνει μια πορεία που οδηγεί μόνο προς τα πάνω. Από το "Taxi Cab" και τη ληθαργική ερμηνεία των νοσταλγικών στίχων πάνω σε ένα εκλεπτυσμένο, σχεδόν παρμένο από την παιδική μας ηλικία σκονισμένο πιανάκι, στο ασταθές αλλά ερωτευμένο "Run".

Τα τελευταία τέσσερα κομμάτια είναι μια επίδειξη των καλύτερων συνθέσεών τους. Σα να προσπαθούν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους κομμάτι με το κομμάτι. Το "Cousins" είναι σαφέστατα το "A-Punk" του δίσκου μόνο που είναι δέκα φορές πιο φορτισμένες οι μπαταρίες του και πιο ξέφρενος ο ρυθμός του. Οι ξύστρες χορεύουν παιχνιδιάρικα γύρω από την πεντακάθαρη και γεμάτη ενέργεια ερμηνεία του Ezra και οι κιθάρες επιδίδονται σε μεξικάνικες μονομαχίες με τα ντραμς.

To 3ο single του δίσκου "Giving Up The Gun" είναι ένα σχεδόν τέλειο ποπ τραγούδι, το "Diplomat's Son" ή αλλιώς ένας 6λεπτος dancehall ύμνος για μια ομοφυλοφυλική σχέση, όπως το περιέγραψε ο κιθαρίστας τους, παίρνει sample από το "Hussel" της M.I.A, ενώ το "I Think Ur A Contra"  συνεχίζει τα τσιγκλίσματα στο πνεύμα του Joe Strummer. 
Έχω την αίσθηση ότι το Contra θα ήθελε πάρα πολύ να είναι το Is This It της δεκαετίας που ξεκίνησε. Πιασάρικο και ευκολοάκουστο μέχρι εκεί που δεν πάει παραπάνω, καταγραφή αλλά όχι αντιγραφή των επιρροών και συνολικά ένα αποτέλεσμα που ακούγεται μονορούφι. 

10.3.10

I only wanna be your one life stand/ Tell me do you stand by your whole man

Θυμάμαι ακόμα πόσο περήφανο ένιωσε το ελληνικό έθνος όταν ανακάλυψε τον Alex Καπράνο. Με το που έσκασαν (με αρκετό πάταγο) στα παγκόσμια μουσικά δρώμενα οι Franz Ferdinand, σερφάροντας ατσαλάκωτοι πάνω στο μετα-νέο κύμα, η Ελλάς βρήκε στο πρόσωπο του ψηλόλιγνου και κομψού Ελληνοάγγλου ένα ακόμα άξιο τέκνο της φυλής που «τα κατάφερε» όπως κάθε άξιο τέκνο της φυλής οφείλει. Και δώσ'του αφιερώματα, ακόμα κι από ανθρώπους που έμοιαζαν να έχουν ν'ασχοληθούν με την τρέχουσα μουσική πραγματικότητα από το 1990 (το αργότερο). Ακόμα κι ότι είχε ονομάσει την προηγούμενη μπάντα του "The Karelia" ανακάλυψαν οι άτιμοι, άσχετα αν δεν είχαν ακούσει ποτέ ούτε ένα τραγούδι τους και δε γνώριζαν την ύπαρξή τους πριν την επιτυχία των Franz. Τουλάχιστον όλο αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να έρθει η μπάντα στα ντουζένια της στο Ρόδον, φυσικά με τον Alex να μας χαιρετάει σε χαριτωμένα σπαστά ελληνικά.

Οι Franz σιγά σιγά έφυγαν απ'το προσκήνιο, οι Foals του Γιάννη Φιλιππάκη έχουν προς το παρόν στο ενεργητικό τους μόνο ένα κάποιο hype που δεν έχουν ακόμα δικαιολογήσει (αν και το καινούριο τους single ομολογώ είναι πολύ καλό και ελπιδοφόρα διαφορετικό απ'το υπερτιμημένο ντεμπούτο τους) οπότε αργούμε να τους ανακαλύψουμε, ενώ τη Marina με τα Διαμάντια της είναι πολύ νωρίς ακόμα για να την «πιάσουν» τα παλαιάς τεχνολογίας μουσικά ραντάρ του ελληνικού τύπου. Κι όμως, κάτω απ'τη μύτη όλων αυτών υπάρχει εδώ και χρόνια - όσα και οι Franz - ένας ακόμα μισο-συμπατριώτης μας που παράγει μουσική στην προσιτή μας Βρετανία, και μάλιστα με επιτυχία σχεδόν εφάμιλλη της μπάντας του Καπράνου.

