27.2.09

Post Βeans #1

Σήμερα λέμε να εγκαινιάσουμε μια καινούργια στήλη. Δεν σκοπεύαμε, αλλά είναι αυτό που λένε ότι τα νέα καμιά φορά σε βρίσκουν από μόνα τους. Από εδώ λοιπόν θα ασχολούμαστε με συγκροτήματα που μας προσέγγισαν πετώντας δείγματα της δουλειάς τους κάτω από την χαραμάδα της εξώπορτάς μας ή στο γραμματοκιβώτιο που έχουμε έξω από τα γραφεία μας και γράφει με καθαρά ευδιάκριτα πρασινωπά γράμματα “Some Beans”. Έτσι γίνεται συνήθως.

Αυτή τη φορά όμως συνέβη το πιο περίεργο πράγμα.

Ήταν ένα νυσταγμένο πρωινό. Ο διστακτικός ήλιος φαινόταν ότι έλεγε ψέματα για το πώς θα εξελιχθεί ο καιρός την υπόλοιπη μέρα. Το κλειδί όπως πάντα αρνούνταν να συνεργαστεί στο ξεκλείδωμα της πόρτας και πάνω στην πρωινιάτικη τούρλα έκανα μικρές ατζέντες στο μυαλό μου για το πώς θα πρέπει να κατανείμω την υπόλοιπη μέρα.

Καθώς κλείνω την πόρτα κοιτώντας τριγύρω μου και παίρνοντας μια τζούρα από τον πρωινό αέρα, ακούω χαλασμένα πετάλια να στριφογυρίζουν και να παλεύουν με αδέξια παπούτσια. Ταυτόχρονα οι ρόδες που πάσχιζαν να ισορροπήσουν στις αμέτρητες λακκούβες και ανωμαλίες του δρόμου γρύλιζαν. Καθώς γυρίζω το κεφάλι μου προς την κατεύθυνση του θορύβου, και πριν προλάβω να δω τι συνέβαινε, για μια φευγαλέα στιγμή το μάτι μου συνέλαβε έναν ποδηλάτη και ένα αντικείμενο που πετούσε προς το μέρος μου. Με το που ετοιμάζομαι να κάνω μια απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής το αντικείμενο μεγαλώνει στο οπτικό μου πεδίο και σχεδόν ταυτόχρονα ακούω ένα δυνατό γντούπ.

Κλείνω τα μάτια μου και μου γεννιέται μια εκνευριστική ζαλάδα σαν αυτές που παθαίνεις όταν έχεις φτερνιστεί 40 συνεχόμενες φορές. Ανοίγω τα μάτια μου και τρίβω τη μύτη μου που τη νιώθω ευαίσθητη σαν κάποιος να την είχε γεμίσει με πιπέρι νωρίτερα. Κοιτάζω κάτω και συνειδητοποιώ ότι ο ποδηλάτης μου έχει πετάξει ένα ορθογώνιο, κάπως χοντρό πακέτο. Αισθάνομαι τα μάτια μου να θολώνουν και το αίμα μου να μετακομίζει βιαστικά προς το κεφάλι. Αρχίζω να τρέχω βγαίνοντας με την ελπίδα να βρω τον αγενέστατο και απρόσεκτο ποδηλάτη και να του προτείνω, με πρακτική εφαρμογή φυσικά, διάφορα άλλα μέρη που μπορεί να βάλει το δέμα που μου πέταξε ώστε να είναι ασφαλές.

