Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mark lanegan. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mark lanegan. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31.8.11

I never said I was right/ I just hoped you thought it anyway

Κάποια άλμπουμ κολλημένα στο limbo μεταξύ των καλύτερων κυκλοφοριών και των αδιάφορων μας κοιτούν με βλέμμα προσμονής. Σε κανέναν από αυτούς τους δίσκους δεν αξίζει να πάει «αδιάβαστος» οπότε θα επιχειρήσουμε να πούμε δύο λόγια για τον καθένα. Δίσκοι σε καμία περίπτωση τέλειοι, που όμως διαθέτουν κάτι ο καθένας όπου μπορείς να σταθείς.

Το 100 Lovers των Devotchka είναι βασισμένο σε αυτό το κλασσικό με έθνικ επιρροές ροκ τους που τόσο γλαφυρά σχεδιάζουν τα τελευταία δέκα χρόνια και έφτασε στο απόγειο της δόξας του με το "Transliterator" που έκλεψε καρδιές στο Little Miss Sunshine. Το αντίστοιχο "Transliterator" στο 100 Lovers είναι το προβλέψιμα ονομασμένο "100 Other Lovers". Η ζεστή μελωδία του καθώς και το χαριτωμένο θέμα του το κάνουν ένα απο τα πιο ευχάριστα κομμάτια που ακούσαμε φέτο. Ο υπόλοιπος δίσκος υπερβάλλει σε σημεία και γι'αυτό δεν μπορεί να ακολουθήσει το γλυκύτατο αυτό κομμάτι. Αφήστε που η ερμηνείες του Nick Urata (διαβάζεται Νικουράτα) θυμίζουν έντονα τον Αντώνη Καλογιάννη το οποίο δεν είναι κακό αρκεί να μη γίνεται συνέχεια. Εδώ μπορείτε να δέιτε και το έξοχο video του "100 Other Lovers".

Ένα άλλο κομμάτι που κατά πάσα βεβαιότητα θα δείτε στις λίστες μας στο τέλος της χρονιάς είναι το "Limitless Arms" των Καρολινέζων Rosebuds. Μέρος ενός υποτονικού δίσκου που δε συναντά καν τις προσδοκίες της, όχι και πολύ απαιτητικής πλέον, ετικέτας του αγνού indie rock. Το προαναφερθέν "Limitless Arms" μας θυμίζει τη βρετανική μελαγχολική rock που τόσο λατρεύουμε και μεταδίδει αβίαστα την ατμόσφαιρά της που σημειωτέον ποτέ δεν πρόκειται να βαρεθούμε. Αυτό το μεταμεσονύκτιο κοκτέηλ εξαίσιων φωνητικών αρμονιών και διακριτικών εγχόρδων είναι ήδη σχεδόν κλασσικό. Αν διαβάζετε το κείμενο μετά τη 1 το βράδυ ακούστε το ξανά και ξανά και ξανά.

Η πρώην μπάντα του Damien Rice, που μετονομάστηκε από Juniper σε Bell X1, ακολούθησε και φέτος τα pop-new wave μονοπάτια και μας προσέφερε το ανθεμικό "Hey Anna Lena" που είναι μια ιδανική αρχή για τον πέμπτο δίσκο τους Bloodless Coup. Δίσκος που πήγε γενικότερα άπατος στον υπόλοιπο κόσμο εκτός φυσικά της Ιρλανδίας απ' όπου κατάγονται και όπου είναι πολύ αγαπητοί.

Ένα συγκρότημα που πραγματικά πηγαίνει άπατο, τόσο που το έχουν πλακώσει οι τάπες που πέταγε στα βαρέλια ο Johnny Walker, είναι οι Guillemots. Μετά την απροσδόκητη επιτυχία του ντεμπούτου τους Through The Windowpane και την απροσδόκητη αποτυχία του δεύτερού τους με τίτλο Red ήρθε, επτά χρόνια μετά, το Walk the River και συνεχίζει το σίγουρο δρόμο της αποτυχίας. Δεν είναι ότι είναι κακό. Είναι ότι δεν είναι αξιομνημόνευτο και διαρκεί αδικαιολόγητα πολλή ώρα. Μέσα απο αυτόν τον χαμό όπου μπερδεύονται στυλ και είδη το ομώνυμο "Walk the River" ξεχωρίζει εύκολα, όχι επειδή πέφτει στους τίτλους αρχής όταν το κεφάλι είναι ακόμα καθαρό, αλλά επειδή είναι μια υπέροχη μελωδία που στέκεται όπου και να την ακουμπήσεις (ραδιόφωνο, συναυλίες, mix cd).

Εντυπωσιακή αλλαγή στο στυλ του J Mascis. Μετα τη φασαρία των Dinosaur Jr που την αποδεχόμαστε άλλοτε με ανοιχτές αγκάλες και άλλοτε με βουλωμένα αυτιά αφιέρωσε όλο του το πάθος σε έναν όμορφο, τελείως ακουστικό δίσκο με υψηλούς καλεσμένους τον Kevin Drew και τον Kurt Vile. Η επαναλαμβανόμενη αλλά τόσο καθαρή και αγνή ακουστική κιθάρα αποτελεί τα θεμέλια για να προσθέσουν οι καλεσμένοι του βιολιά, κλαρινέτα, πιάνο και ότι άλλο προαιρούνται. Το ασύγκριτο ομώνυμο κομμάτι είναι σίγουρα μια απο τις ομορφότερες στιγμές της χρονιάς.

Η Δανέζα -κάπως σιτεμένη- γοργόνα Maggie Bjorklund επιστράτευσε όλες τις φιλίες της από τη σύγχρονη σκηνή του Seattle καθώς και το τοτέμ (αυτής) Mark Lanegan. Μαζί με την πιο νότια παρέα της, τους Calexico, έφτιαξε έναν δίσκο που άνετα θα μπορούσε να είχε κάνει και μόνος του ο Joey Burns. Αυτές οι καταραμένες οι slide κιθάρες είναι παντού και συνέχεια αλλά ευτυχώς η φωνή της σειρήνας Maggie κάνει τη διαφορά. Πέρα από τις σταθερά καλές συνεργασίες με τον Lanegan, ειδικότερα στο "Coming Home", η πιο ιδιαίτερη και μυστηριώδης στιγμή του δίσκου είναι το "Vildspor" σε ντουέτο με τον Jon Auer των Posies και την αδέξια αλλά τρυφερή φωνή του σε κάτι που θυμίζει Deus και θα μπορούσε να βρίσκεται στη νέα δισκογραφική δουλειά των Calexico.

Φυσικά είναι απολύτως απαραίτητο να δείτε τις live εκτελέσεις των κομματιών απο τα στούντιο Crackle & Pop και ειδικότερα την μεθυστική εκτέλεση του "Coming Home" με τον Lanegan κλασσικά να δεσπόζει και να δίνει βαρύτητα στην αλαφροΐσκιωτη Maggie. Επίσης μια καλή ευκαιρία να ξαναδούμε τον πολυτάλαντο multinstrumentalist των Screaming Trees Barrett Martin στην ίδια σκηνή με τον Mark.

