30.12.08

2008: Μουσικά κονσέρτα, part 1

Φιού... Αυτή κι αν ήταν γεμάτη συναυλιακή χρονιά! Με βεβαιότητα η χρονιά που μας φεύγει διαθέτει, εκτός απο τις περισσότερες, και αυτές τις συναυλίες που θα θυμάμαι μέχρι να πηγαίνω για καφέ με τον καλό φίλο Aλτσχάιμερ. Ήταν τόσο ποιοτικά καλή, ώστε εύκολα οι συναυλίες που βρίσκονται έξω από την εξάδα, αν έλειπαν οι απο πάνω τους, θα έμπαιναν δικαιωματικά και χωρίς δεύτερη σκέψη στην πρώτη θέση. Ιδού λοιπόν οι έξι (5 + μία) καλύτερες συναυλίες της φετινής χρονιάς, συν τρείς απο τις υπόλοιπες που δεν ήταν σε καμία περίπτωση κακές, απλώς είχαν να αντιμετωπίσουν μεγαθήρια. Ξεκινάμε με τις τρεις επιλαχούσες που κανονικά ανέμεσά τους θα έπρεπε να βρίσκεται και η πολύ καλή συναυλία της Róisín Murphy, για την οποία όμως θα έχει περισσότερες λεπτομέρειες η πιο ειδική uptight...

Η αξία των Spiritualized, η παρουσία του Jason Pierce και ο επικός τους τραγουδοκατάλογος είναι όλα αναμφισβήτητα και δεδομένα. Όμως κάτι έφταιξε στη φετινή τους εμφάνιση στην Αθήνα. Ενώ ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς - ένα αξιοπρεπές support, την αναντίρρητα cool προσωπικότητα του Jason καθώς και την παρουσία δύο αφροαμερικάνων δεσποινίδων που τον προμήθευαν με backing vocals και soul πινελιές - στην πορεία έχανα σταδιακά το ενδιαφέρον μου. Παρά το ότι υπήρξε μια δίκαιη μοιρασιά καινούργιων και παλιών κομματιών, η φωνή του ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, τηρουμένων των αναλογιών, και οι μουσικοί ικανότατοι, δυστυχώς οι Spiritualized υπέκυψαν στη ροπή που έχουν για αχαλίνωτο jamming. Οι δύο αφροαμερικάνες κυρίες περνούσαν όλο και περισσότερο στο περιθώριο. Η μπάντα τέντωσε τα τραγούδια σε διάρκεια και εσωστρέφεια τεντώνοντας ταυτόχρονα και τα νεύρα αλλά και δοκιμάζοντας την υπομονή των θεατών (που είναι το "Baby I’m Just A Fool" ρε αλήτες"!!;). Οι θεατές οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, ήταν απροσδόκητα λίγοι ποσοτικά εκείνη τη νύχτα (κάτι για το οποίο πρέπει να έφταιξε και η μηδενική προβολή της συναυλίας, ενώ η εταιρεία δεν αξιώθηκε καν να τυπώσει εισιτήρια με το όνομα του συγκροτήματος). Εντάξει ,τα τραγούδια του Jason συνοδεύονται με κάποια συγκεκριμένα συστατικά, αλλά αν ο θείος από την Καλαμάτα δεν σε είχε προμηθεύσει πρόσφατα δεν μπορούσες παρά να κουραστείς από τη συναυλία. Την επόμενη φορά θα είμαστε ξανά εκεί και θα ελπίζουμε σε καλύτερα. Α, και Jason παιδί μου… για κάθε jam που κάνεις ο Θεός σκοτώνει και από μια γατούλα...

Άλλη μια μυστήρια συναυλία που θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη απ’ότι εξελίχθηκε τελικά. Ο ενθουσιασμός μας, μιας και επιτέλους θα βλέπαμε την Bjork μετά από τόσα χρόνια αναμονής, μεγάλωνε καθώς προχωρούσαμε προς τις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις. Και η Bjork δεν μας απογοήτευσε, ούτε με τα εντυπωσιακά σκηνικά που είχε στήσει, τα μικρά της σκετσάκια με τους καταπληκτικούς Wonderbrass (μια ομάδα Ισλανδών που έπαιζε τα πνευστά), την εξωπραγματική φωνή της και τους «επιστήμονες» που χειρίζονταν τα beats σαν να χειρίζονται πυρηνικά όπλα. Το “Hunter” εξόρισε το σώμα μας σε ένα πυκνό και σκοτεινό δάσος να αναζητεί το ξέφωτο, το “Declare Independence” θα μπορούσε να ρίξει μια ολόκληρη κυβέρνηση μοναχό του, και το θρυλικό “Army Of Me” απλά μας υπενθύμισε σε τι δυσθεώρητα ύψη ποιότητας έχει φτάσει αυτή η Ισλανδή. Δύο όμως ήταν τα βασικά αρνητικά σημεία της συναυλίας. Για τα πρώτο κοιτάξτε στο αρχείο του some beans. Για το δεύτερο ,ας κοιτάξουμε το ρολόι μας. Η Bjork έπαιξε μόλις μία ώρα και κάτι πολύ ψιλά, ξαποστέλνοντάς μας ακριβώς την ώρα που αρχίσαμε να ζεσταινόμαστε. Βάλτε και το γεγονός ότι και η ίδια φαινόταν σαν να παίρνει την όλη ιστορία λιγάκι διαδικαστικά, αφήνοντάς μας τελικά γλυκόπικρη γεύση. Όπως και να’ χει εμάς το απωθημένο μας έφυγε, αλλά μας έμεινε η αίσθηση πως μάλλον δεν την προλάβαμε στα καλύτερά της.

