18.1.10

2009: Μουσικά κονσέρτα, part 2

Μετράμε ήδη 18 μέρες μέσα στο 2010 και στη νέα δεκαετία και είναι μάλλον ώρα να σκουπίσουμε από το τραπέζι του μυαλού μας και τα τελευταία ψίχουλα από το ξεκοκαλισμένο πια 2009. Ο mr.grieves το έκανε και πλέον, ήσυχος απ'αυτά, έχει αρχίσει να κυνηγάει τον Άη Βασίλη για το χουνέρι που του έκανε στις γιορτές. Εμένα μου πήρε λίγο παραπάνω - μερικές αγαπημένες συναυλίες (5 + 2), διάφοροι δίσκοι που δεν πρόλαβα ν'ακούσω και ακούω τώρα (όπως ο όμορφος δίσκος των Swell Season), μια εκπομπή με τον φίλο Τάσο Πάλλα όπου παίξαμε μερικά από τα αγαπημένα μας... Ήδη το 2010 έχει μπει φουριόζο, και δεν έχουμε καν προλάβει να μιλήσουμε για την τόσο σημαντική και γεμάτη δεκαετία που αφήσαμε πίσω μας. Ας αποχαιρετήσουμε όμως πρώτα το '09!

- Calvin Harris @ Πλατεία Ασωμάτων, Θησείο, 2 Σεπτεμβρίου 2009
Ήταν ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ όταν είχαμε ροβολήσει μαζί μ'έναν φίλο στο Θησείο για να δούμε τον happening Σκωτσέζο μουσικό που ευθυνόταν για ένα από τα πιο cheesy αλλά και αγαπημένα χορευτικά κολλήματα εμού και του φίλου - μιλάμε φυσικά για το μικρό ύμνο που λέγεται "Acceptable in the '80s". Δεν περιμέναμε και πολλά από ένα τσάμπα event που διοργάνωνε το MAD σε έναν πεζόδρομο, αλλά αν μη τι άλλο να δούμε ένα σύγχρονο όνομα και να κουνηθούμε. Ο Calvin από την πλευρά του ήταν μια χαρά επαγγελματίας - ήρθε με μια μικρή μπάντα, έπαιξε κομμάτια τόσο από το I Created Disco όσο και από το Ready For The Weekend και προσπάθησε να παρασύρει το κοινό. Το οποίο κοινό από τη μεριά του έμοιαζε να έχει έρθει πιο πολύ από περιέργεια κι επειδή ήταν τσαμπέ, και δεν έδειξε την παραμικρή διάθεση να προσπαθήσει έστω να μπει σε ένα στοιχειώδες κλίμα συναυλίας, προτιμώντας να παίζει με τα δωρεάν καπελάκια του χορηγού και να κάνει χαβαλέ και κάποτε κάποτε να κοιτάζει αποχαυνωμένα τη σκηνή. Φυσικά αυτό το ξενερωμένο κλίμα μεταφέρθηκε κάποια στιγμή κι εκεί πάνω, όπου ο κος Harris είδε κι απόειδε και κατάλαβε ότι το μόνο που ήθελαν οι περισσότεροι ήταν να παίξει το "Ready for the Weekend". Κάτι που έκανε στο τέλος, οπότε το κοινό ψιλοκουνήθηκε, ο Calvin με την παρέα του αποχώρησαν έχοντας κάνει το καθήκον τους και το διαλύσαμε για να πάμε για ποτό. Εμείς πάντως περάσαμε καλά, αλλά τον Calvin δεν τον βλέπω να ξανάρχεται σύντομα.