Μόλις βγαίνω στο δρόμο βλέπω μια κοκκαλιάρικη πλάτη, και δύο αδύνατα πόδια να στρογγυλοκάθονται σε ένα σκονισμένο ποδήλατο γεμάτο αυτοκόλλητα. Είναι ένας νεαρός που με ξανθό ημίμακρο λαδωμένο μαλλί, και προχωρημένη ακμή, γυρνάει μασώντας τσίχλα προς το μέρος μου, κάνει ένα αποβλακωμένο νεύμα που μεταφράζεται σε «Ώχ, σόρυ κύριος δε σε είδα» και μου ξαναγυρνά την πλάτη. Τότε κρατώντας στο χέρι του μια διπλωμένη εφημερίδα την πετάει προς την κατεύθυνση ενός γειτονικού σπιτιού. Το «κράτς» και ο πάταγος ενός σπασμένου τζαμιού μου δίνει να καταλάβω πως αυτός μάλλον θα είναι ο καινούργιος μας ταχυδρόμος. Γυρνώ στην πόρτα τρίβοντας τη μύτη μου και σκεπτόμενος ότι το μόνο που θα άξιζε όλον αυτόν τον κόπο θα είναι αν μέσα στο φάκελο βρίσκονται τα cd που έχω παραγγείλει εδώ και μια εβδομάδα.

Σκύβω λοιπόν, και σηκώνω έναν ελαφρύ και παραφουσκωμένο λευκό φάκελο που έγραφε με κόκκινο λεπτό στυλό τη φράση “Some Beans”. «Ώστε γι’ αυτό πρόκειται» μουρμούρισα. Αναποδογύρισα τον φάκελο και με μεγάλα μωβ γράμματα ήταν γραμμένη η φράση...

The Rest

Oι The Rest είναι μια μπάντα από το Οντάριο του Καναδά που τον Νοέμβρη του 2007 κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ μέσω της ανεξάρτητης εταιρείας Auteur. Όπως ενημερωνόμαστε από το MySpace της μπάντας, την άνοιξη του ίδιου έτους μάζεψαν τα μπογαλάκια τους και απομακρύνθηκαν από σχέσεις και υποχρεώσεις, παίρνοντας μαζί τους φαγητό, ρούχα και φυσικά ένα βαν γεμάτο με όργανα, κατευθυνόμενοι σε λίμνες και βουνά.

Εκεί, μέσα στην απομόνωση, επικεντρώθηκαν αποκλειστικά στη μουσική, προσπαθώντας να ηχογραφήσουν το δεύτερό τους άλμπουμ. Αντί να το κάνουν σαν τον Bon Iver, μετά από πολλά ταξίδια γύρισαν πίσω στην πόλη και ηχογράφησαν όχι πλέον στην απομόνωση της φύσης, αλλά στην αστική απομόνωση. Αυτές οι διαδοχικές όμως φυγές από τον κόσμο είχαν έναν σκοπό. Και αυτός ο σκοπός όπως μας εξηγούν οι ίδιοι ήταν «η ολοκληρωτική φυγή από την απομόνωση». Τρέχα γύρευε.

Η μπάντα διατείνεται πως σε αυτόν τον δεύτερο δίσκο, που θα ονομάζεται Everyone All At Once και θα κυκλοφορήσει στις 21 Απριλίου, βρήκε τον ήχο που έψαχνε για πέντε ολόκληρα χρόνια. Δεν έχω λόγο να διαφωνήσω και απλά θα προσθέσω πως αν πράγματι αυτός ήταν ο ήχος που έψαχναν, οι The Rest βρίσκονται σε πολύ καλό δρόμο.