Μην φοβηθείτε να ανατρέξετε στο αρχείο για το πώς μας φάνηκε η συναυλία του Brett Anderson. Τα συμπεράσματα δεν άλλαξαν ιδιαίτερα. Αυτό που μας έμεινε είναι ότι παρακολουθήσαμε μια πραγματικά ηρωική μάχη του Brett με το κοινό και τελικά έναν ολόδικό του προσωπικό θρίαμβο. Κι ενώ η Bjork μπορεί να μας βγήκε λίγο τεμπέλα με μικρή διάρκεια συναυλίας και λίγο άκεφη, ο Brett έφτασε στα όριά του, στην κυριολεξία. Ήταν εμφανές πως στα δύο τελευταία τραγούδια λύγισε από το βάρος ολόκληρης της συναυλίας που κουβάλησε μοναχός του ώστε αναγκάστηκε να κόψει μερικές στροφές από δύο κλασσικά χιτς των Suede. Στηρίζοντας με όλες του τις δυνάμεις τον εγκληματικά υποτιμημένο φετινό του δίσκο αλλά και την προηγούμενη μέτρια προσπάθειά του, παίζοντας με την ψυχή του τραγούδια των Suede, έχοντας ως μοναδικά όπλα είτε το πιάνο είτε την κιθάρα σε συνδυασμό με την φωνή του που ποτέ δεν ήταν στα μεγαλύτερα ατού του, αλλά φαίνεται ότι την βελτίωσε και την ανέπτυξε ώστε να μπορεί να στηρίξει τον νέο τρόπο ερμηνείας του. Μια λοβοτομημένη κοπέλα που, απ’ ότι υπερηφανευόταν, θα δούλευε και στο καινούργιο Pop & Rock (α ρε κακόμοιρο περιοδικό, πόσοι βαρεμένοι έχουν ασελγήσει στον τάφο σου) έβρισκε ότι η μουσική ήταν καλή για ψαλμωδία, αλλά αφού και αυτή την κατάφερε ο Brett να χειροκροτήσει στο τέλος, ας μην φοβάται τίποτα. Μπορεί η τεράστια δόξα των Suede να μην του ξαναέρθει αλλά αν τα υπόλοιπα live του έχουν το ίδιο πάθος τότε θα έρθουν καλύτερες μέρες για εκείνον. Αλλά και για εμάς όταν θα μας επισκέπτεται.

Και μετά το ορεκτικό, οι έξι καλύτερες συναυλίες του 2008 που είχα την τύχη να παρεβρεθώ...

6. Αυτή ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Πρέπει να ήμουν από τους λίγους που δεν είχαν ακούσει την μουσική των Asian Dub Foundation. Πίστευα απλά ότι κινούνταν στο φάσμα ραπ και dub/reggae. Και όλα αυτά γιατί κανείς δεν με ειδοποίησε πως η μπάντα διαθέτει έναν χαρισματικό κήρυκα που λέγεται Pandit G και έναν κιθαρίστα που γνώριζε τα μυστικά για μερικά από τα πιο υπόκωφα εκρηκτικά ριφάκια που έχω ακούσει. Οι Asian Dub «ζωντανά» είναι ένα, για να το θέσουμε επιστημονικά, πορωτικό θέαμα. Είναι από εκείνους που όχι μόνο προετοιμάζουν αλλά και κάνουν πράξη τα επικά ηχητικά ξεσπάσματα που υπόσχονται, αναγκάζοντας ακόμα και τον πιο κολλημένο στη θέση του να χάσει τον έλεγχο. Ήταν μια επίθεση από 7 τρελαμένους που ένας ένας περνούσαν στη θέση του φρόντμαν με τον δικό τους τρόπο ο καθένας. Εκ των υστέρων, έχοντας ακούσει και τη δισκογραφία τους, οφείλω να παραπονεθώ μόνο γιατί, απ’ ότι μου φάνηκε, οι καινούργιες τους συνθέσεις δεν είναι τόσο εφευρετικές όσο ήταν στο αριστουργηματικό Rafi’s Revenge, αλλά τώρα που το σκέφτομαι αν έπαιζαν και περισσότερα από το προαναφερθέν, θα αναγκαζόμουν να τσαλακώσω το ήδη μέχρι τότε πληγωμένο, χρόνια φορεμένο μου στυλ ΧΤΠΜΡ, ΚΤΧΣΜΚΚΤΚΣΡΤD.«Χτυπάω το πόδι μου ρυθμικά, κοπανάω το χέρι στο μπούτι και κουνάω το κεφάλι στον ρυθμό των drums.»

5. Η Kristin μπορεί να ταλαιπωρήθηκε εκείνη την ημέρα αφού το ιστορικό πλέον μπάχαλο στο αεροδρόμιο του Heathrow, ήταν υπεύθυνο για την απώλεια και των αποσκευών της. Δηλαδή όλων των ρούχων της αλλά και όλων όσων είχε φέρει για να κάνει τη συναυλία στη χώρα μας. Συμπεριλαμβανομένης και της κιθάρας της, που ας είναι καλά ο παθιασμένος τραγουδοποιός Simon Bloom (χιχιχιχι) που της έδωσε τη δικιά του. Είχαμε ήδη αρχίσει να αισθανόμαστε μια ευφορία και λόγω Bloom αλλά και λόγω της σύγχυσης στο Heathrow που όπως και να’ χει, έστω και για λίγο, μας έκανε να αισθανόμαστε καλύτερα για τη δική μας μπανανία. Πέρα από αυτά όμως η Kristin Hersh μας απέδειξε γιατί είναι από την πάστα των μουσικών που κάποιος σπάει το καλούπι όταν βγαίνουν στον κόσμο. Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω τα μάτια της. Το πάθος, η φλόγα, η τραγωδία, η επιθυμία, οι ενοχές, ο έρωτας, η νοσταλγία όλα περνούσαν σαν φιλμ από τα καταγάλανα νεκρά μάτια της. Κοιτούσε πίσω μας στο υπερπέραν. Σαν να περνούσε μπροστά από το βλέμμα της το παιδί της, ο άντρας της, παλιοί της φίλοι, ο άστεγος που συνάντησε καθώς και άλλοι καθημερινοί πρωταγωνιστές που σκάλισαν την προσωπικότητα της. Η ερμηνεία της μας κύκλωσε και μας κράτησε δεμένους στη θέση μας χωρίς να τολμήσουμε να γυρίσουμε το κεφάλι μας και να κοιτάξουμε αλλού. Ήταν ο ορισμός της ηλεκτρισμένης ακουστικής συναυλίας. Η μόνη πίκρα που μας έμεινε ήταν πως εξαιτίας της απώλειας των αποσκευών της δεν μπορέσαμε να δούμε πώς είχε προετοιμάσει ολόκληρη την παράσταση της. Η Kristin επιστρέφει με τις υπόλοιπες Throwing Muses και εμείς θα ανυπομονούμε να ξαναδούμε από κοντά την φλογισμένη της οπτασία.