- A Place To Bury Strangers @ Rodeo Club, 8 Δεκεμβρίου 2009
Λίγο παραπάνω από ένας μήνας πάει από το βράδυ που ο ηχητικός πολιορκητικός κριός των Νεοϋορκέζων κούρσεψε τ'αυτιά μας, με σύμμαχο το χαμηλοτάβανο club. Είναι εκπληκτικό να νιώθεις ταυτόχρονα τα τύμπανά σου να γίνονται σουρωτήρι αλλά και μια απόλαυση προερχόμενη από το ηχητικό κομπρεσέρ που προκαλεί το εν λόγω σπαράλιασμα. Εϊναι τέτοια η δουλειά που έχουν ρίξει για να πετύχουν να λειτουργεί έτσι όπως το θέλουν αυτό το κομπρεσέρ που κάθε στροφή, κάθε καινούρια μελωδία που ανακαλύπτουν τ'αυτιά σου μόλις συνηθίσουν την επίθεση σε αφήνει βαθιά εντυπωσιασμένο. Θα ήταν μια ακόμα καλύτερη εμπειρία αν είχα μπορέσει να δω πώς τρία μόνο άτομα δημιουργούσαν αυτόν τον οργιαστικό θόρυβο, πώς ο frontman Oliver βασάνιζε την κιθάρα του για να την κάνει να ουρλιάζει μ'αυτόν τον τρόπο, αλλά έστω κι έτσι ήταν αρκούντως επιβλητική. Τ'αυτιά μου σίγουρα τη θυμούνται ακόμα.

- Synch festival (Florence & The Machine, Tortoise, Ebony Bones, Friendly Fires, Evripidis And His Tragedies) @ Τεχνόπολις, 12 Ιουνίου 2009
Φεστιβάλ στην Ελλάδα. Μια πονεμένη ιστορία. Ακόμα κι όταν το Rockwave ήταν στις δόξες του (όχι να το παινευτώ αλλά το μακράν καλύτερο έγινε εδώ από κάτω, και όπου «εδώ» βάλτε Καλλίπολη προς Πειραϊκή), τη λειτουργία και την ατμόσφαιρα του φεστιβάλ όπως την εννοούν έξω δεν την πιάναμε ακριβώς. Δηλαδή αυτήν την χαλαρή φάση όπου μπορεί κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε διάφορα πράγματα που συμβαίνουν ταυτόχρονα - δυο ή τρεις σκηνές που η μία δεν πλακώνει ηχητικά την άλλη, happenings, ψώνια και φαγητό από πολλές διαφορετικές προελεύσεις, άπλα, ξάπλα. Σιγά σιγά όμως, καθώς όλο και περισσότερος κόσμος κανόνιζε ταξίδια έξω μόνο και μόνο για να βρεθεί σε ένα από αυτά τα τεράστια φεστιβάλ (ένας φίλος κοντεύει να βγάλει διαρκείας για το Primavera), άρχισαν κι εδώ οι πρώτες δειλές προσπάθειες για κάτι πιο σύγχρονο κι εναρμονισμένο.

Το Synch ξεκίνησε κάπως έτσι κι έχει εξελιχθεί στο αδιαμφισβήτητο πλέον #1 της χώρας. Πέρσι χάσαμε το πραγματικά εξαιρετικό line-up του για πολύ καλό σκοπό, και παραλίγο και φέτος να μην τα καταφέρουμε για άλλους λόγους. Τελικά όμως μπορέσαμε να πάμε, έστω και μόνο για μια μέρα. Ως τώρα δεν είχαμε ποτέ την πολυτέλεια να πάμε σε φεστιβάλ έξω, οπότε αυτό ήταν ό,τι κοντινότερο μπορούσαμε να έχουμε - το νιώσαμε καθώς μετακινούμασταν βιαστικά από τους Tortoise στους Friendly Fires και πίσω (καλοί και χορευτικοί όπως και στο δίσκο φαινόντουσαν οι νεανίες, αλλά οι παλιοί ήταν αλλιώς και μ'έκαναν ν'αναρωτηθώ άμεσα για ποιο ακριβώς λόγο δεν είχα εντρυφήσει περισσότερο στη δισκογραφία τους, πάρα πολύ κακώς!), καθώς φεύγαμε γρήγορα από την πολύχρωμη Ebony Bones για να πιάσουμε καλή θέση για τη Florence ή καθώς χαζεύαμε πίνοντας μπυρίτσες κι ακούγοντας από μακριά τους Fujiya & Miyagi την ώρα που οι roadies των Tortoise ετοίμαζαν τη σκηνή. Σίγουρα έχει πολλά βήματα ακόμα να περπατήσει αλλά είναι στον πιο υγιή δρόμο που έχουμε δει να βαδίζει ελληνικό φεστιβάλ, και θα φροντίσουμε φέτος να είμαστε εκεί χωρίς εμπόδια.

