29.10.09

Down on the floor/ Got a closer look at hell/ You see, somebody pushed me/ I just pretended that I fell

Μετά από μια ξεκούραση 4 χρόνων τη στιγμή που βρίσκονταν στα ντουζένια τους, οι dEUS, κυκλοφόρησαν το Pocket Revolution ρίχνοντας τον πήχη, ενώ στο περυσινό Vantage Point πέρασαν από κάτω αν και είχε δύο σπουδαίες συμμετοχές - του Guy Garvey στο "Vanishing of Maria Schneider" και της Karin Dreijer στο "Slow".

Εκεί βρίσκονται τώρα. Πριν όμως μπούμε στη δεκαετία μας, οι dEUS έφεραν στο προσκήνιο τη Βέλγικη μουσική σκηνή, με κάμποσα πετυχημένα ραδιοφωνικά ροκ κομμάτια και φυσικά έναν ολόκληρο απίθανο δίσκο που χωρίς προβληματισμό τον θεωρούμε αριστούργημα.

Το The Ideal Crash του 1999 είναι ο τρίτος δίσκος των dEUS, ο οποίος ηχογραφήθηκε στην Ισπανία υπό τη σκέπη της Island Records χωρίς να βρει διανομή στην Αμερική (!). 
 
Σε αυτό το δίσκο οι dEUS έγιναν μάστορες του χτισίματος και της κορύφωσης ενός κομματιού. Και μέχρι να φτάσουμε εκεί, πανέμορφες υπνωτικές συνθέσεις που δαγκώνουν και αφήνουν πίσω τους κεφάλια ζαλισμένα από το κούνημα.

Το "Instant Street" δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, στο "Magdalena" έχουμε ίσως την πιο όμορφη φωνητική μελωδία του δίσκου, ενώ στο επικό "Dream Sequence No. 1" φτιάχνουν μάλλον την καλύτερη στιγμή του άλμπουμ συνολικά.

26.10.09

Baby you know that I have realised that it's all a show to you

Αγαπητοί αναγνώστες, βιαστήκαμε. Παραδεχόμαστε ταπεινά το λάθος μας εδώ, τώρα, αυτή τη στιγμή, και παρακαλούμε γονυπετείς να μας συγχωρέσετε μέσα στην ατέλειωτη μεγαλοψυχία σας. Βιαστήκαμε πολύ. Αλλά, θα πείτε, προς τι οι τσιριμόνιες και τα παρακαλετά;

Δυο από τις πλέον πρόσφατες εκδόσεις του Radio Beans, της ξακουστής εκπομπής που μεταδίδεται από τον 14ο όροφο του ραδιοτηλεμεγάρου του SB, είχαν θέμα τις studio διασκευές και τη Σουηδία. Από την πλευρά μας τότε πιστέψαμε ότι το ψάξαμε αρκετά πριν καταλήξουμε σε αυτά που τελικά παίξαμε... Ήρθε όμως ένας δίσκος, τον οποίο ακούσαμε μόλις πριν λίγες μέρες, να μας κάνει να το ξανασκεφτούμε. Και να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι βιαστήκαμε να κάνουμε τις εν λόγω εκπομπές, γιατί αν είχαμε ακούσει αυτόν το δίσκο πριν τις κάνουμε, θα έπρεπε να βάλουμε κάτι απ'αυτόν και στις δυο.

Κι αυτό διότι ΚΑΙ από Σουηδία μεριά μας έρχεται, ΚΑΙ διασκευή περιέχει - για την ακρίβεια, μια απ'αυτές τις ψιλοαπίθανες διασκευές όπου γλυκύτατες σουηδέζικες φωνές ερμηνεύουν κάτι που στην κανονική του ζωή υπήρξε φασαριόζικο, βλέπε περίπτωση Cardigans στο "Mr Crowley" του Ozzy. Το τραγούδι που διασκευάζεται στην προκειμένη είναι το πασίγνωστο και αγαπημένο "Pet Sematary" των Ramones. Το συγκρότημα για το οποίο μιλάμε τόση ώρα είναι οι The Tiny, και το Gravity & Grace, περί ου ο λόγος, είναι ο τρίτος τους δίσκος. Και είναι πολύ, πολύ καλός. Όμορφος. Γοητευτικός, γλυκός και ονειροπόλος. Και σουηδέζικος.

Οι The Tiny είναι βασικά ένα ζευγάρι. Η Ellekari Larsson και ο Leo Svensson γνωρίστηκαν σ'ένα club στη Στοκχόλμη, ερωτεύτηκαν και κάπως έτσι προέκυψε η μπάντα-ζεύγος. Στις ηχογραφήσεις συνδράμει ο φίλος τους Johan Berthling παίζοντας κοντραμπάσο και διάφορα άλλα συμπληρωματικά όπως ας πούμε πλήκτρα, και στις περιοδείες τους μπορεί να πάρουν κάποιες φορές μαζί άλλους δυο φίλους τους session μουσικούς, αλλά η καρδιά και ο εγκέφαλος των Μικροσκοπικών είναι στην ουσία η γλυκιά Ellekari και ο ψηλός, ξερακιανός Leo.

Οι δυο τους διαμορφώνουν τον ήχο τους χωρίς πολλά πολλά και έξτρα ηχητικές "στρώσεις". Η Ellekari παίζει πιάνο και τραγουδάει με τη φωνή μιας έφηβης καθώς μετράει τ'άστρα, με μια αθωότητα που είναι αδύνατο να'σαι κυνικός απέναντί της, αλλά μέσα από τον ψυχισμό μιας γυναίκας που τα μάτια της έχουν δει πολλά, και με την Kate Bush φωτεινή οδηγό και ιέρεια σε κάθε της σχεδόν φράση. Ο Leo παίζει τσέλο και λοιπά έγχορδα, τα οποία πλέκονται μέσα στις μελωδίες του πιάνου που βγαίνουν από τα χέρια της αγαπημένης του και αναπτύσσονται απο'κει, χωρίς όμως να βγαίνουν πολύ παραέξω - ο ήχος παραμένει λιτός και τα στολίδια που κρέμονται πάνω στη ραχοκοκκαλιά του κάθε τραγουδιού είναι λιγοστά.