4. Dulli και Lanegan. Lanegan και Dulli. Αχ… Κάθε φορά μου υπενθυμίζετε πως πρέπει να βελτιωθώ στο πιοτό μπας και φτάσω έστω στο ένα εκατοστό από το αβάσταχτο cool σας. Δεν θα κουραστώ να βλέπω ποτέ τους συγκεκριμένους είτε ως δίδυμο είτε τον καθένα ξεχωριστά. Ευτυχώς μας έχουν τιμήσει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Αυτή η φορά όμως ήταν εξαιρετικά ξεχωριστή μιας και δεν θυμάμαι να διασκέδασα σε καμία άλλη τους συναυλία έτσι. Την πρώτη φορά που τους είδα ως Twilight Singers, ο Mark εμφανιζόταν σε ελάχιστα τραγούδια ενώ δεν ήμουν και πολύ οικείος με τον κατάλογο των Twilight Singers.Την δεύτερη φορά ήταν μόνος του ο Mark με την Isobel Campbell όπου, παρά το πολύ καλό τους δέσιμο, μην ξεχνάμε πως σε ό,τι συμμετέχει η Isobel υπάρχει μια πιο σεμνή απόλαυση. Απόλαυση μεν, σεμνή δε. Την τρίτη φορά είδα τον Lanegan μαζί με τους Soulsavers ως support του support στην συναυλία του Iggy Pop πέρυσι το καλοκαίρι. Εκεί, παρά τον καταπληκτικό χώρο, ο τιτανοτεράστιος Mark έφαγε ένα σχετικό κλάσιμο από τον ελάχιστο ως τότε κόσμο, πράγμα που τον επηρέασε, παίζοντας για ελάχιστη ώρα. Η τέταρτη ήταν και η φαρμακερή, το Μάιο που μας πέρασε. Το σατανικό δίδυμο, έχοντας μόλις απελευθερώσει στον κόσμο το γεμάτο μετάνοια, εξομολόγηση και θρυμματισμένη ελπίδα πόνημά τους, βρισκόταν σε δαιμονιώδη φόρμα (προφανώς. Σε τι άλλη φόρμα θα βρισκόντουσαν ειδικά αυτοί οι δύο δηλαδή; Παραδεισένια;).

Γύρισαν την ένταση στο τέρμα, ο Dulli κατάπιε όλο το κοινό με την αδάμαστη, μετρημένη πλέον σε Γιγαβόλτ ενέργειά του, ο Lanegan στο ρόλο του έξω από’δώ να μας απειλεί με το αλλόκοτα σκλαβωτικό γρύλισμά του, και τα τραγούδια να μην χαρίζουν κάστανο σε κανέναν (αν και θα προτιμούσα σε 2-3 η μπάντα να ακολουθούσε το πιο μελωδικά ήπιο μονοπάτι). Στο "Front Street" ειδικότερα ο Dulli έγινε ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε να αποπλανήσει γύρω στους 1000 και κάτι ανθρώπους ταυτόχρονα. Η ατζέντα μας θα ηχήσει ξανά εύθυμα στις 4 Φεβρουαρίου, όταν και θα τους ξαναδούμε.

3. Δεν ξέρω αν η PJ Harvey ζήτησε το χώρο του Badmindon, αλλά αν όχι, η ιδιοφυΐα που την έστειλε εκεί αξίζει αμέσως αύξηση στον μισθό του. Στον καταπληκτικό χώρο του Badmindon oπου τουλάχιστον γίνεται και κανά πολιτιστικό γεγονός που και που ώστε να σώζεται από την αχρηστία, η PJ κατόρθωσε να βγάλει όλη την ουσία και την ατμόσφαιρα του συγκλονιστικού White Chalk. Τα λόγια περίσσευαν, ο λαιμός στέγνωνε και η καρδιά σφιγγόταν από ένα αόρατο χέρι καθώς η PJ μας μετέφερε στο σπαραξικάρδιο “The Mountain”, στην εκλιπαρούσα βελανιδιά του “Grow Grow Grow” και πιο παλιά, στα γεμάτα αμαρτία και δάκρυα εσώρουχα της “Angelene” και την μοναχικά θρυμματισμένη “Nina In Ecstasy”. Η PJ Harvey άνοιξε ξεχασμένους πόρους στο δέρμα μας και «μίλησε» σε νότες που μόνο φανταζόμασταν ότι υπήρχαν. Πολύ πιο άνετη και ομιλητική απ’ότι την περίμενα, μάλιστα προς το τέλος άκουγε από τον κόσμο τις δικές του προτάσεις. Ο οποίος κόσμος έδειξε ότι αν του φερθούν ανθρώπινα σε έναν ανθρώπινο χώρο μπορεί να αφήσει για λίγη ώρα τον κάφρο που κρύβεται μέσα του. Άλλοτε εκδικητική μάγισσα και άλλοτε καλοκάγαθη νεράιδα, πατά γερά στα σκαλοπάτια της διαχρονικότητας. Ο κόμπος που ένιωσα στο λαιμό όταν μνημόνευσε με τόσο μελαγχολική μεγαλοσύνη την πατρίδα της το Dorset στο “White Chalk” δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου.

2. 100% καθαρή διασκέδαση. Για πιο συγκεκριμένα ανατρέξτε (πού αλλού;) στο αρχείο. Αλλά μετά από περίπου τέσσερις μήνες μπορώ να θυμηθώ τα εξής… Ο Stipe διδάσκει την τέχνη του frontman, ο Mills και ο Buck είναι σπεσιαλίστες sidekicks τόσο που ο Μπάτμαν θα έστελνε στο ταμείο ανεργίας τον Ρόμπιν ασκαρδαμυκτί, και η επανένωση των R.E.M. με τη μούσα τους είναι γεγονός. Ένιωθα σα να έβλεπα την Μάντσεστερ Γιουναίτεντ να παίζει ποδόσφαιρο. Τόσο σφιχτή και ακομπλεξάριστη μεγάλη μπάντα δύσκολα βρίσκεις. Οι μελωδίες του γκαζωμένου φετινού Accelerate βοήθησαν η συναυλία να μην κάνει κοιλιά όταν τα χιτς έμπαιναν στην άκρη ενώ γιγάντια τραγούδια, που δεν χρειάζεται καν να αναφέρω γιατί όλοι είμαστε οικείοι με αυτά, παίχτηκαν με τέτοιον γυαλισμένο αυθορμητισμό που νόμιζες ότι τώρα ξεκινούσαν την καριέρα τους κι έπρεπε να εντυπωσιάσουν κόσμο και κριτικούς. Η παράδοση άνευ όρων στην μπάντα ήρθε εύκολα και χωρίς δεύτερη κουβέντα, ενώ το δέσιμο του κόσμου με τα τραγούδια και τα παντοτινά μηνύματά τους ήταν σε στιγμές συγκινητικό. "Hey kids, nobody tells you what to do” μας είπε, με τη σοφία που τού έχουν χαρίσει όλα αυτά τα αεικίνητα χρόνια αναζήτησης, ο Stipe. Η απάντησή μας στην απορία «Πως είναι οι REM live;» λύθηκε. Μας δημιουργήθηκε μια καινούργια όμως με τη βοήθεια ενός φίλου. «Πως διάολο παίζουν καλύτερα και από παλιά;»

1. Δε μπορώ να είμαι αντικειμενικός με τους Radiohead. Και δεν θέλω να είμαι αντικειμενικός με τους Radiohead. Θα ήταν αχαριστία, μιας και εξαιτίας τους έμαθα τη μουσική έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι σήμερα...