Ένα μίνι άλμπουμ-μίνι σοκολάτα, γλυκό και λαχταριστό έβγαλε η Jesca Hoop από τη βόρεια Καλιφόρνια που κάποτε κράταγε τα παιδιά του Tom Waits. Για οποιονδήποτε ακόμα και αυτή η επαφή θα ήταν όνειρο πόσο μάλλον για καποιον καλλιτέχνη για τον οποίο μάλιστα ο ίδιος ο Tom Waits στάζει μέλι (μέλι που δεν έχει στάξει ποτέ και για κανέναν καλλιτέχνη που εμφανίστηκε τα τελευταία 30 χρόνια). Το Snowglobe είναι ένα έξοχο άλμπουμ 6 τραγουδιών που η ίδια το αποκαλεί mini και οι υπόλοιποι EP. Τη βρίσκει πλέον στο Μάντσεστερ όπου την οδήγησε ο έρωτας (παντρεύτηκε με έναν από τους Elbow) και εμπνευσμένη σαφέστατα από την μελαγχολία της πόλης και τον φιλαράκο της Guy Garvey (με τον οποίο παλιότερα τραγούδησαν το μαγικό "Μurder of Birds") μας παρέδωσε ένα αξιοζήλευτο EP με σαγηνευτική ατμόσφαιρα και μαστόρικες συνθέσεις.

Ολόδικό της το τελευταίο youtube.

18.1.10

2009: Μουσικά κονσέρτα, part 2

Μετράμε ήδη 18 μέρες μέσα στο 2010 και στη νέα δεκαετία και είναι μάλλον ώρα να σκουπίσουμε από το τραπέζι του μυαλού μας και τα τελευταία ψίχουλα από το ξεκοκαλισμένο πια 2009. Μου πήρε λίγο παραπάνω - μερικές αγαπημένες συναυλίες (5 + 2), διάφοροι δίσκοι που δεν πρόλαβα ν'ακούσω και ακούω τώρα (όπως ο όμορφος δίσκος των Swell Season), μια εκπομπή με τον φίλο Τάσο Πάλλα όπου παίξαμε μερικά από τα αγαπημένα μας... Ήδη το 2010 έχει μπει φουριόζο, και δεν έχουμε καν προλάβει να μιλήσουμε για την τόσο σημαντική και γεμάτη δεκαετία που αφήσαμε πίσω μας. Ας αποχαιρετήσουμε όμως πρώτα το '09!

- Calvin Harris @ Πλατεία Ασωμάτων, Θησείο, 2 Σεπτεμβρίου 2009
Ήταν ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ όταν είχαμε ροβολήσει μαζί μ'έναν φίλο στο Θησείο για να δούμε τον happening Σκωτσέζο μουσικό που ευθυνόταν για ένα από τα πιο cheesy αλλά και αγαπημένα χορευτικά κολλήματα εμού και του φίλου - μιλάμε φυσικά για το μικρό ύμνο που λέγεται "Acceptable in the '80s". Δεν περιμέναμε και πολλά από ένα τσάμπα event που διοργάνωνε το MAD σε έναν πεζόδρομο, αλλά αν μη τι άλλο να δούμε ένα σύγχρονο όνομα και να κουνηθούμε. Ο Calvin από την πλευρά του ήταν μια χαρά επαγγελματίας - ήρθε με μια μικρή μπάντα, έπαιξε κομμάτια τόσο από το I Created Disco όσο και από το Ready For The Weekend και προσπάθησε να παρασύρει το κοινό. Το οποίο κοινό από τη μεριά του έμοιαζε να έχει έρθει πιο πολύ από περιέργεια κι επειδή ήταν τσαμπέ, και δεν έδειξε την παραμικρή διάθεση να προσπαθήσει έστω να μπει σε ένα στοιχειώδες κλίμα συναυλίας, προτιμώντας να παίζει με τα δωρεάν καπελάκια του χορηγού και να κάνει χαβαλέ και κάποτε κάποτε να κοιτάζει αποχαυνωμένα τη σκηνή. Φυσικά αυτό το ξενερωμένο κλίμα μεταφέρθηκε κάποια στιγμή κι εκεί πάνω, όπου ο κος Harris είδε κι απόειδε και κατάλαβε ότι το μόνο που ήθελαν οι περισσότεροι ήταν να παίξει το "Ready for the Weekend". Κάτι που έκανε στο τέλος, οπότε το κοινό ψιλοκουνήθηκε, ο Calvin με την παρέα του αποχώρησαν έχοντας κάνει το καθήκον τους και το διαλύσαμε για να πάμε για ποτό. Εμείς πάντως περάσαμε καλά, αλλά τον Calvin δεν τον βλέπω να ξανάρχεται σύντομα.

- A Place To Bury Strangers @ Rodeo Club, 8 Δεκεμβρίου 2009
Λίγο παραπάνω από ένας μήνας πάει από το βράδυ που ο ηχητικός πολιορκητικός κριός των Νεοϋορκέζων κούρσεψε τ'αυτιά μας, με σύμμαχο το χαμηλοτάβανο club. Είναι εκπληκτικό να νιώθεις ταυτόχρονα τα τύμπανά σου να γίνονται σουρωτήρι αλλά και μια απόλαυση προερχόμενη από το ηχητικό κομπρεσέρ που προκαλεί το εν λόγω σμπαράλιασμα. Είναι τέτοια η δουλειά που έχουν ρίξει για να πετύχουν να λειτουργεί έτσι όπως το θέλουν αυτό το κομπρεσέρ που κάθε στροφή, κάθε καινούρια μελωδία που ανακαλύπτουν τ'αυτιά σου μόλις συνηθίσουν την επίθεση σε αφήνει βαθιά εντυπωσιασμένο. Θα ήταν μια ακόμα καλύτερη εμπειρία αν είχα μπορέσει να δω πώς τρία μόνο άτομα δημιουργούσαν αυτόν τον οργιαστικό θόρυβο, πώς ο frontman Oliver βασάνιζε την κιθάρα του για να την κάνει να ουρλιάζει μ'αυτόν τον τρόπο, αλλά έστω κι έτσι ήταν αρκούντως επιβλητική. Τ'αυτιά μου σίγουρα τη θυμούνται ακόμα.

- Synch festival (Florence & The Machine, Tortoise, Ebony Bones, Friendly Fires, Evripidis And His Tragedies) @ Τεχνόπολις, 12 Ιουνίου 2009
Φεστιβάλ στην Ελλάδα. Μια πονεμένη ιστορία. Ακόμα κι όταν το Rockwave ήταν στις δόξες του (όχι να το παινευτώ αλλά το μακράν καλύτερο έγινε εδώ από κάτω, και όπου «εδώ» βάλτε Καλλίπολη προς Πειραϊκή), τη λειτουργία και την ατμόσφαιρα του φεστιβάλ όπως την εννοούν έξω δεν την πιάναμε ακριβώς. Δηλαδή αυτήν την χαλαρή φάση όπου μπορεί κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε διάφορα πράγματα που συμβαίνουν ταυτόχρονα - δυο ή τρεις σκηνές που η μία δεν πλακώνει ηχητικά την άλλη, happenings, ψώνια και φαγητό από πολλές διαφορετικές προελεύσεις, άπλα, ξάπλα. Σιγά σιγά όμως, καθώς όλο και περισσότερος κόσμος κανόνιζε ταξίδια έξω μόνο και μόνο για να βρεθεί σε ένα από αυτά τα τεράστια φεστιβάλ (ένας φίλος κοντεύει να βγάλει διαρκείας για το Primavera), άρχισαν κι εδώ οι πρώτες δειλές προσπάθειες για κάτι πιο σύγχρονο κι εναρμονισμένο.