Επιπλέον, η παραγωγή έχει γίνει από έναν άρχοντα του είδους, τον Paul Webb ή αλλοιώς Rustin Man, πρώην μπασίστα των Talk Talk και συνεργάτη της Beth Gibbons σ'εκείνον τον υπέροχο δίσκο (Out of Season) του 2002, που απ'ό,τι λένε οι ίδιοι στο site τους ήταν ένα από τα πράγματα που άκουγαν πολύ κατά την ηχογράφηση. Το σπουδαίο Spirit of Eden της παλιάς μπάντας του παραγωγού τους και το To Bring You My Love της PJ Harvey συμπλήρωναν τη παζλ των ήχων που επηρέασαν τη δημιουργία του Gravity & Grace, και ο μελαγχολικός τόνος και οι αφαιρετικές δομές των δίσκων αυτών έχουν ασφαλώς περάσει σε σημαντικό βαθμό στο δημιούργημα των δυο + ενός Σουηδών.

Σίγουρα το δίδυμο λιτότητα-μελαγχολία προετοιμάζει κάποιον για ένα δύσκολο, απαιτητικό και στις περισσότερες περιπτώσεις μονότονο άκουσμα - δεδομένα είναι δύσκολο να το δαμάσει κανείς, και το ότι οι προαναφερθέντες καλλιτέχνες τα κατάφεραν ξανά και ξανά υπογραμμίζει το γιατί είναι τόσο σημαντικοί και αγαπημένοι. Όμως οι θαρραλέοι Σκανδιναβοί το επιχειρούν, και τα καταφέρνουν σε εντυπωσιακό βαθμό. Ίσως φταίνε οι κατευθείαν μέσα από την καρδιά ερμηνείες της Ellekari, ίσως οι πολύ καλές ως επί το πλείστον συνθέσεις, ίσως η εξαιρετική αίσθηση που έχουν για το που πρέπει να προστεθεί μια έξτρα μελωδία για να δώσει άλλη διάσταση σ'ένα κομμάτι (όπως στο πανέμορφο "Never Coming Back") - το θέμα είναι ότι το Gravity & Grace ακούγεται θαυμάσιο. Χειμωνιάτικο, ζεστό, οικείο, φτιαγμένο με μεράκι και αγάπη, χωρίς να κρατάει τίποτα κρυφό, έτοιμο να γίνει αχώριστος σύντροφος των ηχείων σου τώρα που έπιασαν οι πρώτες ψύχρες.

Η διασκευή που λέγαμε είναι απλά το κερασάκι στην τούρτα, κρυμμένη λίγο μετά το δέκατο κομμάτι, με τα βιολιά να τυλίγουν δραματικά το ρεφραίν και το πιάνο της Ellekari να πατάει στις μύτες μην τυχόν και ξυπνήσει τα φαντάσματα. Ίσως αυτά να ξέρουν και το αιώνιο μυστικό της σύνθεσης της μαρμίτας στην οποία πέφτουν όλοι οι Σουηδοί όταν είναι μικροί και μεγαλώνουν και φτιάχνουν τέτοια όμορφα πράγματα. Επιφυλασσόμαστε για δεύτερο μέρος στην εκπομπή με τις σουηδέζικες μουσικές, με το ρυθμό που πάνε αυτοί εκεί πάνω...

24.10.09

Look what the cat dragged in

Ο στόχος ήταν σαφής. Το some beans έπρεπε να προσεγγίσει ένα νέο, σύγχρονο, δυναμικό target group, κρυμμένο κάπου ανάμεσα σε dandies, hipsters και metrosexuals. Οι συνεχείς πιέσεις των συνεργατών μου να αναλάβω ένα πόστ με gay-friendly χαρακτήρα στα πρότυπα των σύγχρονων εφημερίδων (βλέπε LiFO, Athens Voice) αρχικά δεν είχαν αποτέλεσμα. Γέλασα στην ιδέα. "Δε μας χέζεις ρε Nick" είπα μέσα μου διαβάζοντας το fax, "τράβα γράφε εσύ κείμενα για πούστηδες". 'Όμως σύντομα κατάλαβα ότι είχα άδικο. Μπροστά μου βρισκόταν μια θαυμάσια ευκαιρία να εξερευνήσω μια πιο εσωστρεφή, ευαίσθητη, ευάλωτη, gay με λίγα λόγια πλευρά του χαρακτήρα μου, μακριά, έστω και για λίγο, από το προφίλ του macho, δυναμικού, επιτυχημένου και κοινωνικά καταξιωμένου slamhound, κερδίζοντας ταυτόχρονα ένα νέο αναγνωστικό κοινό.

"Πως θα μπορέσω να καταφέρω κάτι τέτοιο;" αναρωτήθηκα, ρουφώντας μια γουλιά Romanee Conti Montrachet του '37. "Πως θα ανταποκριθώ στα υψηλά standards του some beans, γράφοντας ένα εύστοχο, επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο κείμενο;"

Μία ματιά στη δισκοθήκη μου έλυσε τα χέρια: Κάπου ανάμεσα στο Campo del Exterminio των Holocausto και το Death Alley των Zeke, ένα ροζ cd με τον τίτλο Sex Music είχε την απάντηση. "ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ!!" φώναξα αναπηδώντας από τον πανάκριβο corinthian leather καναπέ μου - "ένα αφιέρωμα στα πιο gay εξώφυλλα (και γιατί όχι... albums) της συλλογής μου!"...