Με την καταπληκτική σύγχρονη Καναδέζικη μουσική στα μπογαλάκια τους, οι The Rest αξιοποιούν στο έπακρο αυτήν την κληρονομιά τους με βελούδινες, μελωδικές στιγμές και ξεσπάσματα ομαδικής απελευθέρωσης. Η φωνή του τραγουδιστή τους θυμίζει κάτι από τον Alec Ounsworth των Clap Υour Hands αλλά πολύ πιο όμορφη, λιγότερο τραχιά και με μεγαλύτερο εύρος. Παράλληλα δεν φοβούνται να τοποθετήσουν πιο κλασσικά όργανα όπως το cello. Η αγάπη για τις συχνές εναλλαγές ατμόσφαιρας και ήχου των Sunset Rubdown, η συμμαζεμένη ορχηστρική ποπ του Andrew Bird, οι γεμάτες ενέργεια φωνητικές παρεμβάσεις α λα New Pornographers και οι βραδυφλεγείς αξιοπρόσεκτες μελωδικές στιγμές των Arcade Fire είναι μερικές από τις επιρροές τους.
Στον κατάλογο τους ξεχωρίζουν τραγούδια σαν το "Drinking Again", το "Walk on Water", το "The Lady Vanishes" και το "Coughing Blood/Fresh Mountain Air" και ήδη έχουν κάποιους λόγους να καυχιούνται (σεμνά). To Everyone All at Once δημιουργεί προσδοκίες και σίγουρα σε κάνει να σημειώνεις αυτό το μπούγιο των Καναδών στο καρνέ με τις υποσχόμενες μπάντες που μπορεί ακόμα να μην είναι σε θέση να προσφέρουν κάτι πρωτοποριακό σε σχέση με την εποχή, αλλά για αρχή μπορούν να μας σερβίρουν πολύ όμορφες στιγμές.

24.2.09

Don't leave me waiting for the world to replace me

Είναι κάτι τραγούδια που σε πιάνουν απροετοίμαστο. Κάποια τυχαίνει να τ'ακούσεις στο ραδιόφωνο στο δρόμο για τη δουλειά, ή καθώς απλώνεις τα ρούχα. Άλλα τα συναντάς τυχαία σε μια βόλτα στο διαδίκτυο, και πας να τ'ακούσεις έτσι από περιέργεια, σε κάποιες περιπτώσεις έχοντας στο μυαλό σου μια γενική εντύπωση για το δημιουργό τους ενώ σε κάποιες άλλες μην έχοντας την παραμικρή ιδέα. Ίσως πάλι να είναι η φρέσκια παραγωγή αγαπημένων σου μουσικών. Δεν έχει να κάνει, όπως μας έχει διδάξει η ιστορία. Σε όποια από τις παραπάνω περιπτώσεις κι αν εμπίπτουν, σε σταματάνε απ'ό,τι κάνεις και σ'αναγκάζουν να ψάξεις στα γρήγορα μια εικόνα όπου να μπορείς να στυλώσεις το βλέμμα για όσο διαρκέσουν, ώστε να συγκεντρωθεί απερίσπαστη η ακοή, ο εγκέφαλος και όλο το υπόλοιπο είναι σου σ'αυτό που ακούς. Ερωτεύεσαι, εκεί και τότε.

Δε σημαίνει ότι έτσι πρέπει να συμβαίνει πάντα - πόσα και πόσα από τα αγαπημένα σου τραγούδια δε χρειάστηκε να τ'ακούσεις πέντε ή δέκα φορές μέχρι να σου κάνουν το "κλικ" κι έκτοτε να πιάσουν μόνιμη θέση στην καρδιά σου; Απλά, κάποια σου απλώνουν μόνα τους το χέρι, χωρίς να χρειαστεί να προσπαθήσεις εσύ καθόλου. Λες κι έρχονται για να σε βρουν, συστημένα.