Το Synch ξεκίνησε κάπως έτσι κι έχει εξελιχθεί στο αδιαμφισβήτητο πλέον #1 της χώρας. Πέρσι χάσαμε το πραγματικά εξαιρετικό line-up του για πολύ καλό σκοπό, και παραλίγο και φέτος να μην τα καταφέρουμε για άλλους λόγους. Τελικά όμως μπορέσαμε να πάμε, έστω και μόνο για μια μέρα. Ως τώρα δεν είχαμε ποτέ την πολυτέλεια να πάμε σε φεστιβάλ έξω, οπότε αυτό ήταν ό,τι κοντινότερο μπορούσαμε να έχουμε - το νιώσαμε καθώς μετακινούμασταν βιαστικά από τους Tortoise στους Friendly Fires και πίσω (καλοί και χορευτικοί όπως και στο δίσκο φαινόντουσαν οι νεανίες, αλλά οι παλιοί ήταν αλλιώς και μ'έκαναν ν'αναρωτηθώ άμεσα για ποιο ακριβώς λόγο δεν είχα εντρυφήσει περισσότερο στη δισκογραφία τους, πάρα πολύ κακώς!), καθώς φεύγαμε γρήγορα από την πολύχρωμη Ebony Bones για να πιάσουμε καλή θέση για τη Florence ή καθώς χαζεύαμε πίνοντας μπυρίτσες κι ακούγοντας από μακριά τους Fujiya & Miyagi την ώρα που οι roadies των Tortoise ετοίμαζαν τη σκηνή. Σίγουρα έχει πολλά βήματα ακόμα να περπατήσει αλλά είναι στον πιο υγιή δρόμο που έχουμε δει να βαδίζει ελληνικό φεστιβάλ, και θα φροντίσουμε φέτος να είμαστε εκεί χωρίς εμπόδια.

- Mark Lanegan & Greg Dulli @ Gagarin, 4 Φεβρουαρίου 2009
Εχω μια έξτρα αδυναμία στις ακουστικές συναυλίες. Πιστεύω ότι όταν οι καλλιτέχνες παίζουν τα τραγούδια έτσι σκέτα και αφτιασίδωτα μπορείς να δεις μέσα στην καρδιά τους (των τραγουδιών, έτσι), να δεις από τι είναι φτιαγμένα. Σα να μπορείς να πας πολύ κοντά και ν'ακουμπήσεις ένα πίνακα ζωγραφικής: μπορείς να δεις το ανάγλυφο, να ψηλαφήσεις την πινελιά, να μυρίσεις το χρώμα και να το δεις στην πιο ζωντανή εκδοχή του, σχεδόν να βρεθείς δίπλα στο δημιουργό καθώς έφτιαχνε το έργο του. Αντίστοιχα συμβαίνει και με τα τραγούδια - αν υπάρχει βάθος και εσωτερική ένταση, αν οι συνθέσεις είναι πραγματικά καλές και οι ερμηνευτές πραγματικά σπουδαίοι, εκεί φαίνεται. Αν δεν είναι, εκεί με τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί.

Όταν μιλάμε φυσικά για δυο μουσικούς όπως ο Dulli και ο Lanegan, συνοδευόμενους από τον εξαιρετικό Dave Rossen, εμπίμπτουν όλα στην πρώτη περίπτωση και σε μια τέτοια ακουστική βραδιά γίνεσαι κοινωνός μιας εμπειρίας που ο ηλεκτρισμός δεν μπορεί να υποκαταστήσει. Μην έχοντας μελετήσει ενδελεχώς τη σόλο δισκογραφία τους όπως έχει κάνει ο Nick, δεν είχα κανένα ιδιαίτερο request να κάνω - απλά και μόνο το να τους δω σε τέτοιες, πιο βαθιές και πιο χαμηλόφωνες στιγμές μου έφτανε. Μόνο ένα κομμάτι υπήρχε που θα μπορούσε να με στείλει, ένα κομμάτι που με τίποτα δεν περίμενα ότι θα έπαιζαν. Ούτε καν το είχα στο μυαλό μου. Και ίσως ακριβώς επειδή δεν το περίμενα, το έπαιξαν. Το "Creeping Coastline of Lights", η εκπληκτική διασκευή του Lanegan στη γκαραζιά των Leaving Trains που κατέληξε να είναι ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια της τελευταίας εικοσαετίας, με άφησε να ψάχνω το σαγόνι μου στο πάτωμα, και έστεψε την υπέροχη δεύτερη συνάντησή μου με τους δίδυμους άρχοντες της λάσπης με μια κορυφαία, μέγιστη στιγμή. Άντε και φέτος μάγκες.

- Tindersticks @ Θέατρο Badminton, 21 Φεβρουαρίου 2009
Αυτό που θυμάμαι περισσότερο ως αντιδράσεις μετά τη συναυλία των αγαπημένων τέκνων του Nottingham στο θέατρο Badminton ήταν μια γκρίνια και μια μίρλα για το πόσο ακατάλληλος ήταν ο χώρος και πόσο χάλια ήταν που δεν μπορούσε κανείς να πιει ή να κάνει τσιγάρο. Εντάξει, θα δεχτώ ότι ένα μεγάλο αμφιθέατρο είναι γενικά λίγο ψυχρό, αλλά ό,τι του λείπει σε «θέρμη» και χαρακτήρα το ανταποδίδει σε εκπληκτική ακουστική. Και μιλάμε για μια από τις πλέον ιδανικές για θεατρικό χώρο μπάντες που υπάρχουν, η οποία μας επισκέφτηκε πολλά χρόνια μετά την τελευταία φορά, και μια ολόκληρη δεκαετία μετά από την τελευταία φορά που εγώ τους είδα.

Απλά δεν είχαμε καμία διάθεση για γκρίνια. Ούτε η «ψύχρα», ούτε η απουσία της καθιερωμένης μπυρίτσας, ούτε καν το ενοχλητικό πήγαιν'έλα του κόσμου και του προσωπικού μπροστά μας δεν αφαίρεσε τίποτα από τη μαγεία που μπόρεσαν να μας προσφέρουν οι εκείνο το βράδυ οι 'sticks. Η φωνή του Stuart, αυτή η ζεστή ανάσα στο λαιμό και στ'αυτί, μετέτρεπε κάθε ψυχρή επιφάνεια σε σκούρο βελούδο που την απορροφούσε και μας την ξανάδινε πίσω με τη θέρμη της πολλαπλασιασμένη. Τα τραγούδια του εξαιρετικού πρόπερσινου The Hungry Saw συνυπήρξαν με κομμάτια που ξανανοίξαν παλιές πληγές μέσα μας, απείραχτες εδώ και δέκα, δεκαπέντε χρόνια. Ναι, οι Tindersticks όντως ταιριάζουν με ένα ποτάκι σε ένα άδειο μπαρ, αλλά αν έπαυε κανείς να προσέχει γύρω του εκείνο το βράδυ, το θέατρο μίκραινε γύρω του και γινόταν το δικό του μπαρ, κι ας μην είχε ποτό και τσιγάρο. Η μπάντα μπορούσε να το κάνει και αυτό.