Απλά αυτός είχε την τύχη/ ατυχία να μη λέγεται Καπράνος, Παπαδόπουλος ή κάτι άλλο ελληνοπρεπές διότι το ελληνικό μισό των γονιών του ήταν η μητέρα του. O Alexis Taylor αποτελεί το ένα πέμπτο των Hot Chip, ίσως της καλύτερης βρετανικής ελέκτρο μπάντας της τελευταίας πενταετίας, και έχει μια από τις ωραιότερες φωνές εκεί έξω. Αυτή ακριβώς η φωνή και οι πανέμορφες αρμονίες που άπλωνε σε στρώσεις στο ρεφραίν του "Boy From School", του πιο μελαγχολικού χορευτικού hit που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια, με τράβηξαν στον μικρόκοσμο που έχουν χτίσει εδώ και χρόνια ο Taylor και οι υπόλοιποι τέσσερις Hot Chip.

Τόσο μουσικά όσο και ακαδημαϊκά μορφωμένα παιδιά και ακριβώς όσο χρειάζεται nerds (ο Alexis είναι εξέχον μέλος του λατρεμένου μου Μισοριξιά Club, και σε κάθε φωτογραφία της μπάντας προσπαθεί να γραφτεί στο Βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες για το Τραγικότερο Πουλόβερ όλων των εποχών), έφτιαξαν τρεις δίσκους γεμάτους με εκλεκτική ελεκτροπόπ με πραγματικά μεγάλη γκάμα επιρροών και γερές δόσεις χιούμορ. Φέτος επανήλθαν με τον πολυαναμενόμενο τέταρτο, με τίτλο One Life Stand, έναν εθιστικό ποπ δίσκο που χαίρεσαι ν'ακούς και να ξανακούς.

Οι μελωδίες είναι απλές και ευδιάκριτες, φωτεινές και φιλόξενες, και σου προσφέρονται σε γενναίες δόσεις κουβαλώντας με ασφάλεια στους στιβαρούς ώμους τους το καθένα από τα δέκα κομμάτια. Όχημά τους τις περισσότερες φορές είναι η πραγματικά απολαυστική φωνή του Alexis, πιο soul από ποτέ και έχοντας επιτέλους πάρει τη θέση που της αξίζει στο κέντρο της σκηνής, ενώ ο Joe Goddard προσφέρει ένα πιο γήινο αντίβαρο. Λιγότερο παιχνιδιάρηδες απ'ότι στο Made in the Dark αλλά χωρίς φυσικά να βγάζουν αυτό το τόσο βασικό τους χαρακτηριστικό απ΄το παιχνίδι, βάζουν μπροστά τις πιο κλασσικές επιρροές τους και τις γεμίζουν με πραγματικά θετική ενέργεια που ξεχειλίζει από παντού.

Τα πιο προφανή highlights βρίσκονται στην αρχή, στη μέση και στο τέλος: το "Thieves in the Night" ξεκινάει το δίσκο με τρομερή αυτοπεποίθηση, με το keyboard που τριγυρίζει τη βασική μελωδία να μοιάζει με απευθείας nod στο αγαπημένο "Bizarre Love Triangle" των New Order, απόλυτων δάσκαλων για κάθε βρετανική (και όχι μόνο) ελεκτρο-ποπ (η έμφαση στο «ποπ») μπάντα που σέβεται τον εαυτό της. Το ομώνυμο κομμάτι και πρώτο single με τα ανατολίτικα μοτίβα στα πλήκτρα σε σπρώχνει στην πίστα και εκρήγνυται με ένα εντελώς κολλητικό ρεφραίν ("I only wanna be your one life stand" - νομίζω είναι τέλειο για πρόταση γάμου), ενώ το "Take It In" κλείνει το δίσκο με το διαβολικό ριφάκι του να εναλλάσσεται με τις αγγελικές διακηρύξεις του ρεφραίν ("And oh, oh, my heart has flown to you just like a dove/ It can fly/ It can fly").