Η στιγμή που επιτέλους άκουσα για πρώτη φορά ζωντανά τη φωνή του Thom ήταν μια από τις πιο απολαυστικές και έντονες εμπειρίες που έχω ζήσει. Σχεδόν δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ότι η φωνή που άκουσα τυχαία σε ένα αυτοκίνητο πριν 8 και κάτι χρόνια ήταν σε απόσταση μερικών μέτρων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν και πολύ καλύτερη από όλες τις αναλύσεις που την είχα υποβάλλει. Το να πω ότι ακουγόταν αγγελική θα φανεί μελό και συνηθισμένο. Όμως ήταν αλήθεια. Ήταν στο soundcheck του “Weird Fishes” και παρότι o Yorke δοκίμαζε και ζέσταινε τη φωνή του, εκείνη ακουγόταν με αυτό το χαρακτηριστικό βελούδο, σαν να βρίσκεται σε μια υποθαλάσσια συχνότητα που τη φίλτραρε και την μετέτρεπε σε χάδι στα αυτιά σου. Τότε κατάλαβα ότι επιτέλους θα έβλεπα την μπάντα που με έμαθε να αγαπάω και να γίνομαι εμμονικός με τη μουσική. Και φυσικά είναι υπεύθυνη για το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου.

Αν συνεχίσουμε την ιστορία χρονολογικά θα πρέπει να πούμε ότι γύρω στις 8 παρά το απόγευμα, σε μια Ρωμαϊκή Αρένα που σου έπαιρνε την ανάσα με το μεγαλείο της, και αφού συμπληρώσαμε σχεδόν 5 ώρες αναμονής (το τίμημα για μπροστινές θέσεις) μαζί με άλλους βλαμμένους και παρανοϊκούς συγκάτοικους στην τρέλα, βγήκε η πολλά υποσχόμενη μπάντα της Natasha Khan. Δηλαδή οι Bat For Lashes. Ένα πολύ ενδιαφέρον μίγμα Bjork και Kate Bush που μπορεί προφανώς οι συνθέσεις της να μην είναι ακόμα στο επίπεδο των δύο επιρροών της, αλλά ούσα μια πολύ ζωντανή και ταλαντούχα frontwoman, φαίνεται ότι έχουν σπουδαίο μέλλον και έναν δεύτερο δίσκο που θα μας έρθει τον Απρίλη και ήδη ανυπομονούμε, μιας και θα διαθέτει σε ένα κομμάτι ως guest vocalist τον Scott Walker.

Tα ακροβατικά των τεχνικών προκειμένου να προετοιμάσουν το εκπληκτικό φωτο-σόου των πρωταγωνιστών της βραδιάς επιμήκυναν ακόμα περισσότερο την ανυπομονησία μας ενώ η μεξικάνικη ola κρατούσε απασχολημένα τα χέρια μας.

Ώσπου τα φώτα έκλεισαν. Ένα ηλεκτρονικό ηχητικό απόσπασμα φτιαγμένο από κομματάκια του “Reckoner” μας προειδοποίησε. Βγήκαν στη σκηνή. Οι εναρκτήριες νότες του κανονικού “Reckoner” ήταν η δικαίωση για ό,τι συνέβη τον προηγούμενο καιρό. Στον καθαρό βραδινό ουρανό της Nimes έψαχνα να βρω απαντήσεις και να αναρωτηθώ αν όντως είναι αλήθεια αυτό που συμβαίνει. Έχοντας ακούσει δεκάδες Bootlegs μπορώ να πω με σιγουριά πως το Ιερό Δισκοπότηρο της live συναυλίας των Radiohead περιείχε το πιο γλυκόπιοτο νέκταρ. Το μυθικό πλέον “Reckoner”, ο πιο κοντινός σε soul πειραματισμός της μπάντας, μας έδωσε μια μεγάλη και τρυφερή αγκαλιά. Το “Myxomatosis” πέρασε από πάνω μας σαν οργισμένη νταλίκα αφήνοντας μας τα σημάδια από τις ρόδες του, με τον Thom να μιμείται αρκετά πειστικά έναν celebrity. Τα “All I Need”, “Pyramid Song”, “Nude” έμοιαζαν με παρατεταμένους οργασμούς των αισθήσεων, στο “There There” o Jonny Greenwood προσπάθησε να προκαλέσει εξέγερση στην ήρεμη ως τότε Nimes, και στο “National Anthem” η θρυλική μπασογραμμή του έτερου Greenwood ανακάτεψε τα στομάχια και τα μυαλά μας αφήνοντας μόνο τα πόδια μας ανέγγιχτα ώστε να μπορούμε να χορεύουμε. Έπειτα ήρθε το “Faust Arp” σαν ηλιόλουστο πρωινό στο γρασίδι, και μετά τη συλλογική επιθυμία να πέσει η κυβέρνηση στο “No Surprises”, το “Where I End...” και το “Idioteque” έφτασαν την αντοχή και το ξέσπασμά μας στο χείλος του γκρεμού. Δεν μας έριξαν ακόμα όμως γιατί τα σχέδια των πέντε μικρών υπηκόων της Βασίλισσας δεν τελείωναν εκεί. Με ένα μεγαλειώδες ‘Street Spirit” και ένα “Bodysnatchers” που αν το χαρακτηρίσεις «εκρηκτικό» θα είναι σα να λες ότι ο Axl Rose είναι ιδιόρρυθμος, έφυγαν αναγκάζοντάς μας να παρακαλέσουμε για encore.

Στο 1ο encore με το “Talk Show Host” μας έβαλαν χαπάκια στην πορτοκαλάδα, αναγκάζοντάς μας να υποκύψουμε στις ψυχεδελικές του διαθέσεις, ενώ η ερμηνεία του Thom στο “Exit Music” έμοιαζε με το πρώτο δάκρυ του εραστή μπροστά στη θέα του θανάτου της αγαπημένης του. Το encore ολοκληρώθηκε με το απροσδόκητο ξέσπασμα του “Karma Police” που live, είναι αλήθεια, αποκτά ψυχοθεραπευτικές ιδιότητες.

Όταν παίχτηκαν οι αποχαιρετιστήριες νότες του “Planet Telex” (από τις πιο χαρακτηριστικές των 90’s) μείναμε στην κυριολεξία και δεν υπάρχει πιο ταιριαστή φράση, στα κρύα του λουτρού. Παρακολούθησα την πιο μεγαλειώδη παράσταση στη ζωή μου. Στο πιο μεγαλειώδες σκηνικό που μπορούσα να φανταστώ. Ένιωσα κατευθείαν μελαγχολικός.