Πάμε λοιπόν! Μία σύντομη λίστα και ολίγα σχόλια από τον master himself, slamhound:



Αυτό είναι ίσως το πιο κλασσικό απ'τα albums μου που εμπίπτουν στο concept που μας ενδιαφέρει.



Όχι δεν είναι flyer κάποιου gay parade αλλά το High School Sweethearts των πασίγνωστων Sugar Shock. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς εδώ; Tη σχεδιαστική δεινότητα του artist που ανέλαβε το εξώφυλλο; Τις 2 λεσβίες που ρουφάνε milk shake απ'το ίδιο ποτήρι; Tι; Tι;



........



Iδιοφυές! Το εννοώ!!



Ωπ! Tι θέλει αυτό εδώ; Συγγνώμη πρόκειται για λάθος.



Ετούτες οι Αγγλίδες μάλλον ζήτησαν απ'τον γραφίστα τους ένα εξώφυλλο παρόμοιο με το ομώνυμο New York Dolls του '73 (βλέπε κάτω). Ελπίζω στη συνέχεια να έφαγαν και το άπειρο ξύλο που αξίζαν για το θράσος τους.



That's all folks! Θα επανέλθω σύντομα με ένα αφιέρωμα στην κατάθλιψη και τα τατουάζ. Όσο για εκεινούς που προσβλήθησαν και θα βιαστούν να με χαρακτηρίσουν ομοφοβικό, να ανταπαντήσω ότι μια φορά στο λεωφορείο είχα κάτσει δίπλα σ'έναν ομοφυλόφιλο οπότε up yours assholes!

Εγώ (1ος από δεξιά όπως βλέπετε τη φωτό) και ο Nick Z.  (2ος από δεξιά όπως βλέπετε τη φωτό) σε σχολικό reunion του 2007 στο Bios club.

23.10.09

Soundtracking Moments #6: 22/10/09, 06.55μμ

Φτάνω στην πάνω πλευρά της πλατείας Κάνιγγος τη στιγμή που το "Imposter in the Sky" εισβάλλει θεαματικά στο κεφάλι μου. και μου δείχνει έναν συννεφιασμένο ουρανό όπου παράξενα φώτα κινούνται πίσω απ'τα σύννεφα. Στην πλατεία βέβαια τίποτα τέτοιο δε συμβαίνει - είναι ένα συνηθισμένο Πεμπτιάτικο απόγευμα στην Κάνιγγος, με τον κόσμο να περνάει νωχελικά τη διάβαση της πάντα μισοάδειας τέτοια ώρα Ακαδημίας και μετά, λίγο πριν από τα κιόσκια με τα περιοδικά και τα λουλούδια, να βάζεις στοίχημα πόσα χέρια με διαφημιστικά φυλλάδια θ'απλωθούν επίμονα ή ικετευτικά προς το μέρος σου. Αυτή τη φορά όμως, υπό την επίρρεια του κομματιού, προσπερνάω - το βλέμμα μου τραβάει κάτι άλλο: στο βάθος της Βερανζέρου, ένα ροζ-μοβ σούρουπο φαίνεται και περιμένει να το χαζέψω. Σκέφτομαι ότι ακριβώς το ίδιο θα φαίνεται - ολόκληρο όμως, σε high definition 3D εικόνα - από την Πειραϊκή, και είναι τέτοια η δύναμη του κομματιού που πιστεύω για μια στιγμή ότι είναι δυνατόν να περάσω αστραπιαία όλη τη Βερανζέρου και τις, νοητές ή μη, προεκτάσεις της και να βρεθώ μέσα σε δευτερόλεπτα καθισμένη στα βράχια για ν'απολαύσω το θέαμα. Όμως αντ'αυτού συνεχίζω να ακούω. Ο ουράνιος απατεώνας της Grouper μ'έχει στο χέρι, και δεν μπορώ να κάνω τίποτ'άλλο παρά να τον υπακούσω.

22.10.09

No-one will love you in a thousand years/ What I want to know/Is what I want to love now

Με την προτελευταία συναυλιακή μας εμπειρία δεν μπορούμε να πούμε ότι ήμασταν απολύτως ευχαριστημένοι. Για την ακρίβεια, κάνοντας έναν μικρό απολογισμό, η συναυλία του Calvin Harris στην πλατεία Ασωμάτων είναι αυτή που μονίμως ξεχνάμε από τις φετινές. Σα να πέρασε και να μην ακούμπησε στην κυριολεξία. Αυτό είναι ένα άλλο θέμα όμως. Σε ένα αρκετά στεγνό συναυλιακό φθινόπωρο (για τα γούστα μας τουλάχιστον) η συναυλία του πρώην αρχηγού των πάλαι ποτέ Strangelove, Patrick Duff έμοιαζε καλή ευκαιρία να μας ξανάρθει η όρεξη μέχρι την επόμενη (δηλαδή του Mark Gardener και της Paula Frazer).

Παρότι ταλανιστήκαμε μέχρι τελευταία στιγμή για το αν θα πρέπει να μπούμε στο Tiki, στο τέλος της βραδιάς δεν το μετανιώσαμε καθόλου. Σε μια στιγμή που κάτσαμε με την uptight στα σκαλιά στην έξοδο του μικρού μαγαζιού, κοιτώντας τον λιγοστό κόσμο και σκεπτόμενοι πόσο άσχημα πρέπει να νιώθει ο Patrick (είμαστε ευαίσθητοι, μη μας βλέπετε έτσι) ξάφνου ένας ψιλόλιγνος κοστουμάτος κύριος με υποψία καραφλοχαίτης, μικρά παραπονιάρικα μάτια και πολύ αγγλικό πρόσωπο βγαίνει από το μαγαζί και κατευθύνεται προς το άγνωστο. Πίσω του ένας τύπος τον ακολούθησε. Αφού υπήρξε η σχετική απορία, αν όντως αυτός που είδαμε να φεύγει ήταν ο Patrick, αρχίσαμε να πλέκουμε σενάρια στο μυαλό μας.