- Mark Gardener & Paula Frazer @ Rodeo Club, 2 Νοεμβρίου 2009
Ναι, έχω πράγματι αδυναμία στις ακουστικές συναυλίες, όμως η συγκεκριμένη βραδιά ήταν από μόνη της ένα στοίχημα. Θα μπορούσαν δύο σόλο καλλιτέχνες να στηρίξουν μια σχεδόν τρίωρη συναυλία, μια με μιάμιση ώρα ο καθένας εντελώς μόνος του, οπλισμένοι μονάχα με μια ακουστική κιθάρα έκαστος; Κι αν για την Paula η φύση των τραγουδιών της και το πλεονέκτημα που της έδινε ως δεύτερο, και μακράν σημαντικότερο, όργανο η εξωπραγματική φωνή της έφτανε, ο Mark φοβόμασταν ότι θα τα έβρισκε αρκετά πιο σκούρα. Ένας από τους βασικούς λόγους που τα κομμάτια των Ride λατρεύτηκαν από τόσο κόσμο ήταν η γλυκιά ζάλη που έφερνε ο κιθαριστικός τους ανεμοστρόβιλος, κι αυτός θα έλαμπε διά της απουσίας του στο υπόγειο του Rodeo. Έμενε να διαπιστώσουμε αν οι αγαπημένες μελωδίες και οι γεμάτοι εφηβική αθωότητα στίχοι θα αρκούσαν για να υποκαταστήσουν τον ηχητικό όγκο που θα έλειπε.

Για την Paula πέσαμε μέσα εμφατικά. Γεμάτη αυτοπεποίθηση, βγήκε στη σκηνή με την κιθάρα της και, αγνοώντας το 70% του κόσμου που είχε επιλέξει να λύσει στη διάρκεια της εμφάνισής της το Κυπριακό, έπαιξε κομμάτια τόσο των Tarnation όσο και απ΄τις προσωπικές της δουλειές. Η εξαιρετική κιθαριστική της δουλειά απλά υπογράμμιζε την ομορφότερη γυναικεία φωνή που έχω ακούσει ποτέ ζωντανά - έκλεινες τα μάτια και το υπογειάκι γέμιζε χρώματα και κελαρυστά ρυάκια, νερά και ήλιο και γαλάζιο ουρανό.

Για τον Mark Gardener, από την άλλη, πέσαμε έξω. Όχι, δεν κατάφερε από μόνος του να αναπαράγει το κιθαριστικό τείχος που χαρακτήριζε κομμάτια σαν το "Dreams Burn Down" ή το "Drive Blind". Όμως η παρουσία του και μόνο, οι ανοιχτόκαρδοι, εντελώς down to earth τρόποι του, η οικειότητα που έβγαζε το στήσιμό του, το ότι έκανε χωρίς την παραμικρή δόση αμηχανίας ή κόμπλεξ τη βουτιά στο παρελθόν για την οποία όλοι είχαμε βρεθεί στο μικρό club της Χέυδεν, το πώς έγινε μια παρέα μαζί μας και τραγουδήσαμε μαζί όλα εκείνα τα κομμάτια που σημάδεψαν τις αρχές της αγαπημένης μας δεκαετίας, έφτασαν και περίσσεψαν. Κλείνοντας τα μάτια και τραγουδώντας το "Like A Daydream" μπορούσες εύκολα να συμπληρώσεις στο μυαλό σου τις κιθάρες που έλειπαν, σαν σε άσκηση με λέξεις. Το ίδιο και με τα επικά έγχορδα του "Vapour Trail". Για όλα υπήρχε λύση, καθώς η διάθεση όχι απλά υπήρχε αλλά ξεχείλιζε, και η βασική συμβολή του Mark στο να είναι η βραδιά όχι απλά επιτυχημένη αλλά μια από εκείνες που διηγείσαι μετά από χρόνια ήταν το ότι έβγαλε απ'όλους όσους βρεθήκαμε εκεί και την τελευταία σταγόνα από δαύτη.

Δεν ξέρω βέβαια, ίσως και να είμαι προκατειλημμένη. Όταν άρχισε να μιλάει για κάποιο email που έλαβε στο site του στο οποίο κάποιος τον παρακαλούσε να παίξει το "Unfamiliar" πρέπει να άλλαξα γύρω στα 800 χρώματα, και την επόμενη στιγμή, ένα μέτρο μακριά μου, άκουγα ένα από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια ever, στη μοναδική ίσως ευκαιρία που θα είχα ποτέ να το ακούσω ζωντανά, αναστημένο απ'τη λήθη, από τον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να το κάνει. Και το έκανε για χάρη μου. Ίσως να φταίει αυτή η στιγμή, μία από τις πιο όμορφες της ζωής μου, αλλά τη βραδιά της 2ας Νοεμβρίου δε νομίζω να την ξεχάσω ποτέ.

- Radiohead & Moderat, Výstaviště, Πράγα, 23 Αυγούστου 2009
Όλες οι περιγραφές για τους εκπροσώπους του ζωδίου της Παρθένου συμφωνούν σ'ένα πράγμα: σκεφτόμαστε πολύ, για τα πάντα. Και πρέπει να πω ότι εμπίπτω κι εγώ στο στερεότυπο. Έχω την τάση να σκέφτομαι πολύ, όλη την ώρα. Ακόμα κι όταν είμαι κάπου για να διασκεδάσω, μια φωνούλα στο μυαλό μου αρχίζει πάντα να σημειώνει σ'ένα φανταστικό μπλοκάκι διάφορες παρατηρήσεις. Το γράψιμο στο blog έστειλε αυτό το πράγμα στη στρατόσφαιρα - πρέπει να προσπερνάω κάθε φορά το σκόπελο της κριτικής σκέψης πριν αρχίσω να αφήνομαι σε αυτό που ακούω ή βλέπω. Κάθε συναυλία ξεκινάει κάπως έτσι, και αν είναι πραγματικά καλή κάποια στιγμή θα με παρασύρει, αν όχι θα μείνω να κάνω νοητικές σημειώσεις ως το τέλος.