Πριν από καμιά δεκαριά μέρες, το πρώτο τέτοιο τραγούδι του 2009 έφτασε στ'αυτιά μου. Χτύπησε την πόρτα και, με το που άνοιξα, μπήκε αποφασιστικά μέσα και στρογγυλοκάθισε στον καναπέ του μυαλού μου απλώνοντας την κεντητή φορεσιά του με χάρη, για να μην τσαλακωθεί και να μπορέσω να τη δω ολόκληρη. Μικρές στοιχειωμένες φωνούλες και διάφοροι ήχοι που θα μπορούσαν να προέρχονται από έναν βαλτότοπο μιας παραμυθένιας χώρας τη νύχτα ντύνουν την ακουστική κιθάρα και την ευγενική φωνή καθώς αυτές σκιτσάρουν την υπέροχη βασική μελωδία. Ένα διακριτικό ντέφι συνοδεύει την είσοδο μιας πιο "γεμάτης" κιθάρας, οι φωνές και οι ήχοι φέρνουν στο χορό ξεχαρβαλωμένα πιάνα και αχνά τύμπανα. Στα τρία περίπου λεπτά το πιάνο γίνεται πρωταγωνιστής στη δραματική κορύφωση, και τα παλαμάκια ενός πλάσματος (μάγισσα; ξωτικό;) δίνουν έναν απειλητικό τόνο στη μουσική που στροβιλίζεται. Και μετά όλα σβήνουν σιγά σιγά, όπως ήρθαν.

Ο άνθρωπος που ευθύνεται γι'αυτό το θεσπέσιο δημιούργημα ονομάζεται David Michael Stith. Γόνος μουσικής οικογένειας, μεγάλωσε με τους άγριους χειμώνες του Buffalo, κοντά στις λίμνες των συνόρων των Η.Π.Α. με τον Καναδά, και σπούδασε γραφίστας. Η τύχη τον έφερε να γίνει κολλητάρι με την Shara Worden των My Brightest Diamond και να της φτιάξει το artwork. Η Asthmatic Kitty, εταιρία των MBD, ενδιαφέρθηκε να τον ακούσει, και ένα demo δυο τραγουδιών ήταν αρκετό για να τους πείσει. Ο χλωμούλης, αδύνατος τυπάκος που είχαν βρει περίπου τυχαία ήταν φτιαγμένος για να δημιουργεί ο ίδιος μουσική, πολύ περισσότερο από το να σχεδιάζει τις εικόνες που θα έντυναν τις μουσικές άλλων.

Περίπου τυχαία βρέθηκε και στην αντίληψή μου. Τον πρωτογνώρισα μέσα απ'αυτό το post του blog The Torture Garden. Πάντα ιντριγκάρομαι όταν κάποιος λέει με τόση σιγουριά ότι ένα τραγούδι είναι από τα καλύτερα μιας οποιασδήποτε χρονιάς, κι έτσι εκμεταλλεύτηκα την ευγενική προσφορά της Asthmatic Kitty και κατέβασα το "Be My Baby". Το γεγονός και μόνο πως δεν μπορούσα να βρω ιδιαίτερη υπερβολή στα λεγόμενα του Shane σήμαινε πως ο μυστηριώδης κύριος Stith είχε ήδη σημειωθεί στο καρνέ, καταχωρημένος στα ονόματα προς εξερεύνηση.

Έτσι, η είδηση που ήρθε από το ίδιο blog για την κυκλοφορία του πρώτου single από τον πρώτο δίσκο του μου ξύπνησε ξανά την περιέργεια. Το "Pity Dance" είναι το τραγούδι που εισέβαλε με σκανδαλιστική ευκολία στο μικρόκοσμό μου κι έκοψε κλειδιά για την πάρτη του μέσα σε τεσσεράμισι μόνο λεπτά. Το EP που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη που μας πέρασε, με τίτλο Curtain Speech, μου διέφυγε, αλλά τώρα περιμένω το κυρίως πιάτο με ανυπομονησία. Στις 9 Μαρτίου το Heavy Ghost θα είναι μαζί μας, και το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε είναι η μούσα που επισκέφθηκε τον David όταν έγραφε το "Pity Dance" να έχει μείνει μαζί του και για τα υπόλοιπα τραγούδια. 

20.2.09

I've lived a life for wealth to bring/ And yet I'll gaze the colour of spring

Οι κύριοι για τους οποίους θα μιλήσουμε είναι ήδη καταχωρημένοι στον φάκελο του παρελθόντος. Έχουν ημερομηνία γέννησης και δίπλα από μια παύλα έχουν και ημερομηνία κατάληξης. Κατοικοεδρεύουν πλέον στο σκονισμένο αρχείο και ανοίγονται μόνο σε ειδικές αφορμές.