- Τσαντίστηκε επειδή τον έγραψε ο κόσμος κι έφυγε.
- Όχι ρε συ, πάει να πάρει την κόκα από το ξενοδοχείο ο άνθρωπος…

Και άλλα τέτοια. Μέχρι να αποφασίσουμε να μπούμε μέσα, εν τω μεταξύ, είχε περάσει ο μισός ελληνικός εναλλακτικός ντουνιάς. Δηλαδή από αυτούς που ασχολούνται γράφοντας σε έντυπα ή κάνοντας ραδιόφωνο. Γιατί κατά τ'άλλα ελάχιστος κόσμος τίμησε τη συναυλία. Ήταν λίγος, ακόμα και για τα δεδομένα ενός μικρού μαγαζιού όπως το Tiki. 

Αφού μπήκαμε μέσα και νιώσαμε ένα μικρό σφίξιμο στην τσέπη (20 ευρώ με το ποτό μέσα στην τιμή είναι και πάλι τσιμπημένο εισιτήριο για ένα τόσο μικρό μέρος και μια τόσο low profile συναυλία) χαλαρώσαμε όταν είδαμε πόσο όμορφα ήταν διακοσμημένο το μαγαζί. Ανεβήκαμε στο παταράκι, πιάσαμε τις ακριανές θέσεις, πλακώσαμε τα ποπ κορν και ελπίζαμε να γυρίσει ο μαέστρος.

Τελικά ήρθε και, αφού απόλαυσε ένα διστακτικό χειροκρότημα, πήρε την κιθάρα του και ξεκίνησε να παίζει προσφέροντάς μας μια, αν μη τι άλλο, διδακτική εμπειρία.

Βασικά μας δίδαξε ότι αδικήθηκε σφόδρα από την άτιμη κενωνία αφού είχε και έχει πάρα πολύ ταλέντο στην σύνθεση απλών, αξιομνημόνευτων ροκ τραγουδιών. Πολύ καλός ερμηνευτής και με μια καθαρή φωνή που έβγαζε πάθος, δύναμη και μελωδικότητα. Το παίξιμο της κιθάρας φαινόταν ότι ήταν κάτι που το είχε δουλέψει πάρα πολύ, ενώ οι στίχοι, παρότι αρκετά σαφείς, δεν ήταν στο ελάχιστο ρηχοί. Η πρώην μπάντα του, οι Strangelove, ήταν ένα πραγματικά καλό συγκρότημα  μόνο που είχε την ατυχία να πέσει πάνω στους Suede, άλλα πιο πιασάρικα Britpop παιδιά, και απ’ό,τι μας έδειξαν τα γεγονότα σε μάλλον κακό μάνατζερ. Το ταλέντο του Duff μπορεί να συγκριθεί με τις καλές μέρες του Brett Anderson και αυτό φαίνεται τώρα που και οι δύο ακολουθούν μοναχική πορεία. 

Πάντως μη φανταστείτε ότι ήταν και στα μαχαίρια οι δύο μπάντες. Το αντίθετο μάλιστα, αφού οι Suede είχαν ακούσει τον πρώτο δίσκο των Strangelove και τους κάλεσαν για περιοδεία, ενώ αργότερα η μια μπάντα διασκεύασε την άλλη σε μια ένδειξη αβρότητας. Όπως επίσης μη νομίζετε ότι κανείς δεν ήξερε τους κακόμοιρους Μπριστολιανούς καλλιτέχνες. Ίσα ίσα που έκαναν support στους Radiohead στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας με τον Ed O’Brien να δηλώνει ότι "Τhey were inspirational. Apart from their trousers”. Ο John Peel τους κάλεσε να κάνουν δύο από τα περίφημα sessions του, είχαν αρκετά singles με πολύ υψηλές πωλήσεις και, ένα χρόνο πριν διαλυθούν, sold out στο Astoria και στο Shepherd's Bush.

Σημαντικά επιτεύγματα, αλλά μάλλον ο Patrick προσπαθεί να μην τα θυμάται. Κάτι τέτοιο μας δείχνει το γεγονός ότι παραμέρισε το υλικό τους για χάρη των δύο σόλο του δίσκων. Ο πρώτος του δίσκος, μετά την περιήγησή του στην Αφρική και τη συνεργασία του με την γηραιά Αφρικανή τραγουδίστρια Madosini, ήρθε το 2005 με τίτλο Luxury Problems. Οι κριτικές ήταν αρκετά καλές αλλά πλέον ο Duff θα έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή, αφού ελάχιστοι από τη νέα γενιά τον ήξεραν ενώ οι παλαιότεροι τον είχαν σαν μια μακρινή ανάμνηση.

Δεν ξέρουμε αν έφυγαν όλοι ευχαριστημένοι αλλά εμείς αποχωρήσαμε με μια αίσθηση χαλαρότητας και ηρεμίας, γεμάτοι από καλή ζωντανή μουσική που την έχουμε στερηθεί τώρα τελευταία. Θα μας συνοδεύει για αρκετό καιρό η νοητική φωτογραφία που βγάλαμε (άμα δεν έχεις κινητό μαζί περιορίζεσαι στις νοητικές) από το πατάρι όπου βρισκόμασταν, με την πολύ ωραία εικόνα του Patrick να τραγουδάει και να παίζει κιθάρα λουσμένος στο κόκκινο φως ενώ από το ταβάνι κρέμονταν μπουκέτα από λουλούδια, και στο δρόμο πίσω του, μέσα από τα στόρια, φαινόταν η σιλουέτα μιας νερατζιάς να χορεύει στους ρυθμούς του δροσερού Οκτωβριανού αέρα.