- Mark Lanegan & Greg Dulli @ Gagarin, 4 Φεβρουαρίου 2009
Εχω μια έξτρα αδυναμία στις ακουστικές συναυλίες. Πιστεύω ότι όταν οι καλλιτέχνες παίζουν τα τραγούδια έτσι σκέτα και αφτιασίδωτα μπορείς να δεις μέσα στην καρδιά τους (των τραγουδιών, έτσι), να δεις από τι είναι φτιαγμένα. Σα να μπορείς να πας πολύ κοντά και ν'ακουμπήσεις ένα πίνακα ζωγραφικής: μπορείς να δεις το ανάγλυφο, να ψηλαφήσεις την πινελιά, να μυρίσεις το χρώμα και να το δεις στην πιο ζωντανή εκδοχή του, σχεδόν να βρεθείς δίπλα στο δημιουργό καθώς έφτιαχνε το έργο του. Αντίστοιχα συμβαίνει και με τα τραγούδια - αν υπάρχει βάθος και εσωτερική ένταση, αν οι συνθέσεις είναι πραγματικά καλές και οι ερμηνευτές πραγματικά σπουδαίοι, εκεί φαίνεται. Αν δεν είναι, εκεί με τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί.

Όταν μιλάμε φυσικά για δυο μουσικούς όπως ο Dulli και ο Lanegan, συνοδευόμενους από τον εξαιρετικό Dave Rossen, εμπίμπτουν όλα στην πρώτη περίπτωση και σε μια τέτοια ακουστική βραδιά γίνεσαι κοινωνός μιας εμπειρίας που ο ηλεκτρισμός δεν μπορεί να υποκαταστήσει. Μην έχοντας μελετήσει ενδελεχώς τη σόλο δισκογραφία τους όπως έχει κάνει ο mr.grieves, δεν είχα κανένα ιδιαίτερο request να κάνω - απλά και μόνο το να τους δω σε τέτοιες, πιο βαθιές και πιο χαμηλόφωνες στιγμές μου έφτανε. Μόνο ένα κομμάτι υπήρχε που θα μπορούσε να με στείλει, ένα κομμάτι πουμε τίποτα δεν περίμενα ότι θα έπαιζαν. Ούτε καν το είχα στο μυαλό μου. Και ίσως ακριβώς επειδή δεν το περίμενα, το έπαιξαν. Το "Creeping Coastline of Lights", η εκπληκτική διασκευή του Lanegan στη γκαραζιά των Leaving Trains που κατέληξε να είναι ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια της τελευταίας εικοσαετίας, με άφησε να ψάχνω το σαγόνι μου στο πάτωμα, και έστεψε την υπέροχη δεύτερη συνάντησή μου με τους δίδυμους άρχοντες της λάσπης με μια κορυφαία, μέγιστη στιγμή. Άντε και φέτος μάγκες.

- Tindersticks @ Θέατρο Badminton, 21 Φεβρουαρίου 2009
Αυτό που θυμάμαι περισσότερο ως αντιδράσεις μετά τη συναυλία των αγαπημένων τέκνων του Nottingham στο θέατρο Badminton ήταν μια γκρίνια και μια μίρλα για το πόσο ακατάλληλος ήταν ο χώρος και πόσο χάλια ήταν που δεν μπορούσε κανείς να πιεί ή να κάνει τσιγάρο. Εντάξει, θα δεχτώ ότι ένα μεγάλο αμφιθέατρο είναι γενικά λίγο ψυχρό, αλλά ό,τι του λείπει σε «θέρμη» και χαρακτήρα το ανταποδίδει σε εκπληκτική ακουστική. Και μιλάμε για μια από τις πλέον ιδανικές για θεατρικό χώρο μπάντες που υπάρχουν, η οποία μας επισκέφτηκε πολλά χρόνια μετά την τελευταία φορά, και μια ολόκληρη δεκαετία μετά από την τελευταία φορά που εγώ τους είδα.