It's all downhill from here, που λένε και οι συμπατριώτες τους. Ήθελα να ακούσω απεγνωσμένα τους δίσκους τους. Θέλαμε να τους ξαναδούμε σύντομα. Στην καθιερωμένη μετασυναυλιακή μπύρα σχεδόν συνήλθαμε. Σε ένα μαγαζί με δεκάδες αγνώστους που συζητούσαν όλοι αυτό που μόλις αντίκρυσαν, συζητώντας με την uptight ηρεμήσαμε. Και οριοθετήσαμε το γεγονός σαν αυτό που ήταν. Η συναυλία της ζωής μας. Μέχρι την επόμενη. Όχι ζωή, συναυλία.

23.12.08

Dig yourself!

* Σημείωση Διεύθυνσης some beans: Από το καταστόλιστο 15ώροφο μέγαρο των headquarters του πάντα μικρού και ταπεινού μας blog, θα θέλαμε να καλωσορίσουμε στην παρέα μας και να συστήσουμε στο πολυπληθές κοινό μας τον νέο συνεργάτη μας slamhound. To ψευδώνυμό του, όπως ο ίδιος σεμνά μας εξήγησε, σημαίνει "αναλώσιμος ερωτικός παρτενέρ". Η ειδικότητά του, το metal σε όλες του τις εκφάνσεις και πτυχές. Είτε πρόκειται για reviews σαν κι αυτή που ακολουθεί (είχαμε προγραμματίσει κι εμείς πάντως να βρισκόμαστε στη συναυλία του Dave και της παρέας του αλλά ανειλημμένες υποχρεώσεις δε μας το επέτρεψαν) είτε για καυτό gossip από το χώρο του death (πιστέψτε μας, ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ έστω κι αν δεν το γνωρίζετε!), ο slamhound είναι ο άνθρωπός μας. Καλώς το παιδί!

Εν μέσω πλήθους ακυρώσεων, οι Monster Magnet, 4 περίπου χρόνια μετά τα live στο Ρόδον, επανήλθαν για 2 εμφανίσεις στο Gagarin. Βράδυ Σαββάτου, λοιπόν, αποφύγαμε το support καθότι το southern Πατήσια heavy rock δεν συγκαταλέγεται στις μουσικές μας προτιμήσεις, φτάνοντας στο club κατά τις 9 και μισή να αγοράσουμε εισιτήριο (Κάπου εδώ ο συντάκτης οφείλει να καταγγείλει φαινόμενα πουστιάς που σημειώθησαν έξω από τον χώρο της συναυλίας. Αν εσείς κωλόπαιδα κοιτάτε μόνο την τσέπη σας πως θα συνεχίσουν οι διοργανωτές να μας γδύνουν κάθε χειμώνα;). Λίγο μετά τις 10, με έναν Wyndorf εμφανώς αδυνατισμένο ύστερα από τις πρόσφατες περιπέτειες με την υγεία του (αστειεύομαι φυσικά... ο τύπος έχει γίνει σα ντουλάπα), οι easy riders από το New Jersey ανέβηκαν στην σκηνή. Επί 75 περίπου λεπτά, κι ενώ στο φόντο εναλλάσσονταν 70's επιστημονική φαντασία, γυμνόστηθες και καρέ από αμερικάνικα κομιξ, οι Magnet θέριζαν, παίζοντας κομμάτια όπως "Negasonic Teenage Warhead", "Spine Of God", "Superjudge", "Powertrip" και "Zodiac Lung" σε ένα club όπου δεν έπεφτε καρφίτσα. 20 χρόνια μετά την κυκλοφορία του Forget About Life, Iʼm High On Dope demo tape συνεχίζουν να πατάνε χάμω τον όποιον ανταγωνισμό (και δεν αναφέρομαι μονάχα στα διάφορα stoner ερείπια, αλλά και στους heavy metal φλώρους που συχνά ενσωματώνουν παρόμοια αισθητική και ήχο) όχι μόνο δισκογραφικά αλλά και live. Ο ήχος άψογος, όλα τα μέλη του συγκροτήματος σε top φόρμα και το φινάλε ιδανικό με τον κιθαρίστα Ed Mundell να ποζάρει παρέα με τους roadies του. Ότι χρειαζόμασταν ύστερα από μία δύσκολη βδομάδα γενικευμένης παράνοιας. Κάτι σαν την αγελαδίτσα ένα πράμα. Τέλος, μια ειδική αναφορά σε όσους μπέρδεψαν το Gagarin με το κέντρο όπου εμφανίζονται η Ηρώ και ο Μέμος Μπεγνής αλλά και σε όσους συνηθίζουν να εκφράζουν φωναχτά τις αρνητικές εντυπώσεις τους, εκ του ασφαλούς μετά το τέλος κάθε συναυλίας. Ναι... δε λέω, ο Μπάμπης Στόκας παίζει πιο δυνατά, όμως άλλη φορά να κρατάτε τις γνώμες σας για τον εαυτό σας. Άλλωστε, it's a satanic drug thing, you wouldn't understand...

17.12.08

2008: This is a Story, some kind of a story

(Προειδοποίηση: Μεγάλο Κείμενο!)

Καμία άλλη χρονιά τα Χριστούγεννα δεν πλησίασαν τόσο ύπουλα όσο φέτος. Πράγμα λιγάκι οξύμωρο αν σκεφτεί κανείς ότι το 2008 μου έχει φανεί τεράστιο. Κι όταν λέμε τεράστιο, εννοούμε Γιγαντιαίο. Ατέλειωτο. Άσωστο. Υπάρχουν χρονιές που δε μου έχουν μείνει στη μνήμη παρά μόνο για κάποιες σκόρπιες στιγμές, και που η υπόλοιπη διάρκειά τους έχει χαθεί στους πίσω χώρους του χρονοντούλαπου σαν κάτι τριμμένα σεντόνια που δεν θες να στρώσεις πια, αλλά λυπάσαι να τα κάνεις και ξεσκονόπανα (κι εδώ σταματούν οι παρομοιώσεις κατευθείαν από το λυσάρι της Ελληνίδας συγγραφέως αισθηματικών διηγημάτων, το υπόσχομαι). Το 2008 δεν πρόκειται να είναι ποτέ για την υπογράφουσα μια τέτοια χρονιά.