20.10.09

When the ghosts of me refuse to speak/ And in my dreams I watch TV

Όταν ο David Michael Stith έπιασε δουλειά ως γραφίστας στην Asthmatic Kitty, στο πολιτιστικό κέντρο του κόσμου που λέγεται Νέα Υόρκη και συγκεκριμένα στο Μπρούκλιν, έγινε φίλος με τη Sarah Worden, γνωστή ως My Βrightest Diamond. Βοηθώντας την στον πρώτο της δίσκο με τίτλο Bring Me the Workhorse άναψε η σπίθα που είχε μέσα του ο David για τη μουσική ωρίμασε μέσα του η ιδέα να κάνει το δικό του δίσκο. Όπως σας έχει ενημερώσει η uptight πολλάκις μέσω του blog, τον πρώτο του δίσκο ο κ. Stith τον έβγαλε – φυσικά- στην Asthmatic Kitty τη χρονιά που διανύουμε. Ο τίτλος του είναι Heavy Ghost και ο David Michael τα ανέλαβε σχεδόν όλα. Σύνθεση, τραγούδι, artwork καθώς και περίπου όλα τα μουσικά όργανα ήταν δική του δουλειά. Μιλάμε δηλαδή για ένα σχεδόν εξ’ ολοκλήρου προσωπικό project.

Πολλά κομμάτια ξεχωρίζουν από αυτόν τον πανέμορφο και υπνωτικό δίσκο, αξίζει να ακουστεί ολόκληρος. Και η ατμόσφαιρα που σκάρωσε εδώ πέρα ο τραγουδοποιός φέρνει στο νου τις πιο σκοτεινές στιγμές της folk-americana. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για τον πρώτο του δίσκο μιλάμε για φοβερό επίτευγμα. 

13.10.09

And there's nothing to be afraid of

"There is only one woman on the planet who can sing a line about the modern and miraculous cleaning products we humans use to wash the crud off our dishes, and still make it sound impossibly sinister. Karin Dreijer is that woman. And it is only with her fourth release that I realise she has been winking at us all along. Knowing our nation’s propensity for entertaining and fawning over oddballs - especially the Scandinavian kind - with completely po-faced, accepting seriousness, I feel the line ‘We talk about love’ / ‘We talk about dishwasher tablets’ at once declares the following ideas: 1) ‘Yes, you do think I am a mental Scandi-pop electronic-tart who conjures spooky darkness out of every situation, however domestic’ And 2) ‘But I am in fact perfectly sane, as evidenced by my sense of humour, You. Total. Divs.’ In any event, ‘Seven’ is in all respects a Good Point, Well Made, making me hope that all the stinkily pretentious things that have been written about Dreijer do in fact make her clutch her sides behind closed doors. Anyway it’s brilliant, because now Doing The Pots will be so much more enlivening. I will be able to ponder Karin’s deliberate, mischievous oddness, rather than thrashing my way through the usual thought bog - which is about how unfair it is, that it is always me bloody doing them."

Οφείλω να συμφωνήσω σε δυο πράγματα με τη Wendy Roby και την ως άνω κριτική της για το τελευταίο single από τον ομώνυμο δίσκο της Fever Ray, "Seven", την οποία έγραψε για το Drowned In Sound. Το ένα είναι ότι κι εγώ, όπως κι εκείνη, δεν πρόκειται να ξαναδώ ποτέ τις ταμπλέτες του πλυντηρίου πιάτων - αυτές με το Ενσωματωμένο Λαμπρυντικό, με το κόκκινο μπαλάκι στη μέση, τις τρίχρωμες, τις σούπερ ντούπερ - με τον ίδιο πεζό τρόπο. Η ταμπλέτα του πλυντηρίου έχει πλέον ανέβει στα μάτια μου, και απο'δω και στο εξής θα σκέφτομαι τη διττή της υπόσταση και το συμβολισμό που απέκτησε μέσω του κομματιού, καθώς θα την ξετυλίγω απαλά για να την τοποθετήσω στον μικρό πλαστικό βωμό όπου θα θυσιαστεί στο θεό του καυτού νερού για να χαρίσει απλόχερα τις καθαριστικές της ιδιότητες στα λιγδιασμένα πιάτα μου.

Το δεύτερο είναι ότι πράγματι, ο αριθμός των κλισέ που έχουν γραφτεί για το κατα καιρούς ποιόν της Karin Dreijer Andersson είναι μεγάλος. Αλλά η αλήθεια είναι ότι κι αυτή δε βοηθάει.

Η εξέχουσα απασχόληση στη μουσική καριέρα της 34χρονης Σουηδέζας είναι, εδώ και 10 χρόνια, ν'αποτελεί το ένα δεύτερο των The Knife, με το άλλο να είναι ο αδερφός της Olaf. Οι δυο τους εμφανίζονται δημόσια αραιά και που, κι εκεί που είναι απολύτως απαραίτητο να εμφανιστούν, δηλαδή στα live, φορούν μάσκες και φαρδιά ρούχα, ώστε να μην πολυκαταλαβαίνει κανείς ποιος είναι ποιος. Το κάνουν επίτηδες, είναι μέρος του παιχνιδιού τους και απολαμβάνουν να μπερδεύουν τους πάντες, όπως λέει η Karin σε μια φετινή συνέντευξη.