Απλά δεν είχαμε καμία διάθεση για γκρίνια. Ούτε η «ψύχρα», ούτε η απουσία της καθιερωμένης μπυρίτσας, ούτε καν το ενοχλητικό πήγαιν'έλα του κόσμου και του προσωπικού μπροστά μας δεν αφαίρεσε τίποτα από τη μαγεία που μπόρεσαν να μας προσφέρουν οι εκείνο το βράδυ οι 'sticks. Η φωνή του Stuart, αυτή η ζεστή ανάσα στο λαιμό και στ'αυτί, μετέτρεπε κάθε ψυχρή επιφάνεια σε σκούρο βελούδο που την απορροφούσε και μας την ξανάδινε πίσω με τη θέρμη της πολλαπλασιασμένη. Τα τραγούδια του εξαιρετικού πρόπερσινου The Hungry Saw συνυπήρξαν με κομμάτια που ξανανοίξαν παλιές πληγές μέσα μας, απείραχτες εδώ και δέκα, δεκαπέντε χρόνια. Ναι, οι Tindersticks όντως ταιριάζουν με ένα ποτάκι σε ένα άδειο μπαρ, αλλά αν έπαυε κανείς να προσέχει γύρω του εκείνο το βράδυ, το θέατρο μίκραινε γύρω του και γινόταν το δικό του μπαρ, κι ας μην είχε ποτό και τσιγάρο. Η μπάντα μπορούσε να το κάνει και αυτό.


- Mark Gardener & Paula Frazer @ Rodeo Club, 2 Νοεμβρίου 2009
Ναι, έχω πράγματι αδυναμία στις ακουστικές συναυλίες, όμως η συγκεκριμένη βραδιά ήταν από μόνη της ένα στοίχημα. Θα μπορούσαν δύο σόλο καλλιτέχνες να στηρίξουν μια σχεδόν τρίωρη συναυλία, μια με μιάμιση ώρα ο καθένας εντελώς μόνος του, οπλισμένοι μονάχα με μια ακουστική κιθάρα έκαστος; Κι αν για την Paula η φύση των τραγουδιών της και το πλεονέκτημα που της έδινε ως δεύτερο, και μακράν σημαντικότερο, όργανο η εξωπραγματική φωνή της έφτανε, ο Mark φοβόμασταν ότι θα τα έβρισκε αρκετά πιο σκούρα. Ένας από τους βασικούς λόγους που τα κομμάτια των Ride λατρεύτηκαν από τόσο κόσμο ήταν η γλυκιά ζάλη που έφερνε ο κιθαριστικός τους ανεμοστρόβιλος, κι αυτός θα έλαμπε διά της απουσίας του στο υπόγειο του Rodeo. Έμενε να διαπιστώσουμε αν οι αγαπημένες μελωδίες και οι γεμάτοι εφηβική αθωότητα στίχοι θα αρκούσαν για να υποκαταστήσουν τον ηχητικό όγκο που θα έλειπε.

Για την Paula πέσαμε μέσα εμφατικά. Γεμάτη αυτοπεποίθηση, βγήκε στη σκηνή με την κιθάρα της και, αγνοώντας το 70% του κόσμου που είχε επιλέξει να λύσει στη διάρκεια της εμφάνισής της το Κυπριακό, έπαιξε κομμάτια τόσο των Tarnation όσο και απ΄τις προσωπικές της δουλειές. Η εξαιρετική κιθαριστική της δουλειά απλά υπογράμμιζε την ομορφότερη γυναικεία φωνή που έχω ακούσει ποτέ ζωντανά - έκλεινες τα μάτια και το υπογειάκι γέμιζε χρώματα και κελαρυστά ρυάκια, νερά και ήλιο και γαλάζιο ουρανό.

Για τον Mark Gardener, από την άλλη, πέσαμε έξω. Όχι, δεν κατάφερε από μόνος του να αναπαράγει το κιθαριστικό τείχος που χαρακτήριζε κομμάτια σαν το "Dreams Burn Down" ή το "Drive Blind". Όμως η παρουσία του και μόνο, οι ανοιχτόκαρδοι, εντελώς down to earth τρόποι του, η οικειότητα που έβγαζε το στήσιμό του, το ότι έκανε χωρίς την παραμικρή δόση αμηχανίας ή κόμπλεξ τη βουτιά στο παρελθόν για την οποία όλοι είχαμε βρεθεί στο μικρό club της Χέυδεν, το πώς έγινε μια παρέα μαζί μας και τραγουδήσαμε μαζί όλα εκείνα τα κομμάτια που σημάδεψαν τις αρχές της αγαπημένης μας δεκαετίας, έφτασαν και περίσσεψαν. Κλείνοντας τα μάτια και τραγουδώντας το "Like A Daydream" μπορούσες εύκολα να συμπληρώσεις στο μυαλό σου τις κιθάρες που έλειπαν, σαν σε άσκηση με λέξεις. Το ίδιο και με τα επικά έγχορδα του "Vapour Trail". Για όλα υπήρχε λύση, καθώς η διάθεση όχι απλά υπήρχε αλλά ξεχείλιζε, και η βασική συμβολή του Mark στο να είναι η βραδιά όχι απλά επιτυχημένη αλλά μια απο εκείνες που διηγείσαι μετά από χρόνια ήταν το ότι έβγαλε απ'όλους όσους βρεθήκαμε εκεί και την τελευταία σταγόνα από δαύτη.