Αυτή η περίσσεια αγάπης διατρέχει ολόκληρο το δίσκο, από «είμαστε όλοι αδέρφια, σας αγαπάω όλους» μέχρι πίστη και αφοσίωση και περιστέρια και λουλούδια. Πράγμα που δεν είναι κακό, έστω κι αν σε μερικά σημεία κολλάει από τα σιρόπια και μερικά πράγματα ακούγονται λίγο cheesy - η μπάντα το κατέχει αρκετά το πράγμα για να τα σώσει κι αυτά. Το "Hand Me Down Your Love" μοιάζει μονοδιάστατο μέχρι το υπέροχο γύρισμα του ρεφραίν και την είσοδο των εγχόρδων. Το "I Feel Better" έχει αρκετά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα φτηνά, σχεδόν εκνευριστικά dubstep κομμάτια που παράγονται με το σωρό και που λατρεύουν να χορεύουν τα Αγγλάκια στα club της Κω μεθώντας με Breezer και Smirnoff Ice, αλλά ξαφνικά το κομμάτι και η ανάσα σου κόβεται στη μέση από την εντυπωσιακή είσοδο της φωνής του Taylor και η ιδέα του να άκουγες κάτι τέτοιο σε μια γεμάτη Starlight δε μοιάζει και τόσο χάλια - ούτε καν η θέα των κατακαμμένων, αναψοκοκκινισμένων Βρετανών Δον Ζουάν που προσπαθούν να ρίξουν τις πιτσιρίκες με τα πλαστικά κερατάκια δεν θα ήταν αρκετή για να σου το χαλάσει.

Το "Slush" από τη μεριά του που ανοίγει το δεύτερο «μέρος» του δίσκου μοιάζει με mainstream αμερικάνικη soul μπαλάντα των '80s και προς στιγμή νομίζεις ότι ακούς Christian FM ή κάτι τέτοιο αλλά πάνω στα τέσσερα λεπτά κάνει μια εντυπωσιακή στροφή, με λιτά πνευστά, κύμβαλα και πιάνο να στρώνουν χαλί για ένα θεσπέσιο, πραγματικά soulful δίλεπτο όπου ο Taylor ερμηνεύει εκπληκτικά έναν μόνο, αλλά τόσο αφοπλιστικό, στίχο - "Don't I know there is a god?/ Now I know there is a god in your heart". Δεν ξέρω πώς θα γίνει αλλά ίσως να είναι η πρώτη φορά που ένα δίλεπτο από ένα εξάλεπτο κομμάτι θα μπει στα αγαπημένα μου της χρονιάς.

Αφήνουν την quirky φύση τους να εμφανιστεί στο τρυφερό "Alley Cats" που, ταιριαστά με τον τίτλο του, τρίβεται πάνω σου και κουρνιάζει στα γόνατά σου χωρίς πολλές εξηγήσεις, ενώ προσφέρουν άλλον έναν ύμνο στις βρετανικές πίστες για το ερχόμενο καλοκαίρι με το "We Have Love" πριν μπουν στα χωρικά ύδατα των Depeche Mode με το "Keep Quiet" (το επισήμανε ο Nick Z.  κι έχει δίκιο - θα ήταν εύκολα stand-out σε έναν δίσκο σαν το Ultra) πριν το "Take It In" διαλύσει τη σκοτεινή ατμόσφαιρα σαν ακτίνες του ήλιου που μπαίνουν ξαφνικά στο δωμάτιο.