Και δεν είναι πως ήταν καμιά χρονιά πνιγμένη στη χαρά. Ήταν μάλλον μια χρονιά σκωτσέζικο ντους - με διαφορά αυτή με τις περισσότερες διακυμάνσεις ευχάριστων και δυσάρεστων καταστάσεων που έχω βιώσει και με την ένταση των συναισθημάτων να χτυπάει συχνά κόκκινο. Ίσως γι'αυτό θεωρώ ότι θα τη θυμάμαι πάντα. Το θέμα όμως είναι ότι τελειώνει. Ότι απόψε, από το σαλόνι μου, υπό τους ήχους του Devotion των Beach House, πλάι στο στολισμένο δέντρο, μπορώ επιτέλους να πω ότι πλησιάζει το τέλος και να κοιτάξω πίσω, μπαίνοντας στο mood της ανασκόπησης που με πιάνει κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. Και, πριν ξεκινήσω μαζί με τον mr.grieves τις απαραίτητες λίστες που συνοδεύουν τόσο καλά τους κουραμπιέδες, να μοιραστώ μαζί σου, ω! αγαπητέ αναγνώστη, χωρίς ανατριχιαστικές λεπτομέρειες αλλά προσπαθώντας να περιγράψω τα συναισθήματα, την ιστορία που στιγμάτισε περισσότερο από κάθε άλλη το 2008 για μας εδώ στο some beans. Ίσως να αναρωτηθείς τι σ'ενδιαφέρει εσένα. Whatever. Η ανάγκη να μοιραστώ το τι σήμανε για μένα αυτή η ιστορία με τον έξω κόσμο είναι μεγάλη, οπότε θα παρακάμψω το ερώτημά σου και θα περάσω στο ψητό.

Η ιστορία μας έχει τίτλο "Το ταξίδι".

Ξεκίνησε πέρυσι τέτοια εποχή περίπου, αθώα και χαρούμενα. Αρχές Δεκεμβρίου του 2007, οι Radiohead ανακοίνωσαν τις ημερομηνίες της ευρωπαϊκής τους περιοδείας για το In Rainbows. Έχοντας τις καλύτερες αναμνήσεις από τη μοναδική φορά που οργάνωσα ταξίδι στο εξωτερικό γύρω από μια συναυλία, για χατίρι και πάλι των φίλτατων Οξφορδέζων - στη Μαδρίτη, το καλοκαίρι του '03 - και με δεδομένη την πολύ μεγάλη (understatement of the year) επιθυμία μας να τους δούμε (εγώ για 3η φορά, ο mr.grieves για πρώτη), βουτήξαμε τον μισοδιαλυμένο ευρωπαϊκό οδικό χάρτη που είχα αγοράσει σε μια φάση που τα οικονομικά μου επέτρεπαν μόνο νοερά ταξίδια. Τα βάλαμε κάτω κι αποφασίσαμε να μην κάνουμε το σχετικά απλό (πάμε σε μια πόλη, βλέπουμε το live, γυρνάμε) αλλά να ταξιδέψουμε. Η συναυλία-στόχος ήταν στη Nîmes, μια μικρή πόλη στη Νότια Γαλλία, με έντονη τη σφραγίδα της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Ημερομηνία, 14 Ιουνίου 2008. Ο άλλος στόχος ήταν ένα από τα όνειρά μου - να μείνω για μια έστω μέρα σε ένα χωριουδάκι στην Ελβετία. Και όλα αυτά με το χαμηλότερο δυνατό μπάτζετ.

Στις 11 Δεκεμβρίου, με την πολύτιμη βοήθεια ενός Περουβιανού φίλου, κλείσαμε τα εισιτήρια της συναυλίας. Κοιτάζοντας το χαρμόσυνο email που με πληροφορούσε για το γεγονός και σηματοδοτούσε ουσιαστικά το ξεκίνημα της οργάνωσης του ταξιδιού μας, έκανα στον εαυτό μου τη μοιραία ερώτηση "τι μπορεί να πάει στραβά;". Το εξάμηνο που μεσολάβησε μέχρι την αναχώρησή μας μου έδωσε τόσες εμφατικές απαντήσεις, που η ερώτηση αυτή έφτασε να παίζει κοροϊδευτικά σε επανάληψη στο μυαλό μου.

Τους επόμενους δυο μήνες, τα οικονομικά μας κατρακύλησαν και το γραφείο που δούλευα ξέμεινε από δουλειές. Το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου με βρήκε χωρίς ρεύμα και τηλέφωνο και με σπασμένα γυαλιά - άνετα μπαίνει στη λίστα με τις χειρότερες μέρες της ζωής μου. Το ίδιο απόγευμα, προσπαθώντας να συνέλθω, έλεγα στον mr.grieves ότι "να δεις που σε 4 μήνες από τώρα θα περιμένουμε έξω από την Arene de Nîmes και θα τα θυμόμαστε όλα αυτά και θα γελάμε", με το ίδιο ύφος που το λέει ο Μελλοθάνατος του Αρκά από τον Ισοβίτη.

Πέρασε άλλος ένας μήνας κάπως έτσι, και είχα φτάσει στο σημείο να πιστεύω ότι με το που θα έπαιρνα τα εισιτήρια στα χέρια μου θα έπρεπε να τα πουλήσω σε κάποιον που στ'αλήθεια θα πήγαινε. Τότε, σαν καλή νεράιδα του παραμυθιού, ένας παλιός συνεργάτης μου πρότεινε να δουλέψω μαζί του. Οι λογαριασμοί είχαν μαζευτεί σωρό, αλλά ήταν μια ελπίδα. Στα τέλη του Απριλίου μπορούσαμε να ξανακάνουμε σχέδια. Και τα κάναμε, τάχιστα. Μέχρι τα μέσα Μαίου είχαμε τακτοποιήσει τα πάντα, έχοντας καταλήξει στη λύση του αυτοκινήτου για τις μετακινήσεις μας στο τρίγωνο Μιλάνο (αεροδρόμιο) - Leysin (το χωριουδάκι που λέγαμε) - Nîmes. Όλα αυτά μετά από τρελό ψάξιμο για ευκαιρίες, με το ελάχιστο κόστος και γνωρίζοντας ότι θα ήμασταν εντελώς τσίμα-τσίμα.

Τότε, αυτός ο Κάποιος εκεί έξω που πάντα γελάει χαιρέκακα μόλις χαρείς, ξέροντας πως σε περιμένει νέα μπανανόφλουδα στην επόμενη γωνία, γέλασε και πάλι βροντερά. Με λίγες μέρες διαφορά, δυο συγγενείς μας πρώτου βαθμού βρέθηκαν στο νοσοκομείο σε σοβαρή κατάσταση. Το ταξίδι τυλίχθηκε σε ζελατίνα και μπήκε στο κάτω ράφι του ψυγείου. Υπήρχαν σημαντικότερα πράγματα στη μέση. Τα συναισθήματα χτύπησαν νέο ναδίρ.

Όταν όλα έληξαν ομαλά και οι καρδιές όλων μας γύρισαν από την Κούλουρη, είχε φτάσει πια 5-6 Ιουνίου. Με τα νεύρα τσατάλια από όσα είχαν προηγηθεί και τις συνοδευτικές αμφιβολίες για το αν έπρεπε να φύγουμε ενώ τα αγαπημένα μας πρόσωπα ήταν ακόμα σε ανάρρωση, ετοιμάσαμε βαλίτσες και τα τυπικά. Η αναχώρηση ήταν Τετάρτη, 11 Ιουνίου. Τη Δευτέρα και την Τρίτη, σαν ξεπροβόδισμα, έπεσε μαζεμένη η περισσότερη δουλειά όλης της χρονιάς, και οι ώρες μέχρι την Τετάρτη κυλούσαν πολύυυ αργά. Αλλά έφτασε.