Στην Πράγα έφαγα μ'αυτό τα έξι-εφτά πρώτα τραγούδια. Ίσως επειδή είχε μεσολαβήσει μόλις ένας χρόνος από την προηγούμενη φορά που είδα τους Radiohead, και καμία (σχεδόν) νέα τους κυκλοφορία ενδιάμεσα, πράγμα που σήμαινε ότι η αρχή του setlist και της συναυλίας έμοιαζε πολύ με αυτή της Nîmes... μέχρι που το "Morning Bell" σήμανε την αρχή του τέλους της σκέψης. «Ωπ, εδώ είμαστε» ήταν οι τελευταίες κουβέντες που άκουσα από τη φωνούλα με το άκουσμα της εισαγωγής ενός απ'τα καλύτερα live κομμάτια της λατρεμένης μου μπάντας. Για την επόμενη μιάμιση ώρα, η φωνούλα είχε αράξει στο βάθος, πετώντας μόνο κάτι σκόρπια, ικανοποιημένα σχόλια. Μέχρι που φτάσαμε σε εκείνο το μαγικό σημείο.

Τελείωνε το πρώτο encore, και η έξαψη μετά το πέρασμα του οδοστρωτήρα που ονομάζεται "The National Anthem" δεν είχε σβήσει ακόμα. Όμως τα περιθώρια στένευαν - είχαμε ακόμα λογικά ένα πέμπτο κομμάτι πριν ξαναμπούν μέσα και άλλα δυο ή τρία, αν ήμασταν καλά παιδιά, μετά. Η πίκρα της διαπίστωσης ότι οδεύαμε προς το τέλος ανακατευόταν με τη γλυκιά αγωνία για το επόμενο κομμάτι - απ'τη μια δε μ'ένοιαζε όποιο και να ήταν, αλλά απ΄την άλλη η ιδέα ότι θα περνούσε μια ακόμα συνάντηση με τους Οξφορδέζους χωρίς ν'ακούσω το "How to Disappear Completely" με τρέλαινε. Σκέψεις δεν υπήρχαν πλέον πουθενά στον ορίζοντα, μόνο όλα αυτά τα συναισθήματα μπουρδουκλωμένα, όταν ξεκίνησε το γνωστό drone... Στην αρχή νόμιζα πως ήταν κάτι άλλο, αλλά ο Nick Z.  δίπλα μου με σκούντηξε και μου'πε κάτι στο στυλ του «τα κατάφερες!». Τον κοίταξα απορημένη και κάπου εκεί ο Thom άρχισε να παίζει την ακουστική και διάφορα επιφωνήματα υποδέχτηκαν το κομμάτι με ενθουσιασμό. Λίγο καθυστερημένα, το δικό μου μου ενώθηκε μαζί τους - επιτέλους!!!

Χάθηκα για τα επόμενα πέντε λεπτά μέσα στο λαβύρινθο του κομματιού, χωρίς να βλέπω τίποτα στη σκηνή (μετά από κάτι απελπισμένες αρχικές προσπάθειες να δω κάτω απ'τη μασχάλη του δίμετρου μπροστινού μου, τα παράτησα). Ίσως καλύτερα, καθώς η απουσία οπτικού ερεθίσματος μ'έκανε να επικεντρωθώ αποκλειστικά στον υπνωτικό ήχο που μας τύλιγε. Η μπάντα χαιρέτησε κι έφυγε, ο κόσμος φώναζε για το επόμενο encore αν και όλοι ξέραμε ότι θα ξανάρθουν... Εγώ δε φώναζα. Το'χα για δεδομένο ότι θα γίνει οπότε είχα την πολυτέλεια να αφήσω το μυαλό μου στη θέση που ήταν, με την ηχώ από το ονειρικό πεντάλεπτο που προηγήθηκε να το κυκλώνει ακόμα. Η μπάντα ξαναβγήκε, πήραν τις θέσεις τους... Ο δίμετρος ήταν ακόμα μπροστά μου οπότε δε μπήκα καν στον κόπο να βγω από το όνειρο για να δω τι γινόταν... Και ξαφνικά, τρεις κιθάρες επιτέθηκαν στ'αυτιά μας και το ριφ του "The Bends" έσκασε σαν τεράστιο κύμα. Ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια ever και το απόλυτο #1 της RH live wishlist μου ως τότε, του οποίου τις πιθανότητες να παιχτεί κάποτε μπροστά μου είχα πλέον ψιλοξεγράψει.

Την κραυγή που πάτησα δεν μπορώ να την περιγράψω. Βγήκε από μέσα μου ένα κύμα αγνής, καθαρής χαράς - όχι απλά σκέψεις δεν είχα εκείνη τη στιγμή στο κεφάλι μου, ούτε καν συνείδηση του τι γινόταν τριγύρω. Μόνο το προηγούμενο κομμάτι και αυτό που μόλις ξεκινούσε. Δεν ξέρω τι έκανε η μπάντα εκεί πάνω, δεν έβλεπα, το μόνο που μ'ένοιαζε ήταν να τραγουδήσω δυνατά τους χαραγμένους στο DNA μου πλέον στίχους και να παρασυρθώ από το τρελό solo του Jonny στο τέλος ουρλιάζοντας "I wanna be a part of the human race/ Race/ Race/ Race", σα να ήταν το τελευταίο πράγμα που θα είχα την ευκαιρία να κάνω στη ζωή μου. Δεν ήταν, αλλά μπορώ τώρα να το ξαναφέρω στο μυαλό μου αυτούσιο και επίσης μπορώ να πω ότι ω, ναι - ήταν μια καλή συναυλία. Ραντεβού ξανά... φέτος;

17.1.10

2009: Μουσικά κονσέρτα, part 1

- Patrick Duff @ Tiki Club, 18 Οκτωβρίου 2009 
Οι συνθέσεις του Duff μπορεί να μην ήταν πρωτότυπες, ήταν όμως πολύ ευχάριστες. Το ζεστότερο χειροκρότημα του κόσμου όσο πέρναγε η ώρα του άξιζε εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη.Μας άφησε μια ευχάριστη αίσθηση πόσο μάλλον σε μια βραδιά που είχαμε μπει χωρίς απαιτήσεις.

- Do Make Say Think & Happiness Project & Years @ Rodeo Club, 25 Οκτωβρίου 2009
Να μια φορά που πήγαμε κάπου απρογραμμάτιστα. Ας είναι καλά η μεγάλη μας νίκη σε διαγωνισμό που χάριζε εισιτήρια. Εξάλλου αυτοί οι Καναδοί δεν άνηκαν στις περιπτώσεις που λες καμιά φορά «ούτε τσάμπα δεν πήγαινα» Στην αρχή μας εξέπληξε ευχάριστα η ιδέα του μυστακοφόρου Charles Spearin με το The Happiness Project του που δουλεύει ακόμα καλύτερα live αφού οι jazz πινελιές γίνονται ακόμα πιο διαπεραστικές. Στη συνέχεια χάσαμε λίγο τον ρυθμό μας με το κάπως βαρετό όχημα των Years που το καβαλούσε ο κατά τα άλλα πολύ ικανός κιθαρίστας Ohad Benchetrit.