Μ'αυτά και μ΄αυτά ο Alexis ανακηρύσσεται πανηγυρικά νικητής στον άτυπο πατριωτικό αγώνα - οι Hot Chip τα κατάφεραν και πάλι, χαρίζοντάς μας έναν νηφάλια ευδαιμονικό, σε σημεία γιορταστικό αλλά ποτέ πανηγυρτζίδικο δίσκο από μια μπάντα έμπειρη πλέον και στα καλύτερά της, ένα δίσκο πέρα για πέρα ικανό να σου φτιάξει τη μέρα. Για μένα δούλεψε μια χαρά.

7.3.10

Won't you tell me why that /The beautiful ones are always crazy

Για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα η μοναδική μου επαφή με τον Mark Linkous ήταν απο την συνεργασία που έκανε μέσω τηλεφώνου με τον Thom Yorke προκειμένου να μας χαρίσουν μια υπνωτική εκτέλεση του "Wish You Were Here" των Pink Floyd. Όταν ήρθε πια η ώρα να ακούσω την δισκογραφία του ένιωσα άσχημα γιατί πραγματικά θα μπορούσε να είναι ένας από αυτούς τους καλλιτέχνες που θα έβαζαν το χέρι τους στη διαμόρφωση της μουσικής μου αντίληψης αν τον γνώριζα νωρίτερα.

Από το 1995 έως σήμερα μας χάρισε 6 άλμπουμ μέσα στα οποία κρύβονταν συνεργασίες με πολύ σπουδαίο κόσμο (Tom Waits, PJ Harvey, John Parish, Dave Freedman, Dangermouse, Fennesz, Iggy Pop, Frank Black, Daniel Johnston κλπ), ανάμεσά τους και τον Vic Chesnutt. Η σύνδεση των δύο αντρών απ'ότι φαίνεται ήταν κάτι παραπάνω από τους έξι μήνες που ο Linkous έμεινε σε αναπηρική καρέκλα εξαιτίας μιας σχεδόν θανατηφόρας εμπειρίας με αλκοόλ και ναρκωτικά.

Ο Chesnutt προσπάθησε πολλάκις να αυτοκτονήσει ενώ ο Linkous έπασχε από χρόνια κατάθλιψη. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι μέσω των πιο πρόσφατων συνεντεύξεων τους φαίνονταν να μιλούν σε παρελθοντικό χρόνο για τα πράγματα και την αρρώστια που τους βασάνιζε. O Linkous ειδικότερα είχε σχεδόν ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις του νέου του δίσκου ενώ το καλοκαίρι θα έβγαινε επιτέλους και σε φυσική μορφή το Dark Night Of The Soul κάτι που δεν είχε γίνει μέχρι τώρα λόγω διαφωνιών με τη δισκογραφική του.

Αν αρχίσουμε από το τέλος θα βρούμε το In the Fishtank, μια πειραματική προσπάθεια μαζί με τον Fennesz που έφερνε μεγαλύτερο μέρος σφραγίδας του αυστριακού. Νωρίτερα υπήρξε μια προσπάθεια μαζί με τον Danger Mouse στο Dark Night Of The Soul να μαζευτεί ένα all-star πλήρωμα που ανάλογό του βρίσκεται μόνο σε φιλανθρωπικά compilations.

Το 2006 μετά από πέντε χρόνια απουσίας κυκλοφόρησε το Dreamt for Light Years in the Belly of a Mountain παρουσιάζοντας έναν πιο γυαλιστερό εαυτό σε σχέση με το lo-fi που τον καθιέρωσε, ενώ άρχισε τη δεκαετία με το υπέροχο It's a Wonderful Life όπου δοκίμασε πολλές παλέτες χρωμάτων και συναισθημάτων, στο πρώτο του άλμπουμ που δεν ηχογραφήθηκε στο προσωπικό και απομονωμένο του studio.

Τα δύο πρώτα του άλμπουμ Vivadixiesubmarinetransmissionplot και Good Morning Spider ήταν ακριβώς όπως περίμενε κανείς. Με lo-fi παραγωγή, ηχογραφημένα με τη φυσική συστολή που τον χαρακτηριζε μακριά από τα βλέμματα άλλων, αλλά και γεμάτα καταπληκτικές και πλούσιες μελωδίες.