Talk Talk 1981-1991

20 χρόνια πέρασαν από τότε που έβγαλαν τελευταία φορά μουσική όλοι μαζί οι καλλιτέχνες που ως σχήμα ονομάστηκαν Talk Talk.

«Πάντα θέλαμε να μην επαναλαμβανόμαστε, αλλά φτάσαμε σε ένα σημείο που νομίζαμε πως αν συνεχίσουμε, θα αρχίσουμε να επαναλαμβανόμαστε»

Έτσι απλά, ο Mark Hollis δικαιολόγησε την εξαφάνιση των Talk Talk. Μπορούμε να υποθέσουμε πως ένιωσε και ο ίδιος ότι επαναλαμβάνεται, γι’ αυτό μετά το πρώτο του άλμπουμ αποσύρθηκε από τη μουσική, σταμάτησε να δίνει συνεντεύξεις, και προσπάθησε σκληρά να μας κάνει να ξεχάσουμε την ύπαρξη του. Είμαι σίγουρος πως μόλις κάποιος μουσικός απόγονος του τον αναφέρει ως επιρροή, ο Hollis θα στραβώνει τη φάτσα με αποδοκιμασία, θα σβήνει τα κεριά του πύργου του των προγόνων του, πηγαίνοντας να αποσυρθεί στο παλιό του κρεββάτι που το στρώμα του τρίζει.

Ο Hollis, εκτός από αντισυμβατικός, θεωρούνταν δύσκολος, εσωστρεφής, μίζερος και εμμονικός. Αλλά κυρίως ιδιοφυΐα.
Ο Hollis, αλλά και ο Timothy Friese-Greene, το ανεπίσημο μέλος της μπάντας και παραγωγός τους, τους έσπρωξαν προς την κατεύθυνση του πειραματισμού και της μουσικής που έγινε ο θεμέλιος λίθος του post rock. Η μπάντα παράλληλα αρνήθηκε να γίνει έρμαιο της εταιρίας της, της EΜΙ. Μιας EΜΙ που μάλιστα τους μήνυσε με την κατηγορία ότι υπήρξαν επίτηδες αντιεμπορικοί.

Όταν οι Talk Talk κέρδισαν στα δικαστήρια την ελευθερία τους από την εταιρεία, εκείνη ως εκδίκηση ξαναέβγαλε στην κυκλοφορία το εύπεπτο και ευκολοχώνευτο “It’s my life”.

Μετά το Spirit of Eden, ο Hollis αρνήθηκε να προμοτάρει με τουρ το άλμπουμ λέγοντας πως ήταν μια έμπνευση της στιγμής και δεν ήταν δυνατόν να αναπαραχθεί ξανά. Το ίδιο συνέβη και με το Laughing Stock αλλά και το προσωπικό του άλμπουμ από το 1998.

Πράγματι, από το The Colour of Spring είχαν εμφανιστεί κάποια σημάδια του μεγαλείου που θα ακολουθούσε. Τα δύο επόμενα άλμπουμ με την υπογραφή των Talk Talk και το μοναχικό άλμπουμ του Hollis είναι στιγμές σπάνιας επιφοίτησης. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που η μούσα σε βρίσκει από μόνη της κατσουφιασμένο και κολλημένο στη λάσπη της μετριότητας, και σε μεταφέρει στα ενδότερά της. Σου ψιθυρίζει γλυκά στο αυτί και σου εμπιστεύεται τις πιο καλές συνταγές της.