Και ως Fever Ray, μόνη της δηλαδή καθώς οι The Knife βρίσκονται σε φάση διαλείμματος, συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο. Οι φωτογραφήσεις της είναι σχεδόν όλες με κάποιο κάλυμμα - γυαλιά ηλίου, εφευρετικό μακιγιάζ, κάτι πάντα υπάρχει που να κρύβει ένα μέρος του προσώπου της. Κι ο ήχος της δεν απέχει πολύ. Η πέρα για πέρα τεχνητή υφή των keyboards υπάρχει παντού, τα beats είναι κι εδώ ψυχρά και κοφτερά σαν πάγος, ενώ η ίδια παίζει και πάλι κρυφτούλι μασκαρεύοντας τη φωνή της τόσο που ν'αναρωτιέσαι ποιος είναι ο παράξενος, βαθύφωνος guest vocalist που τη συνοδεύει στο συγκρατημένα εφιαλτικό "If I Had a Heart" ή στο παράξενα ερωτικό "Dry and Dusty". Μετά βγαίνει από τη φορεσιά και μοιάζει με τον κανονικό εαυτό της, αλλά και πάλι αναρωτιέσαι τι άλλο κόλπο μπορεί να κρύβει στο μανίκι της.

Κόλπα ίσως όχι, αλλά συνεχίζει υποδυόμενη διάφορες εκφάνσεις του μυστηριώδους ρόλου της πάνω σε μελωδίες με γερά hooks, που μένουν στο μυαλό για μέρες, και υποτάσσοντας αυτά τα παγωμένα μπιτάκια και synths στις μελωδίες αυτές και σε ρυθμούς άλλοτε σχεδόν χορευτικούς κι άλλοτε με μια δόση εξωτισμού.

Στο προαναφερθέν "Seven", το οποίο είναι το αγαπημένο μου του δίσκου και θα το συναντήσουμε αναμφίβολα στα καλύτερα κομμάτια της χρονιάς, ταμπλέτες be damned, ένα τεράστιο, κολλητικό ρεφραίν έρχεται σερφάροντας πάνω σ' ένα κύμα ζεστού ρυθμού που, εξερευνώντας τον, διαπιστώνεις ότι του ταιριάζουν νωχελικές, σέξι, σχεδόν ανατολίτικες κινήσεις. Πιο ανατολικά ακόμα μας πηγαίνει το "Triangle Walks", με τα κινέζικα keyboards του και τον περίεργο, ασύμμετρο ρυθμό του να συναντούν κάτι που θα μπορούσε να βρίσκεται στο ρεπερτόριο του Schiller.

Το "Now's the Only Time I Know" μας επαναφέρει σε πιο ευρωπαϊκά εδάφη, ταιριάζοντας μια υπέροχη κορύφωση σ'ένα κουπλέ που μοιάζει σαν μικρό βγάλσιμο του καπέλου στο "Self Control" της Laura Branigan από την καρδιά των - κάποτε παρεξηγημένων αλλά τώρα επιστρεψάντων θριαμβευτικότατα, και πολύ το γουστάρουμε εμείς τα παιδιά τους - '80's. Στο "I'm Not Done" η Karin επανέρχεται απειλητική, πάνω σ'εναν ακόμα ελαφρώς ανατολίτικο, ελαφρώς tribal ρυθμό και κάτω από άλλο ένα παχύ, ορμητικό μελωδικό σύννεφο, με όλα αυτά να πλέκονται σ'έναν ακαταμάχητο συνδυασμό. Το "Keep the Streets Empty For Me" αμέσως μετά χαμηλώνει τους σφυγμούς και τη θερμοκρασία αισθητά, με τον αργό αλλά ανησυχητικά επίμονο ρυθμό του, και το "Coconut" μας οδηγεί στην έξοδο με ένα μεγαλοπρεπές ριφάκι του keyboard, φέρνοντας στο μυαλό έναν τροπικό παράδεισο στημένο στο Βόρειο Πόλο.

Ναι, όλα τα κλισέ που θα μπορούσε κανείς να πετάξει στην Karin ισχύουν. Αναπόφευκτα, το κείμενο γεμίζει με μυστηριώδη πράγματα του Βορρά, ξωτικά και παγόβουνα, και όλα όσα είναι γνωστά για την καταγωγή και την προϋπηρεσία της μοιάζουν με τον γνωστό ελέφαντα μέσα στο σαλόνι. Η ίδια η Karin, όμως, φρόντισε να του φερθεί όπως η Claudine Longet (με τη συμπαράσταση του ασύλληπτου Peter Sellers) στο κλασικό The Party (δεν υπάρχει "δεν το έχω δει" γι'αυτήν την ταινία, νοικιάστε το χτες): τον ζωγράφισε με διάφορα χρώματα, τον καβάλησε και όρμησε μαζί του μέσα στη σαπουνάδα, παίζοντας μαζί του και με όλους εμάς τους καλεσμένους. Το πανέμορφο, προσωπικό, θελκτικό αποτέλεσμα τη δικαιώνει περίτρανα. Χαρίζοντας ταυτόχρονα μια νέα διάσταση στο πλύσιμο των πιάτων.

Fever Ray - "I'm Not Done" από το Fever Ray

9.10.09

Soundtracking Moments #5: 8/10/09, 07.07μμ

Είχα ν'ακούσω το δίσκο χρόνια. Τον θυμήθηκα από μια από τις πολλές λίστες που επιχειρούν να δώσουν μια εικόνα για το τι είδους μουσική δεκαετία διανύουμε για λίγους μήνες ακόμα («πολυσυλλεκτική» θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο, πρόχειρο συμπέρασμα), τον πέρασα στο πιστό μου Zen και τον πήρα μαζί μου. Και κατάφερε μ'ευκολία να με κάνει να τον προτιμήσω από πολλά καινούρια - ήταν απ'την αρχή μεγάλη αδυναμία, άλλωστε. Κρατούσε ακριβώς όσο και η διαδρομή από την Καλλίπολη ως τη Βικτώρια. Το τελευταίο κομμάτι μπήκε με τα γνωστά, σχεδόν μηχανικά του βήματα τη στιγμή που είχα σηκωθεί για να βγω απ'το βαγόνι. Το πρώτο κύμα της αγαπημένης, επικής μελωδίας με χτύπησε έτσι όπως στεκόμουν, και με μιας το τιγκαρισμένο βαγόνι σα να άδειασε. Τα φώτα του τούνελ που φαίνονταν να τρέχουν έξω απ'το παράθυρο άρχισαν να μοιάζουν με διάδρομο απογείωσης. Ο κόσμος γύρω με κοίταζε - τους έβλεπα αλλά ήμουν σίγουρη ότι αν ανοιγόκλεινα τα μάτια θα εξαφανίζονταν. Μια κυρία με σκούντηξε στην πλάτη. Γϋρισα και την είδα ν'ανοιγοκλείνει το στόμα. Υποθέτοντας (σωστά) ότι με ρώταγε αν θα κατέβω, έγνεψα με το κεφάλι «ναι». Όντως θα κατέβαινα απ'το βαγόνι του ηλεκτρικού, αλλά όχι απ'το διαστημόπλοιο των Grandaddy. Όχι για χάρη της κι όχι για χάρη οποιουδήποτε.