Αυτή η μουσική πορεία των Sparklehorse τελείωσε σήμερα το πρωί όταν ο Linkous βρέθηκε νεκρός μέσα στο σπίτι του. Άδοξα. Χωρίς ο ίδιος να το επιδιώξει διαφορετικά.
Τον ευχαριστούμε για την μουσική και ευχόμαστε να βρίσκεται κάπου ευτυχισμένος και ελεύθερος.


4.3.10

I'm too young to be defeated

Στο West Palm της Florida απ’ όπου έρχονται οι Surfer Blood δεν έχει ποτέ χειμώνα παρά μόνο ήλιο, άμμο και σορτσάκια. Υπό αυτή την έννοια δεν είναι παράξενη η «ρετσινιά» surf rock που τους κόλλησαν.

Σίγουρα τα περισσότερα κομμάτια τους τα φαντάζεσαι με την συνοδεία ήλιου, παγωμένης μπύρας και θάλασσας. Κορίτσια και έρωτες στα "Catholic Pagans", "Harmonix", "Take It Easy" και "Slow Jabroni"

Το πρώτο single του δίσκου "Swim" κάνει μια ιδιαίτερα τολμηρή παραπομπή στο '80s arena rock ενώ στο τρίτο κομμάτι του δίσκου "Take It Easy" επιχειρείται μια σύνδεση με το σήμερα και τις κοφτερές, σχεδόν παιδικές κιθαρίτσες των Vampire Weekend, 

Τα κεφάτα α λα Stephen Malkmus φωνητικά του "Twin Peaks" κάνουν τον δίσκο να τρέχει γρηγορότερα και πιο ανάλαφρα πριν όμως σωριαστεί με τα μούτρα εξαιτίας των δύο Jabroni. Μάλιστα το ένα είναι "Fast Jabroni" και το άλλο "Slow Jabroni". Πρόκειται για την ίδια βαρετή σύνθεση με διαφορετικό τέμπο όμως. Μετά είναι το αργοκίνητο "Anchorage", ένα μάλλον ατυχές tribute στους Sonic Youth. Το αποχαιρετιστήριο "Catholic Pagans" κινείται σε παρόμοια προσεκτικά αργούς ρυθμούς όπως τα προηγούμενα κομμάτια αλλά αποδεικνύει πως οι Surfer Blood μπορούν να φτιάξουν και όμορφα κομμάτια που δεν πατάνε συνέχεια γκάζι αρκεί να βοηθάει το υλικό.

Όταν η καλύτερη στιγμή του δίσκου είναι το υπέροχα νοσταλγικό και χρωματισμένο με ζαχαρένιες κιθάρες Televisionικό "Neighboor Riffs" που κρατά μόλις 2'09" και είναι και ορχηστρικό. Ίσως κάτι να λέει αυτό για τη φωνή του τραγουδιστή τους...

2.3.10

Hertz Festival, Μέρα 1 - 19.2.2010, Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός», Αθήνα

Ως μια σεμνή επιτυχία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το Hertz festival του οποίου την πρώτη μέρα είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε. Αν και με λιγοστή προώθηση ο ασυμβίβαστος πειραματιστής συμπατριώτης μας Novi_Sad που έχει ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα με τις ηχογραφήσεις και τη δραστηριοποίησή του στο εξωτερικό συνόδευσε τον Αυστριακό κιθαρίστα και θαυματοποιό Fennesz σε ένα γεμάτο και πολυσυλλεκτικό αμφιθέατρο.

Ό άγνωστος σε μένα μέχρι την προηγούμενη Παρασκευή Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός» σε συνεργασία με την Αυστριακή πρεσβεία και το Γαλλικό Ινστιτούτο (προκειμένου να έρθει την επόμενη μέρα η Γαλλίδα synthέτρια Eliane Radigue) διοργάνωσε άψογα μια πέραν των καθιερωμένων μουσική βραδιά που αν μη τι άλλο σεβάστηκε τον θεατή.