Δεν ξέρω βέβαια, ίσως και να είμαι προκατειλημμένη. Όταν άρχισε να μιλάει για κάποιο email που έλαβε στο site του στο οποίο κάποιος τον παρακαλούσε να παίξει το "Unfamiliar" πρέπει να άλλαξα γύρω στα 800 χρώματα, και την επόμενη στιγμή, ένα μέτρο μακριά μου, άκουγα ένα από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια ever, στη μοναδική ίσως ευκαιρία που θα είχα ποτέ να το ακούσω ζωντανά, αναστημένο απ'τη λήθη, από τον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να το κάνει. Και το έκανε για χάρη μου. Ίσως να φταίει αυτή η στιγμή, μία από τις πιο όμορφες της ζωής μου, αλλά τη βραδιά της 2ας Νοεμβρίου δε νομίζω να την ξεχάσω ποτέ.

- Radiohead & Moderat, Výstaviště, Πράγα, 23 Αυγούστου 2009
Όλες οι περιγραφές για τους εκπροσώπους του ζωδίου της Παρθένου συμφωνούν σ'ένα πράγμα: σκεφτόμαστε πολύ, για τα πάντα. Και πρέπει να πω ότι εμπίπτω κι εγώ στο στερεότυπο. Έχω την τάση να σκέφτομαι πολύ, όλη την ώρα. Ακόμα κι όταν είμαι κάπου για να διασκεδάσω, μια φωνούλα στο μυαλό μου αρχίζει πάντα να σημειώνει σ'ένα φανταστικό μπλοκάκι διάφορες παρατηρήσεις. Το γράψιμο στο blog έστειλε αυτό το πράγμα στη στρατόσφαιρα - πρέπει να προσπερνάω κάθε φορά το σκόπελο της κριτικής σκέψης πριν αρχίσω να αφήνομαι σε αυτό που ακούω ή βλέπω. Κάθε συναυλία ξεκινάει κάπως έτσι, και αν είναι πραγματικά καλή κάποια στιγμή θα με παρασύρει, αν όχι θα μείνω να κάνω νοητικές σημειώσεις ως το τέλος.

Στην Πράγα έφαγα μ'αυτό τα έξι-εφτά πρώτα τραγούδια. Ίσως επειδή είχε μεσολαβήσει μόλις ένας χρόνος από την προηγούμενη φορά που είδα τους Radiohead, και καμία (σχεδόν) νέα τους κυκλοφορία ενδιάμεσα, πράγμα που σήμαινε ότι η αρχή του setlist και της συναυλίας έμοιαζε πολύ με αυτή της Nîmes... μέχρι που το "Morning Bell" σήμανε την αρχή του τέλους της σκέψης. «Ωπ, εδώ είμαστε» ήταν οι τελευταίες κουβέντες που άκουσα από τη φωνούλα με το άκουσμα της εισαγωγής ενός απ'τα καλύτερα live κομμάτια της λατρεμένης μου μπάντας. Για την επόμενη μιάμιση ώρα, η φωνούλα είχε αράξει στο βάθος, πετώντας μόνο κάτι σκόρπια, ικανοποιημένα σχόλια. Μέχρι που φτάσαμε σε εκείνο το μαγικό σημείο.