Το πρωί της 11ης Ιουνίου, όλα ήταν έτοιμα. Όλα έτοιμα είπαμε; Χο! Χο! Χο! Ακούστηκε και πάλι βροντερό το κοσμικό γέλιο. Το αεροπλάνο έφευγε στις 4, κι έπρεπε να είμαστε στο αεροδρόμιο 2 με 2.30. Γύρω στις 12, ο mr.grieves ήρθε στο σπίτι μου και είπαμε να κάνουμε έναν τελευταίο έλεγχο πριν ξεκινήσουμε. Διαβατήρια, τσεκ, τυπωμένα vouchers για τα εισιτήρια και τα ξενοδοχεία, τσεκ, δίπλωμα...

Δίπλωμα, τσεκ. Πλην όμως, το μαγικό ροζ τρίπτυχο που είχα στα χέρια μου ήταν της μάνας μου καθώς, μέσα στην παραζάλη από τη δουλειά της Δευτέρας, είχα πάρει αυτό από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου που μοιραζόμαστε αντί για το δικό μου. Το αυτοκίνητο, δε, βρισκόταν στη δουλειά της, στου Ζωγράφου. Κι εμείς στα βάθη του Πειραιά, με δυο τεράστιες βαλίτσες και δυο ώρες καιρό για να βρεθούμε στα Σπάτα χωρίς κατά προτίμηση να χρησιμοποιηθεί ταξί.

Ένιωσα σα να έπαιζα σε ταινία, από εκείνες μάλιστα που απορείς πως στην ευχή τα σκέφτηκε αυτά τα τρελά ο σεναριογράφος. Το μυαλό μου αδυνατούσε να χωρέσει το μέγεθος της καταστροφής. Ολόκληρο το ταξίδι που τόσο καιρό περιμέναμε σαν όαση και με τόσο κόπο είχαμε καταστρώσει και - ακόμα περισσότερο - πληρώσει, ήταν στον αέρα εξαιτίας μου. Ήθελα να καταρρεύσω αλλά δεν υπήρχε ούτε καν αυτή η πολυτέλεια.

Μετά από ένα εικοσάλεπτο διανθισμένο από σκηνές αλλοφροσύνης και με διάφορες λύσεις απελπισίας να πετάγονται στον αέρα, έπρεπε να κάνουμε το γενναίο βήμα έξω απ'την πόρτα. Άλλο ένα τέταρτο αναλώθηκε σε μάταιες προσπάθειες να βρούμε ταξί που να μας πάει με τις βαλίτσες μεσημέρι Τετάρτης στου Ζωγράφου, κι αφού πειστήκαμε πως αυτό θα γινόταν μόνο με τζίνι από το λυχνάρι του Αλαντίν στο τιμόνι, πήραμε το δρόμο για τον ηλεκτρικό, κι από εκεί για το αεροδρόμιο. Η διαδρομή που περίμενα σαν την πιο χαρούμενη της χρονιάς είχε πάρει κάτι από τη σκούρα απόχρωση του εξάμηνου που είχε προηγηθεί.

Το ίδιο το ταξίδι με βρήκε σε περισυλλογή. Πως θα πηγαίναμε το βράδυ στο Leysin; Πως θα κάναμε όλες εκείνες τις διαδρομές; Θα μας έφταναν τα λεφτά για τα τρένα; Θα προλαβαίναμε τη συναυλία, στην τελική; Κι αν φτάναμε στη Nîmes, θα είχαμε αρκετά χρήματα για να πάμε πίσω στο Μιλάνο και να πάρουμε το αεροπλάνο της επιστροφής; Στο μυαλό μου, το μαγικό πενταήμερο που περιμέναμε είχε ήδη μετατραπεί σε έναν αγχώδη αγώνα δρόμου με αβέβαιη εξέλιξη και τέλος.

Στο Μιλάνο, είχα την ίδια βαριά καρδιά ενώ κατευθυνόμασταν στο σταθμό των τραίνων. Εκεί μάθαμε ότι το τελευταίο τρένο για Ελβετία είχε φύγει μισή ώρα πριν φτάσει η σειρά μας να εξυπηρετηθούμε από έναν ασύλληπτα βαριεστημένο υπάλληλο μετά από ένα ακόμα πιο ασύλληπτα ηλίθιο σύστημα αναμονής. Ήταν 10 το βράδυ όταν οριστικά συνειδητοποιήσαμε ότι το πρώτο κιόλας βράδυ είχαμε ξεμείνει μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα από εκεί που είχαμε κανονίσει να βρισκόμαστε, οπότε και με πήραν τα ζουμιά. Πίστεψα ότι το ταξίδι μας είχε καταστραφεί οριστικά, ότι όλες οι απόπειρες για να βρούμε άκρη στους σταθμούς θα ήταν κάπως έτσι και ότι όλα αυτά που φανταζόμασταν όσο προσπαθούσαμε να αντέξουμε δεν θα γίνονταν ποτέ.

Πήγαμε και βολευτήκαμε σ'ένα κοντινό ξενοδοχείο. Εκεί, στο μικρό δωμάτιο ήταν που συνειδητοποίησα ότι στην τελική ήμασταν στο Μιλάνο και ήμασταν στο ταξίδι μας, και ότι θα κάναμε ό,τι μπορούσαμε (και γουστάραμε) μ'αυτό, και που το βούλωσε ο Παρθένος και μίλησε ο περιπετειώδης εαυτός μου που ως τότε είχε λουφάξει. Και κάπου εκεί, επιτέλους, το πραγματικό ταξίδι άρχισε.

Τα επόμενα τρία εικοσιτετράωρα, από το βράδυ εκείνο στο Μιλάνο μέχρι και τα τέσσερα χιλιόμετρα που περπατήσαμε στις τρεισήμισι τη νύχτα γυρίζοντας από τη συναυλία στο ξενοδοχείο στη Nimes, μπορούν να χαρακτηριστούν μόνο με τη λέξη "ονειρικά". Όχι με την τετριμμένη έννοια που χρησιμοποιείται στα δελτία τύπου για να περιγράψει με κομψό και λίαν κολακευτικό τρόπο τη μουσική της Enya, αλλά την κυριολεκτική. Ήταν the stuff dreams are made of, που λένε. Η ανταμοιβή για όλη την αγωνία, τα διαλυμένα νεύρα, τη στενοχώρια, τα κλάματα έξι μηνών ήταν αυτές οι τρεις μέρες. Τέσσερεις και μισή τυπικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι για μένα τουλάχιστον η τελευταία μιάμιση μέρα, με όλες τις ωραίες στιγμές της, ήταν μέρος της ψυχολογικής προετοιμασίας για την προσγείωση στα πάτρια εδάφη και την πραγματικότητα. Αλλά χαλάλι.