Με μια μικρή καθυστέρηση περίπου μισής ώρας (αλήθεια δεν είναι πολύ rock 'n' roll που οι συναυλίες στην Ελλάδα αρχίζουν με δίωρη καθυστέρηση;) το κοινό που αποτελούνταν από όλο το φάσμα των ηλικιών (δυστυχώς όχι παιδάκια, τα οποία έχασαν μια μεγάλη ευκαιρία να συνδέσουν την πρώτη φορά που κατουρήθηκαν από τον φόβο τους με την παράσταση του Novi_Sad) προτού προλάβει να χειροκροτήσει για να υποδεχθεί τον κατά κόσμον Θανάση Καπρούλια και τα drones του ένιωσε να χάνει το φως του. Τα φώτα έσβησαν και τα πλατσουρίσματα ενός θαλάσσιου τοπίου προσπάθησαν να μας φέρουν μια γνώριμη εικόνα ώστε να πιαστούμε απ’ αυτήν προκειμένου να ξεχάσουμε το σκότος. Έπειτα ακολούθησαν οι ηλεκτρονικές επιθέσεις με τη μορφή στρατηγικών χτυπημάτων που επαναλαμβάνονταν, φούσκωναν και άδειαζαν κυκλώνοντάς σε και συγχύζοντάς σε τόσο ώστε να συμμετάσχεις σε αυτή τη διαδικασία με τη μόνη δύναμη που είχες εκείνη τη στιγμή. Το μυαλό σου και τις ζωντανές εικόνες που μπορούσε να δημιουργήσει χάρη στην πλούσια σε συναισθήματα (κυρίως απαισιόδοξα), χειρουργικής ακρίβειας και ζωγραφικής εφευρετικότητας μουσική των laptop του Novi_Sad.

Ένας παππούς απ’ό,τι μπόρεσα να διακρίνω στο σκοτάδι πήρε την τραγιάσκα του και έφυγε. Λογικό, είχε συνηθίσει στις συναυλίες κλασσικής μουσικής που διοργανώνει εβδομαδιαία ο «Παρνασσός» και κανείς δεν μπορεί να τον κακίσει γιατί οι ήχοι ήταν δύσπεπτοι και παραμορφωμένοι τόσο ώστε να καταλαβαίνεις ότι τους έχεις ξαναδεί αλλά να μην μπορείς παρά να ανατριχιάσεις από τον τρόπο που κομματιάστηκαν και έγιναν σκιά του εαυτού τους. Υπήρξαν και άλλοι που έφυγαν, σχεδόν όλοι όμως κάθισαν είτε από σεβασμό στον καλλιτέχνη, είτε επειδή ντρέπονταν να φανεί το πρόσωπό τους στην ολοσκότεινη αίθουσα τη στιγμή που θα άνοιγαν την κουρτίνα και θα έβγαιναν στο φως, είτε όπως εγώ με την uptight έχοντας ξεπεράσει το αρχικό σοκ σηκώσαμε το γάντι σε αυτή την μονομαχία συναισθημάτων και πειραματισμού που μας πέταξε ο Novi_Sad αποφασισμένοι να τον ακολουθήσουμε μέχρι τέλους στα εφιαλτικά αποκαΐδια της φωτιάς του, ή στα λασπωμένα βήματα του βάλτου του είτε στα καταγάλανα βαθιά νερά της θάλασσάς του.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσουμε τις συνθέσεις του κάπως έτσι θα το κάναμε, βασιζόμενοι στους ήχους που ξεκίναγαν αυτά το χαλαρής υφής ηχοτοπία. Μουσική εξόχως κινηματογραφική, και άμεσα ερωτηματική προς τον ακροατή. Χωρίς τη φάτσα του δημιουργού να φωτίζεται ώστε να έχεις να ακουμπήσεις το βλέμμα σου, χωρίς κάποιο οπτικό ερέθισμα, σε άφηνε μόνο σου με τις σκέψεις, τους φόβους, τα όνειρα και τις ανασφάλειες σου.