«Είμαι κάπου μεταξύ τζάζ, φόλκ και κλασσικής μουσικής. Δεν είμαι τραγουδοποιός. Απλά βλέπω τον εαυτό μου σαν κάποιον που προσπαθεί να κάνει κάθε άλμπουμ μια ξεχωριστή εμπειρία, και όχι μιαν απλή ακολουθία τραγουδιών»

Ο Hollis πίστεψε σε αυτό που έκαναν. Αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις ώστε να αναπαραστήσει ακριβώς το όνειρο που είχε. Και αν δεν ήταν η τελειομανία του, οι Talk Talk δεν θα έφταναν νικητές στο τέλος ενός δρόμου που ήταν προορισμένοι να φτάσουν. Καθόρισε τα δικά του πρέπει και δεν υπέκυψε ηθικά. Και το κυριότερο; Δεν έκανε εκπτώσεις στο όραμα του.

Στην περίπτωση τους ξέρεις ότι αυτό που φτάνει στ'αυτιά σου έχει την 100% έγκριση του καλλιτέχνη και είναι περασμένο από τον ιδρώτα και τον κόπο ατελείωτων ωρών.

Κάθε φορά που ευχόμαστε να είχαν βγάλει περισσότερους δίσκους, πρέπει να μας αρκεί που όταν ακούμε το Spirit Of Eden όλο το δωμάτιο και ο κόσμος τριγύρω σωπαίνουν.

Κάθε φορά που αναρωτιόμαστε πόσα ακόμα θα είχαν να προσφέρουν, ας μας αρκεί που οι ανάσες κόβονται από την διαπεραστική γυάλινη ομορφιά του Mark Hollis.

Και κάθε φορά που αναρωτιόμαστε που διάολο έχει χαθεί ο Hollis, ας μας αρκεί που τα αυτιά τεντώνονται για να ακούσουν όλα τα μικρά διακριτικά δωράκια που είναι διάσπαρτα στο Laughing Stock.

10.2.09

Paper cranes fly

Η Σαντάκο Σασάκι ήταν δυόμισι χρονών εκείνο το καλοκαίρι του 1945. Στην πόλη όπου μεγάλωνε, η ζωή κυλούσε ήρεμα. Μέχρι εκείνη τη μέρα, τις 6 Αυγούστου. Βρισκόταν στο σπίτι με την οικογένειά της το πρωινό που ο "χοντρός" έφτασε από τον ουρανό κι έσκασε περίπου ένα μίλι μακριά τους, εξαφανίζοντας το κέντρο της Χιροσίμα και μερικές δεκάδες χιλιάδες ζωές μέσα σε δευτερόλεπτα.

Η Σαντάκο δεν ήταν μια απ'αυτές. Ούτε η οικογένειά της. Επέζησαν, και συνέχισαν τη ζωή τους όπως μπορούσαν να τη συνεχίσουν μετά από μια τέτοια καταστροφή. Όμως ο "χοντρός" είχε δράσει πολύ πιο βαθιά απ'ό,τι φαντάζονταν τότε, όταν σοκαρισμένοι ακόμα προσπαθούσαν να κάνουν τη ζωή και την πόλη τους να θυμίσει κάπως αυτό που ήταν πριν από εκείνο το πρωί, γνωρίζοντας από πριν πως αυτό ήταν αδύνατο.

Η μικρή πήγε στο δημοτικό σχολείο, δεν έχασε ούτε μια μέρα μαθημάτων από αρρώστια, και της άρεσε πολύ να τραγουδάει και να τρέχει. Μάλιστα, έτρεχε πιο γρήγορα από όλους στην τάξη της. Όταν μεγάλωσε λίγο ακόμα, άρχισε να παίρνει μέρος σε σχολικούς αγώνες. Σε έναν απ'αυτούς, το Φλεβάρη του 1955, λιποθύμησε. Τότε πρόσεξαν όλοι τα "φουσκώματα" στο λαιμό της. Η διάγνωση στο νοσοκομείο ήταν "λευχαιμία".