Και μετά ξαναέσμιξαν όλα τα αηδόνια στην σκηνή. Η ντροπαλή ασιάτισσα που έπαιζε το σαξόφωνο, ο σιωπηλός τρομπετίστας, ο μυστηριώδης και δυναμικός Ohad, οι ντράμερ που κοπανούσαν ο ένας με χειρουργική ακρίβεια και ο άλλος με μανιώδη ξεσπάσματα, η γλυκύτατη Julie Penner που έπαιζε το βιολί της με χίλιους και έναν τρόπους, ο μικροσκοπικός αλλά νευρικός Justin Small που στο μυαλό μου τουλάχιστον ήταν ο frontman (επειδή μίλαγε περισσότερο) και φυσικά ο Charles Spearin που έβγαζε συνεχώς μνημειώδεις μπασογραμμές από το μανίκι του.


- Mark Lanegan & Greg Dulli @ Gagarin, 4 Φεβρουαρίου 2009 
Συνειδητοποιώντας ότι έχει περάσει ένας χρόνος από το σχεδόν ετήσιο προσκύνημά μου στις αυτού μεγαλειότητες Lanegan και Dulli θα προσπαθήσω να επαναφέρω στο μυαλό εκείνη τη νύχτα. Αυτό που θυμάμαι ήταν ότι καθόμασταν όλοι. 
Κοιτώντας την ανταπόκριση που κάναμε μετά την συναυλία ξαναθυμάμαι την καλή και χαλαρή διάθεση που είχε ο Lanegan, πράγμα ασυνήθιστο γι’ αυτόν, την σφιχτή και κάπως γκρινιάρικη διάθεση του Dulli, επίσης ασυνήθιστο γι’ αυτόν, και το γεγονός ότι παίχτηκαν κάποια τραγούδια από τους δυο τους σε ακουστικές εκτελέσεις που δεν περίμενα ποτέ ν’ ακούσω έχοντας μόνο ονειρευτεί ότι θα τα δω live. Τα σοκ ήταν απανωτά. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι επιτέλους θα έβλεπα ζωντανά το "Kimiko’s Dream House", το "Resurrection Song", το "River Rise" και το "One Hundred Days". Και μάλιστα σε μνημειώδεις ερμηνείες από τον «μεγάλο». Αλλά και από την πλευρά του Dulli ακούσαμε κάποια πράγματα που δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θα τον βλέπαμε να τα τραγουδά. Όπως το "Summer’s Kiss" και το "Candy Cane Crawl" από τις μέρες του ως Twilight Singer. Οι οποίες όπως ακούμε επανέρχονται σύντομα.

- Tindersticks @ Θέατρο Badminton, 21 Φεβρουαρίου 2009
Οι Tindersticks στο Badmindon λοιπόν. Το Badmindon που είναι ο καλύτερος ελληνικός χώρος για να δεις μια μπάντα που παίζει με τις λεπτομέρειες και θέλει την αμέριστη προσοχή και την απαραίτητη ησυχία για να ξεδιπλωθεί. Ένας χώρος με εκπληκτική ακουστική και ατμόσφαιρα.

Οι Tindersticks αξίζανε πολλά εκείνη τη βραδιά. Η φωνή του Stuart ήταν σε εντυπωσιακή και πλήρη φόρμα. Οι μουσικοί πολλοί στη σκηνή αλλά απολύτως απαραίτητοι για την κινηματογραφική και πλούσια μουσική ατμόσφαιρα της μπάντας. Όλο το The Hungry Saw παίχτηκε άψογα και ακόμα παραπάνω, ενώ εμφανίστηκαν προς τέρψιν των παλαιότερων θαυμαστών τους το μαγευτικά μυστηριώδες "My Sister", το noir ερωτικό έγκλημα του "Jism" και το γουέστερν του "Her". Βάλτε στα συν και το χορταστικό της συναυλίας που κράτησε ακριβώς όση ώρα έπρεπε κι έχεις μια μπάντα που αξίζει εισιτήριο διαρκείας στα live της. 


-My Brightest Diamond @ Rodeo Club, 11 Δεκεμβρίου 2009
Μετά από γιγαντιαία καθυστέρηση και αφού ανεχθήκαμε πολλά, βγήκε επιτέλους στη σκηνή η κυρία Shara με το σχήμα της My Brightest Diamond. Και τότε ξαφνικά η βραδιά έγινε τέλεια. Πιο μαγική, πιο παραμυθένια, πιο γοητευτική, πιο μυστηριώδης, πιο μεγαλοπρεπής. Η Shara Worden είναι μια μικροκαμωμένη νεραϊδούλα από το Michigan. Χάριν σε μια ταλαιπωρία που υπέστη στο αεροδρόμιο αναγκάστηκε να μας έρθει με λιγότερα όργανα απ’ ότι είχε υπολογίσει με αποτέλεσμα να έχει πολύ κούρδισμα η συναυλία. Όλα αυτά όμως τα έκανε να φαίνονται τόσο ασήμαντα με το μπρίο της, την φαντασία της, και τις πάντοτε εύστοχες και έξυπνες ατάκες της. Η απίστευτη φωνή της επισκίασε πάρα πολλές live φωνές που θεωρούσα κορυφαίες μέχρι τότε στο μυαλό μου, το απόλυτο δέσιμο με τον μπασίστα της και τον ντράμερ της (οι οποίοι παρεμπιπτόντως έμοιαζαν με μοντέλα), το συγκλονιστικό "From The Top Of The World", το απελευθερωτικό "Ice And Storm", όλες οι φορές που μας άφησε να συμμετάσχουμε και το καταχαρήκαμε όπως στο "Gentlest Gentleman" και το "Apples", οι απόλυτα ταιριαστές διασκευές της στον Prince και τη Nina Simone και φυσικά η απόλαυση να την βλέπεις να χοροπηδάει σαν βατράχι σε νούφαρα στο "Freak Out". Αυτή ήταν η βραδιά της 11ης Δεκεμβρίου που έμεινε στη συναυλιακή μας ιστορία.

- Synch festival (Florence & The Machine, Tortoise, Ebony Bones, Friendly Fires, Evripidis And His Tragedies) @ Τεχνόπολις, 12 Ιουνίου 2009
Γράφουμε μόνο τα ονόματα που είδαμε αφού εκείνη την ημέρα έγιναν ακόμα κάποια DJ set, έπαιξαν οι Fujiya & Miyagi ενώ ήταν να παίξει και ο κύριος Oizo αλλά ακυρώθηκε. Όπως και να’χει ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία. 

Μετά από μια γιγάντια ουρά καταφέραμε να μπούμε μέσα όπου και προλάβαμε την «τρελή» και ασυγκράτητη ενέργεια της Ebony Bones. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι της που έκανε εντύπωση, ήταν περισσότερο η όλη εμφάνισή της και το όλο στυλ της. Κάτι σαν πιο multicultural Peaches.