Αν έλεγες σε κάποιον να σου περιγράψει την εμπειρία του από αυτή την εμφάνιση ή μάλλον εξαφάνιση του μουσικού θα την περιέγραφε με τελείως διαφορετικό τρόπο απ’ό,τι το κάνω εγώ ή κάποιος άλλος που βρέθηκε εκεί. Γιατί ο καθένας οπτικοποίησε και πρόβαλε ψυχικά και ψυχολογικά την μουσική του Novi_Sad με διαφορετικό τρόπο.
Όσες φορές όμως νιώσαμε ότι ο θεατής ή μάλλον ακροατής έχει αναδειχθεί ως κεντρικό θέμα του λαβυρινθοειδών θεμάτων του Novi_Sad με τη μη εμφάνιση του καλλιτέχνη, άλλες τόσες αισθανθήκαμε αναλώσιμοι σα να βρισκόμασταν εκεί για να υποστούμε και όχι για να απολαύσουμε. 
Όταν έτριζε το έδαφος από την μετατροπή του ήχου σε καθαρή ενέργεια φανταζόσουν ότι ήσουν σε ένα σκάφος που κουνιόταν και ανά πάσα στιγμή θα άνοιγε την κοιλιά του για να καταπιεί τις θέσεις το κενό. 
Έτσι όπως έσβησαν ξαφνικά τα φώτα, άλλο τόσο απότομα άναψαν και αποκάλυψαν στα έντονα (προς έκπληξή μου) χειροκροτήματα όλων… το τίποτα. Γιατί ο Novi_Sad δεν ήταν εκεί.

Όσο αναρωτιόμασταν με την uptight για το πώς μπορεί να έκλεισε τη μουσική και να εξαφανίστηκε αυτό το μικρό φως από laptop που βλέπαμε τόση ώρα αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε ταυτόχρονα και αν αυτή η εμπειρία που ζήσαμε για περίπου μία ώρα πράγματι συνέβη. Ο Θανάσης Καπρούλιας χωρίς υποκλίσεις και χαιρετούρες εξαφανίστηκε και για μια ακόμη φορά άφησε το κοινό να βγάλει μόνο του τα συμπεράσματά του. Θαρραλέος, τολμηρός και γεμάτος ιδέες μας.

Σε σύγκριση με τον Novi_Sad η διαδικασία της εμφάνισης του Fennesz πάνω στη σκηνή έμοιαζε συμβατική και συνηθισμένη. Χωρίς να είμαι ιδιαίτερα οικείος με τη δουλειά του Αυστριακού έχοντας μόλις αδειάσει από την ψυχοτροπική εμπειρία του support ήθελα κάτι πλατύ με πιο εύπεπτο πλαίσιο και τις μακρινές Beach Boys επιρροές που υπόσχονταν οι κριτικοί και η uptight. Και όντως δεν απογοητεύτηκα. 

Ο Fennesz έμοιαζε με καθηγητή πανεπιστημίου, επιδεικνύοντας την ίδια αυστηρή και στερεοτυπική αυστριακή φάτσα. Δεν χρειαζόταν παρά μια ηλεκτρική κιθάρα και ένα laptop για να αναπαράγει και να πολλαπλασιάσει τις νότες. Ευχάριστες και ιντριγκαδόρικες στο αυτί, κρυμμένες πίσω από ένα τείχος λευκού θορύβου. Οι δημιουργίες του λεπτότερες και τα συμπεράσματά του πιο υπόγεια και μυστηριώδη από το support του.

Τα τεχνητά beat έμοιαζαν με σήματα μορς και η γραμμή της καρδιάς περπατούσε σε έναν ευθύ και προαποφασισμένο δρόμο. Δεν υπήρχαν οι τρομακτικές ανακατατάξεις ή απότομες αλλαγές, ο Fennesz έχτιζε σταδιακά τη μουσική του σαν τουβλάκια χωρίς να ποντάρει στο δράμα αλλά χειριζόμενος με σεβασμό και ευπρέπεια την συναισθηματική γραμμή του θεατή. Όταν ξέβρασε και το τελευταίο στοιχείο του προηγούμενου δίωρου σαν μια υποτυπώδη φροντίδα και αγκαλιά υποκλίθηκε και έφυγε πίσω από την κουρτίνα.


 
Clicky Web Analytics