Στις αρχές του Αυγούστου, η καλύτερή της φίλη την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο. Πήρε ένα τετράγωνο κομμάτι χαρτί και της έμαθε πως να φτιάχνει απ'αυτό χάρτινους γερανούς. Σύμφωνα με μια γιαπωνέζικη παράδοση, αν ένας άρρωστος άνθρωπος φτιάξει χίλιους τέτοιους γερανούς θα γίνει καλά. Η Σαντάκο έπιασε αμέσως δουλειά, χρησιμοποιώντας ό,τι χαρτί έβρισκε, ακόμα και από τις συσκευασίες των φαρμάκων της. Όταν της τέλειωσε, πήγαινε στους άλλους θαλάμους και ζήταγε από τους άλλους αρρώστους να της δώσουν τα περιτυλίγματα των δώρων που τους έφερναν.

Η απασχόλησή της με τους γερανούς απλά την έκανε να ξεχνάει ότι η κατάστασή της χειροτέρευε. Στις 25 Οκτωβρίου, ο "χοντρός" νίκησε. Η Σαντάκο έφυγε, στα δωδεκάμισί της χρόνια. Ο μύθος λέει ότι πρόλαβε να φτιάξει μόνο 644 γερανούς και ότι τους υπόλοιπους μέχρι τους χίλιους τους έφτιαξαν οι συμμαθητές της και τους έθαψαν μαζί της. Αν και στο Μνημείο της Ειρήνης της Χιροσίμα που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης αναφέρεται ότι είχε φτάσει τους χίλιους και συνέχισε να φτιάχνει. Στη βάση του αγάλματος της Σαντάκο που κοσμεί το μνημείο υπάρχει μια πλάκα που γράφει "Αυτή είναι η κραυγή μας. Αυτή είναι η προσευχή μας. Ειρήνη στον κόσμο."

Η ανάγνωση του μύθου και της πλάκας εξαρτάται από το κατά πόσο θέλει κανείς να πιστεύει στα θαύματα.

Τουλάχιστον τα παιδιά μπορούν να πιστεύουν. Για την ιστορία της Σαντάκο, μαζί φυσικά με όσα την περιτριγυρίζουν, έχουν γραφτεί δυο βιβλία. Το Day of the Bomb του Karl Bruckner το 1961 και το Sadako and the Thousand Paper Cranes της Eleanor Coerr το 1977. Κανένα από τα δυο δεν φαίνεται να έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, παρ'όλο που έχουν πουλήσει χιλιάδες αντίτυπα στο εξωτερικό. Το πιο εντυπωσιακό όμως απ'όλα είναι πως υπάρχουν Αμερικανοί δάσκαλοι που δίνουν στους μαθητές τους, συνήθως παιδιά του δημοτικού, να διαβάσουν αυτά τα βιβλία και τα αναλύουν μαζί στην τάξη. Είμαι περίεργη αν έστω και ένας Έλληνας δάσκαλος θα είχε το θάρρος να το κάνει αυτό αν η Ελλάδα είχε μια τέτοια σελίδα στην ιστορία της.

Mono - "A Thousand Paper Cranes" (Walking Cloud And Deep Red Sky, Flag Fluttered And The Sun Shined)

ΥΓ1 - Οι Mono είναι Γιαπωνέζοι.

7.2.09

The crowd wants you bleeding/ The eyes from your head/ Get off your knees/ You'll be fine...

Μάλλον ο Greg Dulli πήρε στα σοβαρά τον χαρακτηρισμό “The Satanic Everly Brothers” που απέδωσαν σε αυτόν και τον Mark Lanegan, από τη στιγμή που άρχισε να καρποφορεί η συνεργασία του δίδυμου. Σε μια βραδιά που ούτως ή άλλως δοκίμασαν πολλά πράγματα που ή δεν είχαμε την τύχη να τους δούμε ποτέ να τα κάνουν, ή η τελευταία φορά που τα εφάρμοσαν χάνεται στον χρόνο, δεν φοβήθηκαν να δώσουν τη δική τους εκδοχή στο “All I Have To Do Is Dream” των προαναφερθέντων αδελφών.