Στη συνέχεια είχαμε τη χαρά να δούμε από κοντά την Florence με τη μηχανή της. Και δεν απογοήτευσε. Μεγάλη φωνή, με πολλά κόλπα στη σκηνή, υπερβολικά σέξι με χρυσό κοντό σορτσάκι και τις γόβες και γενικά δημιούργησε μια πολύ ευχάριστη και διασκεδαστική ατμόσφαιρα. Έκανε και stage diving! Συγκίνησε με την υπέροχη διασκευή της στο "You've Got The Love". Τι άλλο να ζητήσει κανείς; 
Από εκεί κι έπειτα οι Tortoise ήταν εντυπωσιακοί. Όχι με τον τρόπο της Florence βέβαια αλλά με έναν διαφορετικό, πιο υπνωτικό και εκλεπτυσμένο τρόπο. Έμοιαζαν σαν χημικοί, επιστήμονες που συνταίριαζαν με προσοχή και ήχους και μουσικά περάσματα. Ταυτόχρονα περνάγαμε και μια βόλτα από τους πιτσιρικάδες Friendly Fires που τους είχαν βάλει έβγαζαν αστείρευτη ενέργεια. 

Στο τέλος για να ηρεμήσουμε πήγαμε στο μικρό αμφιθέατρο ν’ ακούσουμε τον Ευριπίδη χωρίς καμία προσδοκία, ελπίζοντας σε μια εμφάνιση που θα «ξέπλενε» από πάνω μας την ημέρα μουσικά αλλά και γενικά. Και ο συμπαθής Ευριπίδης (Έλληνας που κατοικεί στη Βαρκελώνη) έκανε πολύ περισσότερα απ’ ότι περιμέναμε. Γλυκά και περιγραφικά τραγουδάκια εμπνευσμένα από τους Beatles και τον John Cale γέμισαν το αμφιθέατρο. Οι ντροπαλές εισαγωγές του με τα ολίγον τι σπασμένα ελληνικά του τον έκαναν ακόμα πιο συμπαθή ενώ το μοναδικό τραγούδι με ελληνικούς στίχους ήταν καταπληκτικό. 
Αυτό ήταν. Μια γιορτή της μουσικής που θα την τιμάμε ετησίως αν συνεχίσει και αυτή να τιμά όσους την επισκέπτονται.

-Radiohead & Moderat @ Výstaviště, Πράγα, 23 Αυγούστου 2009

Ήταν μια μέρα που ξυπνήσαμε στην Πράγα. Βρισκόμαστε στο μέσο των διακοπών μας εκεί και το πρόγραμμα λέει επίσκεψη στο γιγάντιο μουσείο φυσικής ιστορίας και στην απίθανη πλατεία του Wenceslas. Αργότερα παραδοσιακό τσέχικο φαγητό και άλλη μια βόλτα στις απίστευτες πλατείες και χάζεμα στα κτίρια που έχουν ξεχαστεί μεταξύ Μεσαίωνα και Αναγέννησης. Μετακίνηση με το άψογο σύστημα των υπόγειων και υπέργειων συγκοινωνιών και μια πεντακάθαρη πόλη έτοιμη να την γευτείς. Στη συνέχεια γρήγορα στο ξενοδοχείο να αλλάξουμε και μετά μέσα στο πανέμορφο και τεράστιο πάρκο του Výstaviště να περιμένουμε τις πόρτες να ανοίξουν μαζί με τα φιλαράκια που προέρχονται από δύο τελείως αντίθετα μέρη του κόσμου και παρ'όλ'αυτά βρήκε ο ένας τον άλλον (και όχι μόνο τον βρήκε αλλά τον παντρεύτηκε κιόλας). 
Μπουκάρουμε μέσα στον συναυλιακό χώρο με αλαλαγμούς και τον ενθουσιασμό για να πάμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στις μπροστινές θέσεις. Μπέρδεμα με τις κυρίες που πούλαγαν τις μπύρες και δεν μίλαγαν γρι αγγλικά και τα καινούργια μας βραχιολάκια, αξεσουάρ που αποδείκνυαν ότι είχαμε πληρώσει εισιτήριο και κανείς δεν μπορούσε να μας διώξει κοσμούσαν τους καρπούς μας. Στη συνέχεια αναμονή, συζήτηση, παρατήρηση των περίεργων σύννεφων του τσέχικου ουρανού και μετά οι Moderat με τα ηλεκτρονικά τους sparse καρδιογραφήματα.

Και μετά οι σφυγμοί ανεβαίνουν. Λίγη ακόμα αναμονή σε μια χαλαρή ατμόσφαιρα. Και τότε το γνώριμο ηλεκτρονικό ριφάκι μας προετοιμάζει και βρισκόμαστε κυριολεκτικά στις μύτες των ποδιών μας. Μέσα σε καπνό αχνοφαίνονται πέντε φιγούρες να πηγαίνουν βιαστικά προς τα όργανα που τους αναλογούσαν. Και μετά άρχισε. "15 Step" με την ενέργεια να ρέει σαν υγρό μπαταρίας στο κορμί μας, "There There" να μας τσακίζει με τα ριφάκια του Jonny Greenwood, "All I Need" να μας πετάει σαν σβούρα χωρίς κατεύθυνση στα χαοτικά φωνητικά του Thom, το "Lucky" να εκπληρώνει πολλές φαντασιώσεις μας, το "Morning Bell" να παραπατάει σαν μεθυσμένος με άγριες διαθέσεις και το "2+2=5" να φτύνει και να πετάει τις λέξεις προς το μέρος μας φωνάζοντας μας "All Hail To The Thief!". Και μετά;

Το "Videotape" σε μια σαν αποχαιρετιστήρια εκτέλεση και το "Nice Dream" γλυκιά βουτιά στην μαρμίτα του παρελθόντος. Οι jazz ευρεσιτεχνίες του "Gloaming" μας άφησαν άφωνους και εκστατικούς στον τρελό χορό του Thom και το "Reckoner" μας χάρισε άλλη μια απευθείας σύνδεση με το οτιδήποτε είναι όμορφο και πέρα από την κατανόησή μας.Το "Bangers & Mash" μας αποτρέλανε με την ροκ πόζα και την βαθιά διεισδυτικότητα της κιθάρας του Jonny που συνεχίστηκε στο πανηγύρι των riffs του "Bodysnatchers". Για επιδόρπιο μας είχαν την πνευματική ένωση με τα θεία του, με το καλύτερο κομμάτι της δεκαετίας που μας πέρασε (το "Pyramid Song" είναι αυτό), τον νέο krautrock εθισμό στο αέρινο "These Are My Twisted Words", άλλη μια εφηβική ονείρωξη που επιτέλους ακούσαμε - "Airbag" - και το δεύτερο καλύτερο κομμάτι της δεκαετίας που μας πέρασε, το "How To Disappear Completely". And Never Be Found θα προσέθετα. Και μετά και μετά.... Το "The Bends" μας θύμισε τόσα πολλά σε σχεδόν τέσσερα λεπτά ενώ η νέα ονειρεμένη εκδοχή του "True Love Waits" ξέραμε ότι μας έδιωχνε αλλά ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι.

Και μετά τη συναυλία περιμέναμε σαν τους χαζούς για την setlist, την οποία δεν πήραμε, αλλά δεν είχε την παραμικρή σημασία. Και μετά μια μικρή πομπή να γυρίζει προς την πόλη μέσα από το σκοτεινό πλέον δάσος του Výstaviště που μύριζε τσιγάρο, αλκοόλ αλλά και χαρά που είχε γεμίσει τα πνευμόνια χιλιάδων κόσμου. Και πέσαμε για ύπνο με θέα το προάστιο του κέντρου της Πράγας. Και περιμέναμε τον ήλιο να μας χτυπήσει στο πρόσωπο και να μας ξυπνήσει κάνοντάς μας σήμα για νέα εξόρμηση σε μια από τις ομορφότερες πόλεις του κόσμου.
Ήταν μια μέρα που ξυπνήσαμε στην Πράγα.