Τελείωνε το πρώτο encore, και η έξαψη μετά το πέρασμα του οδοστρωτήρα που ονομάζεται "The National Anthem" δεν είχε σβήσει ακόμα. Όμως τα περιθώρια στένευαν - είχαμε ακόμα λογικά ένα πέμπτο κομμάτι πριν ξαναμπούν μέσα και άλλα δυο ή τρία, αν ήμασταν καλά παιδιά, μετά. Η πίκρα της διαπίστωσης ότι οδεύαμε προς το τέλος ανακατευόταν με τη γλυκιά αγωνία για το επόμενο κομμάτι - απ'τη μια δε μ'ένοιαζε όποιο και να ήταν, αλλά απ΄την άλλη η ιδέα ότι θα περνούσε μια ακόμα συνάντηση με τους Οξφορδέζους χωρίς ν'ακούσω το "How to Disappear Completely" με τρέλαινε. Σκέψεις δεν υπήρχαν πλέον πουθενά στον ορίζοντα, μόνο όλα αυτά τα συναισθήματα μπουρδουκλωμένα, όταν ξεκίνησε το γνωστό drone... Στην αρχή νόμιζα πως ήταν κάτι άλλο, αλλά ο mr.grieves δίπλα μου με σκούντηξε και μου'πε κάτι στο στυλ του «τα κατάφερες!». Τον κοίταξα απορημένη και κάπου εκεί ο Thom άρχισε να παίζει την ακουστική και διάφορα επιφωνήματα υποδέχτηκαν το κομμάτι με ενθουσιασμό. Λίγο καθυστερημένα, το δικό μου μου ενώθηκε μαζί τους - επιτέλους!!!

Χάθηκα για τα επόμενα πέντε λεπτά μέσα στο λαβύρινθο του κομματιού, χωρίς να βλέπω τίποτα στη σκηνή (μετά από κάτι απελπισμένες αρχικές προσπάθειες να δω κάτω απ'τη μασχάλη του δίμετρου μπροστινού μου, τα παράτησα). Ίσως καλύτερα, καθώς η απουσία οπτικού ερεθίσματος μ'έκανε να επικεντρωθώ αποκλειστικά στον υπνωτικό ήχο που μας τύλιγε. Η μπάντα χαιρέτησε κι έφυγε, ο κόσμος φώναζε για το επόμενο encore αν και όλοι ξέραμε ότι θα ξανάρθουν... Εγώ δε φώναζα. Το'χα για δεδομένο ότι θα γίνει οπότε είχα την πολυτέλεια να αφήσω το μυαλό μου στη θέση που ήταν, με την ηχώ από το ονειρικό πεντάλεπτο που προηγήθηκε να το κυκλώνει ακόμα. Η μπάντα ξαναβγήκε, πήραν τις θέσεις τους... Ο δίμετρος ήταν ακόμα μπροστά μου οπότε δε μπήκα καν στον κόπο να βγω από το όνειρο για να δω τι γινόταν... Και ξαφνικά, τρεις κιθάρες επιτέθηκαν στ'αυτιά μας και το ριφ του "The Bends" έσκασε σαν τεράστιο κύμα. Ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια ever και το απόλυτο #1 της RH live wishlist μου ως τότε, του οποίου τις πιθανότητες να παιχτεί κάποτε μπροστά μου είχα πλέον ψιλοξεγράψει.

Την κραυγή που πάτησα δεν μπορώ να την περιγράψω. Βγήκε από μέσα μου ένα κύμα αγνής, καθαρής χαράς - όχι απλά σκέψεις δεν είχα εκείνη τη στιγμή στο κεφάλι μου, ούτε καν συνείδηση του τι γινόταν τριγύρω. Μόνο το προηγούμενο κομμάτι και αυτό που μόλις ξεκινούσε. Δεν ξέρω τι έκανε η μπάντα εκεί πάνω, δεν έβλεπα, το μόνο που μ'ένοιαζε ήταν να τραγουδήσω δυνατά τους χαραγμένους στο DNA μου πλέον στίχους και να παρασυρθώ από το τρελό solo του Jonny στο τέλος ουρλιάζοντας "I wanna be a part of the human race/ Race/ Race/ Race", σα να ήταν το τελευταίο πράγμα που θα είχα την ευκαιρία να κάνω στη ζωή μου. Δεν ήταν, αλλά μπορώ τώρα να το ξαναφέρω στο μυαλό μου αυτούσιο και επίσης μπορώ να πω ότι ω, ναι - ήταν μια καλή συναυλία. Ραντεβού ξανα... φέτος;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
Clicky Web Analytics