"So you'll aim toward the sky" προδίκαζε ο Jason Lytle, με την απαλή, παιδική σχεδόν φωνή του. Ακολουθώντας τη συμβουλή του, ανέβηκα βιαστικά τις σκάλες της εξόδου - οι οποίες σκάλες πριν μερικά χρόνια έγιναν η αφορμή για να τσακωθώ με τον έως τότε κολλητό μου. Το πεζοδρόμιο της Χέυδεν έμοιαζε απόκοσμο. Περπάτησα μέχρι το φανάρι ακούγοντας το κυκλικό μοτίβο του πιάνου και τα έγχορδα σε φουλ ένταση. Κόσμος πηγαινοερχόταν βιαστικός. Πέρασα μαζί τους απέναντι στην πλατεία την ώρα που μια μυρωδιά τηγανίλας μου γέμισε απότομα τα ρουθούνια. Κόσμος που ψαχνόταν κι έψαχνε, αλλά εγώ άκουγα μόνο το τραγούδι που στροβιλιζόταν ολοένα προς τα πάνω. Κοίταξα τον ουρανό πάνω από τα σκοτεινά δέντρα, της πλατείας, ενώ ένα γλυκό αεράκι έδιωχνε την τηγανίλα μακριά κι έμοιαζε ικανό να διώξει και όλα τα υπόλοιπα, ώστε να προετοιμαστούμε για την απογείωση.

7.10.09

A gift of the gods in your city of gold/ And you'll piss it all/ You had it all

Οι καταγόμενοι από το Κένταλ της Αγγλίας Wild Beasts έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Δύο πολύ ιδιαίτερες,  όμορφες αλλά και διαφορετικές φωνές να ερμηνεύουν τα τραγούδια τους. Πρώτα βέβαια τον Hayden Thorpe και δευτερευόντως τον Tom Fleming. Ο Fleming, που είναι και ο μπασίστας του συγκροτήματος, έχει μια διαφορετική προσέγγιση - δεν θα μπορούσε άλλωστε να μοιάζει με του Thorpe - μιας και διαθέτει βαρύτερη, πιο βαθιά φωνή που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στις εκφράσεις του. Σε σύγκριση με τον Thorpe που είναι πιο οπερατικός, με μεγαλύτερο εύρος και είναι σαφέστατα πιο τραγουδιστής καριέρας.

Στο πιο χαρακτηριστικό κομμάτι του δίσκου, το "All King's Men", ο Fleming τραγουδάει με απόλυτη σοβαρότητα για έναν Βικτωριανό χορό παρομοιάζοντας τον με νυφοπάζαρο, και περιγράφει τις γυναίκες που βρίσκονται εκεί ως μηχανές εκκόλαψης παιδιών, με τον Thorpe να ουρλιάζει στην αρχή κάθε κουπλέ ωσάν κυρία που της έβαλαν χέρι κάτω από το φόρεμα της. 
Μπορεί η μουσική των Wild Beasts να παίζει στο γήπεδο της ποπ σαν έμπειρος παίκτης που έχει φάει τα γήπεδα με το κουτάλι αλλά τα σκοτεινά και μη εύπεπτα στοιχεία δεν απουσιάζουν όπως στο τρομερό "We Still Got The Taste Dancing In Our Tongues", που ήταν και το πρώτο σινγκλ του δίσκου.

Τα τελευταία δυο χρόνια ήταν σίγουρα συναρπαστικά για τους Wild Beasts αφού μετά το περσινό Limbo, Panto άρχισε να ψιθυρίζεται τ'όνομά τους, ενώ φέτος το δεύτερό τους άλμπουμ Two Dancers έφτιαξε ένα ωραίο hype γύρω απ'αυτό. 

Αν υποθέσουμε ότι τους επηρέασε το καλλιτεχνικό κίνημα από το οποίο δανείστηκαν το όνομά τους, τότε τα άγρια κτήνη του Κένταλ έκαναν πολύ καλή δουλειά. Με τις μελωδίες τους να είναι έντονες, ζωηρές και ζωντανές, τα ηχοχρώματα των κιθάρων τους να κοκκινίζουν και να ανθίζουν απροκάλυπτα, ένας πίνακας του Ματίς θα είχε ροδισμένα μάγουλα ευχαρίστησης στη σκέψη να μελοποιηθεί από αυτούς.

2.10.09

Ιf Υou Want The Neighbors Woke/ You'll Have To Shout Even Louder

gfhdfhΤα προχθεσινά γενέθλια της Annie Clark (St.Vincent) και το βιντεάκι που βάλαμε με την εμφάνισή της στον Jimmy Kimmel μας υπενθύμισαν πόσο καλή χρονιά είναι η φετινή για την, γεννημένη στην "πρωτεύουσα του πετρελαίου" Tulsa, τραγουδοποιό.