Τα τελευταία χρόνια τους έχω δει ζωντανά τόσες φορές που με έχουν αναγκάσει να αισθάνομαι μια ανεξήγητη οικειότητα απέναντί τους. Οικειότητα η οποία δεν πηγάζει απλώς από την συχνότητα που είχα την τύχη να είμαι θεατής στις συναυλίες τους, αλλά και από την αυθεντικότητα που εκπέμπουν. Δεν έσπασαν ποτέ το κεφάλι τους ώστε να κάνουν κάτι που δεν έχει ξαναγίνει, ή να αλλάξουν τον τρόπο που ακούμε μουσική. Δεν άλλαξαν στυλ με την πάροδο των χρόνων ούτε έκρυψαν την αγάπη τους για τις κατ’αρχήν καθαρές και ευανάγνωστες μελωδίες.

Αυτή η συγκεκριμένη επιλογή ρότας δεν θα πρέπει να παρανοηθεί ως ξεροκεφαλιά ή έλλειψη δημιουργικότητας. Έχουμε την τύχη να είμαστε παρόντες στην καλλιτεχνική υπερδιέγερση που βρίσκονται τα τελευταία 5 χρόνια… Συνεχής ρυθμός κυκλοφοριών, ενώ σημειώστε πως ο Lanegan ετοιμάζει επιτέλους τη συνέχεια του αριστουργηματικού Bubblegum και ο Dulli τη νέα ενδοσκοπική του προσπάθεια στα σκοτεινά ενδότερα με τους Twilight Singers.

Ξέροντας ότι ήταν η τελευταία ευρωπαϊκή τους συναυλία και πως πιθανόν θα κάνω αρκετό καιρό να τους δω ξανά μαζί, προσπάθησα να ρουφήξω κάθε στιγμή της εμφάνισής τους. Από την αργοπορία μου να χωνέψω ότι επιτέλους έβλεπα ζωντανά το “Creeping Coastline Of Lights” (σημ. uptight - που να δεις τη δικιά μου που άκουγα επιτέλους live αυτήν την απίστευτη κομματάρα!) το χάσιμο στην μικρή ονειρεμένη καλύβα της Kimiko, τις σπαρακτικές γραμμές στο "Resurrection Song", μέχρι το νοσταλγικά επώδυνο “River Rise” και το καρτερικά περιγραφικό “One Hundred Days”. Αυτά τα πήρε πάνω του ο Lanegan. Αλλά και ο Dulli είχε μεγάλες στιγμές. Όπως το εναρκτήριο μελαγχολικό “The Body”, τη σφαλιάρα του παρελθόντος από το “Summer’s Kiss” και την αξιομνημόνευτη ερμηνευτική κλιμάκωση του “Candy Cane Crawl”.

Αυτή τη φορά όμως το ευχαριστήθηκα και για έναν παραπάνω λόγο. Επιτέλους άκουσα την φωνή του Lanegan πρωταγωνίστρια, χωρίς να καπελώνεται από τον σατανικό του δίδυμο, σε πλήρη εκφραστική ισχύ. Καθήμενος σε μια καρέκλα, τρίβοντας αμήχανα τα γόνατα του, o Mark έκανε να φαίνονται εξαιρετικά εύκολες γιγάντιες ερμηνείες, αποτέλεσμα της πραγματικά ξεχωριστής φωνής του. Επηρεασμένος από την παρέα με τον σαφώς πιο αυθόρμητο και τσαχπίνη Dulli, έμοιαζε ο ίδιος χαρούμενος και ευδιάθετος (!) δείχνοντας πλέον τελείως έτοιμος να αναλάβει τον ρόλο του ιερού τοτέμ.

 
Clicky Web Analytics