28.9.09

We all have souls/ Yet nobody knows/ Just how much it takes to fly /But I see my life before me and I'd like to make a try

Μια από τις καλύτερες δουλειές που συνυπογράφεται με όνομα Mark Lanegan είναι το Broken, το τρίτο άλμπουμ των Soulsavers, του αγγλικού διδύμου που ειδικεύεται στην παραγωγή ηλεκτρονικής και ορχηστρικής μουσικής και που για δεύτερη φορά φωνάζει τον Lanegan να αναλάβει εξ’ολοκλήρου τα φωνητικά του δίσκου τους (η πρώτη ήταν αυτή εδώ). Αυτή τη φορά ο Lanegan έχει μεγάλο μερίδιο και στις ίδιες τις συνθέσεις, αφού τις έγραψε από κοινού με τους Rich Machin και Ian Glover.

Οι προσκεκλημένοι πολλοί, με ονοματεπώνυμο και κούτελο στην κοινωνία. Mike Patton, Richard Hawley, Jason Pierce. Αλλά μην ψαρώνετε. Στα κομμάτια που συμμετέχουν αρκούνται σε πλήρως συνοδευτικό ρόλο στα γρυλλίσματα, τις προσευχές, τα παράπονα και τη σκοτείνια των επιβλητικών φωνητικών του χωρίς αμφιβολία αστέρα του δίσκου που ονομάζεται Mark Lanegan. Όμως κι αυτός έφερε τα φιλαράκια του, όπως τον μπασίστα του από τα παλιά Mike Johnson και τον τραγουδιστή των Butthole Surfers, Gibby Haynes. Το αποτέλεσμα ακούγεται σα να δημιουργήθηκε σε ένα οικείο και οικογενειακό περιβάλλον.

Πρόκειται για μια συλλογή τραγουδιών με ποικιλία ερμηνευτική και μουσική, πάθος και ανάγκη για λύτρωση που δεν έρχεται ποτέ. Οι Soulsavers μένουν πιστοί στο όνομά τους και ο Lanegan στην παράδοση που έχει χτίσει. Όλοι ευτυχισμένοι και πάνω απ’όλα ο ακροατής που έχει τη δυνατότητα ν’ακούσει έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς.



7.2.09

The crowd wants you bleeding/ The eyes from your head/ Get off your knees/ You'll be fine...

Μάλλον ο Greg Dulli πήρε στα σοβαρά τον χαρακτηρισμό “The Satanic Everly Brothers” που απέδωσαν σε αυτόν και τον Mark Lanegan, από τη στιγμή που άρχισε να καρποφορεί η συνεργασία του δίδυμου. Σε μια βραδιά που ούτως ή άλλως δοκίμασαν πολλά πράγματα που ή δεν είχαμε την τύχη να τους δούμε ποτέ να τα κάνουν, ή η τελευταία φορά που τα εφάρμοσαν χάνεται στον χρόνο, δεν φοβήθηκαν να δώσουν τη δική τους εκδοχή στο “All I Have To Do Is Dream” των προαναφερθέντων αδελφών.

Τα τελευταία χρόνια τους έχω δει ζωντανά τόσες φορές που με έχουν αναγκάσει να αισθάνομαι μια ανεξήγητη οικειότητα απέναντί τους. Οικειότητα η οποία δεν πηγάζει απλώς από την συχνότητα που είχα την τύχη να είμαι θεατής στις συναυλίες τους, αλλά και από την αυθεντικότητα που εκπέμπουν. Δεν έσπασαν ποτέ το κεφάλι τους ώστε να κάνουν κάτι που δεν έχει ξαναγίνει, ή να αλλάξουν τον τρόπο που ακούμε μουσική. Δεν άλλαξαν στυλ με την πάροδο των χρόνων ούτε έκρυψαν την αγάπη τους για τις κατ’αρχήν καθαρές και ευανάγνωστες μελωδίες.

Αυτή η συγκεκριμένη επιλογή ρότας δεν θα πρέπει να παρανοηθεί ως ξεροκεφαλιά ή έλλειψη δημιουργικότητας. Έχουμε την τύχη να είμαστε παρόντες στην καλλιτεχνική υπερδιέγερση που βρίσκονται τα τελευταία 5 χρόνια… Συνεχής ρυθμός κυκλοφοριών, ενώ σημειώστε πως ο Lanegan ετοιμάζει επιτέλους τη συνέχεια του αριστουργηματικού Bubblegum και ο Dulli τη νέα ενδοσκοπική του προσπάθεια στα σκοτεινά ενδότερα με τους Twilight Singers.

Ξέροντας ότι ήταν η τελευταία ευρωπαϊκή τους συναυλία και πως πιθανόν θα κάνω αρκετό καιρό να τους δω ξανά μαζί, προσπάθησα να ρουφήξω κάθε στιγμή της εμφάνισής τους. Από την αργοπορία μου να χωνέψω ότι επιτέλους έβλεπα ζωντανά το “Creeping Coastline Of Lights” (σημ. uptight - που να δεις τη δικιά μου που άκουγα επιτέλους live αυτήν την απίστευτη κομματάρα!) το χάσιμο στην μικρή ονειρεμένη καλύβα της Kimiko, τις σπαρακτικές γραμμές στο "Resurrection Song", μέχρι το νοσταλγικά επώδυνο “River Rise” και το καρτερικά περιγραφικό “One Hundred Days”. Αυτά τα πήρε πάνω του ο Lanegan. Αλλά και ο Dulli είχε μεγάλες στιγμές. Όπως το εναρκτήριο μελαγχολικό “The Body”, τη σφαλιάρα του παρελθόντος από το “Summer’s Kiss” και την αξιομνημόνευτη ερμηνευτική κλιμάκωση του “Candy Cane Crawl”.

Αυτή τη φορά όμως το ευχαριστήθηκα και για έναν παραπάνω λόγο. Επιτέλους άκουσα την φωνή του Lanegan πρωταγωνίστρια, χωρίς να καπελώνεται από τον σατανικό του δίδυμο, σε πλήρη εκφραστική ισχύ. Καθήμενος σε μια καρέκλα, τρίβοντας αμήχανα τα γόνατα του, o Mark έκανε να φαίνονται εξαιρετικά εύκολες γιγάντιες ερμηνείες, αποτέλεσμα της πραγματικά ξεχωριστής φωνής του. Επηρεασμένος από την παρέα με τον σαφώς πιο αυθόρμητο και τσαχπίνη Dulli, έμοιαζε ο ίδιος χαρούμενος και ευδιάθετος (!) δείχνοντας πλέον τελείως έτοιμος να αναλάβει τον ρόλο του ιερού τοτέμ.

 
Clicky Web Analytics