Ίσως επειδή μεγάλωσε σε μια μεγάλη και βαρετή επιχειρηματούπολη όπως η Tulsa, η Annie Clark διάλεξε ως ψευδώνυμο ένα εξωτικό νησί της Καραιβικής. Τώρα πλέον μπορεί να πάρει την εκδίκησή της βεβαίως και να ζήσει όπου θέλει, αφού το φετινό της άλμπουμ με τίτλο Actor τα πήγε πολύ καλά με τους κριτικούς αλλά και αρκετά καλά με το καταναλωτικό κοινό.

Η St.Vincent ξεκίνησε ως μέλος των Polyphonic Spree, μιας γιγάντιας κολεκτίβας που δεν της έδινε και πολλά περιθώρια να ξεχωρίσει. Αν λάβουμε υπ'όψιν το γεγονός οτι συνήθως όλοι φόραγαν τα ίδια ρούχα, το πράγμα γινόταν ακόμα πιο δύσκολο. Στη συνέχεια ήρθε η προαγωγή και το touring με τον Sufjan Stevens που εκτίμησε τις φωνητικές και μουσικές ικανότητες της νεαράς Annie οπότε και την έμπασε στην μπάντα με την οποία έκανε περιοδεία. Η Annie βρήκε την ευκαιρία να προμοτάρει και το μικρούτσικο EP που είχε βγάλει εκείνη τη χρονιά (το 2006), με τίτλο Paris Is Burning.

Αυτό ήταν το προειδοποιητικό χτύπημα, αφού τον Ιούλιο του '07 κυκλοφορεί τον πρώτο της προσωπικό δίσκο με τίτλο Marry Me. Τον τίτλο του δίσκου τον εμπνεύστηκε από ατάκα που επαναλάμβανε συχνά πυκνά η Maebe Funke απο το Arrested Development. Αν δεν ξέρετε τι είναι το Arrested Development θα περιμένω εδώ πέρα υπομονετικά μέχρι να το βρείτε στο βιντεοκλαμπ σας/ κατεβάσετε απο το ίντερνετ. Αρκεί να ξέρετε οτι είναι η καλύτερη αμερικάνικη κωμωδία της δεκαετίας που μας αφήνει σύντομα.

Λοιπόν περιμένω.....





Ακόμα να το βρείτε;





Θέλει και υπότιτλους...





Εντάξει. Αφού λοιπόν το είδατε και γελάσατε με όλη σας την καρδούλα θα συνεχίσουμε την ιστορία της St. Vincent.

Το Marry Me λοιπόν ήταν ένα πάρα πολύ καλό ντεμπούτο που πολύ σύντομα, από την πρώτη φορά που το άκουγες δηλαδή, αποκάλυπτε την ευχέρεια της St. Vincent στο να ξετυλίγει όμορφες και πλούσιες μελωδίες καθώς και να σε κάνει να σκέφτεσαι λίγο παραπάνω με τους έξυπνους στίχους της και την πονηρή σαν μύτη γάτας αφήγηση της.

Η ικανότητα της Clark να φτιάχνει ετοιμόλογα και ευφυή τραγούδια εκτιμήθηκε δεόντως, φέρνοντάς την υποψήφια στα PLUG awards του 2008 σε ουκ ολίγες κατηγορίες και ανακηρύσσοντάς την νικήτρια στην κατηγορία της "Καλλιτέχνιδας της χρονιάς".

Έτσι που το σίδερο ήταν ζεστό, η Annie έβαλε μπρος το δεύτερο της άλμπουμ το οποίο όπως είπαμε ονόμασε Actor. Η ίδια λέει ότι η έμπνευση της ήρθε βλέποντας ταινίες του Woody Allen και της Disney. Μάλιστα αναφέρει πως είδε την όλη διαδικασία σαν μια προσπάθεια να συνοδεύσει ηχητικά το οπτικό υλικό απο αυτές τις ταινίες. 

Μια άλλη πραγματικότητα που χαρακτήρισε την ηχογράφηση του Actor ήταν ο περιορισμός που επέβαλλαν οι γείτονες στην Annie, αφού ο δίσκος ηχογραφήθηκε με το GarageBand στο διαμέρισμά της στο Μπρούκλυν. Οι γείτονες γκρίνιαζαν και φανταζόμαστε οτι η σταγόνα που ξεχύλισε το ποτήρι ήταν το 20ό "HELP ME, H-E-L-P" κατα τη διάρκεια του "Marrow". 

Ο δίσκος χαρακτηρίζεται απο ποικιλία και παραστατικότητα. Μοιάζει σαν κάθε όργανο να προσπαθεί να επαναλάβει (στη δική του γλώσσα βεβαίως) τους στίχους της Annie. 

Απο εκεί και πέρα, όμορφες αρμονίες κάνουν παρέα με τσαντισμένες κιθάρες που θέλουν να βάλουν για ύπνο τους γείτονες φιλώντας τους στο μάγουλο, μόνο και μόνο για να έχουν την ευχαρίστηση να τους ξυπνήσουν στις τρεις τα μεσάνυχτα. Παραμυθένια αφήγηση και θέματα για τρομακτικά τερατάκια κάτω απο το κρεβάτι σου συνοδεύονται απο διστακτικά ντραμς που επιτείνουν την αγωνία, πιανιστικές πινελιές που ομορφαίνουν τις τεντωμένες αισθήσεις και βιολιά που παίζουν κρυφτό με τα κλαρινέτα που τ'ορκίζομαι κάτι κρύβουν αλλά δεν το μαρτυράνε.


Η πραγματικά μεγάλη στιγμή της Annie Clark (μέχρι την επόμενη) είναι αυτός ο δίσκος. Τα κεφάλαια του Actor είναι πιο καλογραμμένα και πιο "δυνατά" απο τον προκάτοχό τους, δημιουργώντας ένα γοητευτικά μπερδεμένο με κάλλος και μελανιές μίγμα. 
 
Clicky Web Analytics