Το τριήμερο ήταν γεμάτο. Γεμάτο από εικόνες που εύκολα μπορώ να φέρω ξανά στο μυαλό μου, με όλα τους τα χρώματα πεντακάθαρα σαν μικρές polaroids, κι ας έχουν περάσει έξι μήνες από τότε. Γεμάτες από συναισθήματα που επίσης έρχονται ξανά αυτούσια συνοδεύοντας τις εικόνες. Και γεμάτες από εμπειρίες που έκαναν το μικρόκοσμό μας κατά πολύ πλουσιότερο. Ναι, έχω ξαναταξιδέψει στο εξωτερικό. Τόσο έντονες, ξέχειλες από περιεχόμενο μέρες όμως δεν θυμάμαι να έχω ξαναπεράσει.

Η στιγμή που πρωτοαντικρύσαμε το Duomo βγαίνοντας από το Μετρό. Η βόλτα που κάναμε στην πλατεία από κάτω και στις μαρμαροστρωμένες στοές της Όπερας, και το παγωτό πεπόνι. Τα χαρτιά στο παγκάκι του σταθμού στις 6.30 το άλλο πρωί. Το ταξίδι προς την Ελβετία, με τη λίμνη Maggiore στα δεξιά και τα πανέμορφα χωριουδάκια στ'αριστερά, πνιγμένα στα λουλούδια και στο πράσινο. Η Ελβετία! Ναι, η Ελβετία είναι όπως τη φανταζόμασταν. Τακτοποιημένα χωράφια, διάσπαρτα κοπάδια αγελάδες και γύρω-γύρω κάτασπρες, μεγαλόπρεπες κορυφές. Το Monte Rosa, το Mont Blanc, επιβλητικοί όγκοι που αντανακλούσαν το φως του πρωινού καλοκαιρινού ήλιου. Και μετά το Aigle. Το μικρό τρενάκι με τις οδοντωτές ράγες που μας περασε μέσα από τα αμπέλια και άρχισε να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, να ανεβαίνει... Το Leysin!

Είχε 15 βαθμούς και από το στόμα μας έβγαινε αχνός, όπως γίνεται εδώ γύρω στο Νοέμβρη. Ο ταξιτζης σταμάτησε το ταξίμετρο όσο περιμέναμε σε κάτι έργα να περάσουν οι απέναντι. Το ξενοδοχειάκι όλο ξύλινο. Το μπαλκόνι. Η θέα! Πράσινα λειβάδια, απέναντι πράσινες κορυφές, στο βάθος κάποιες άσπρες. Και μετά κατεβήκαμε. Το λειβάδι. Ξάπλα στον ήλιο, μέσα στα αγριολούλουδα, δεν σκεφτόμασταν πια τίποτα. Δεν υπήρχε Αθήνα, δεν υπήρχε τίποτα άλλο.

Η βόλτα σε όλο το χωριό. Τα σπιτάκια με τα χρωματιστά ξύλινα παραθυρόφυλλα. Το ομορφότερο αγριολούλουδο που είχαμε δει ποτέ. Ο Λάρι το Λάμα! Οι άνθρωποι, που μας έλεγαν "Bonjour!" απλά επειδή διασταυρωθήκαμε μαζί τους στο δρόμο κι εμείς κοιταζόμασταν μεταξύ μας. Η κυρία Lisette με τα πλεχτά της. Η κυρία Maria με το μαγαζάκι με τα μπιμπελό που είχε έρθει πρόσφατα στην Κρήτη. Ο απίστευτα εξυπηρετικός κυριούλης, αγνώστων λοιπών στοιχείων, στο σταθμό του τρένου. Τρένο που σε πήγαινε με μια μόνο αλλαγή στη Γενεύη, με συνολικό χρόνο αναμονής 7 λεπτά και ακρίβεια δευτερολέπτου. Η μικρή Τερέζα που δεν ήταν κατσαρίδα, αλλά το πανέμορφο γατί του σταθμού. Το ξύλινο, κίτρινο τραπεζάκι του πικνίκ, με τη θέα στα βουνά. Η 9η του Μπετόβεν - ο Ύμνος της Χαράς! - που ακούσαμε από μια λίγο αδέξια φλογέρα καθώς έπεφτε ο ήλιος, για ν'ανακαλύψουμε λίγο μετά ότι υπεύθυνη ήταν μια πιτσιρίκα γύρω στα 4 που μας κοίταζε με περιέργεια από την ανοιχτή πόρτα του σπιτιού της. Το fondue με τα τυριά στο ζεστό εστιατόριο του ξενοδοχείου, με τη βροχή έξω να ρίχνει ένα γκρίζο πέπλο στο αλπικό τοπίο. Και όλα αυτά έγιναν μέσα σε μια μόνο μέρα...









Το πρωινό στις εφτάμισι το πρωί με τον κο Μπονέλι να έχει ανοίξει πιο νωρίς την τραπεζαρία μόνο για μας και με το "Monkey Gone To Heaven" από live (!) να παίζει στα ηχεία. Το ανέβασμα στο λασπωμένο μονοπάτι για το μικρό σταθμό σέρνοντας τις βαλίτσες. Το κατέβασμα με το τρενάκι. Η απίθανη διαδρομή για τη Γενεύη, δίπλα στη λίμνη Λε Μαν, με το Mont Blanc να υψώνεται πάνω από τα νερά στο βάθος. Η Γενεύη! Mε τις εκβολές του Ροδανού να συναντάνε τη λίμνη, με χιλιάδες πολύχρωμο κόσμο (είχε και Euro) ν'απολαμβάνει το δυνατό ήλιο, δεκάδες ποδήλατα παντού, μπαρόκ και ροκοκό και σύγχρονα κτίρια όλα σε τέλεια ισορροπία και τα πάντα σχεδόν αηδιαστικά καθαρά και φροντισμένα. Μα γιατί δεν είναι σαν κι εμάς; Γιατί οι ντόπιοι γιάπηδες βγάζουν τα παπούτσια και την αράζουν στο γρασίδι στο μεσημεριανό τους διάλειμμα, αντί να κυνηγάνε γκομενάκια ή να κουτσομπολεύουν τον δύστυχο εργασιομανή geek του γραφείου; Δεν ξερουνε να ζουν οι ξενέρωτοι, τι να λέμε. Οι δημόσιες τουαλέτες, στο μεταξύ, χαλαρά ό,τι το πλησιέστερο σε διαστημόπλοιο έχουμε δει ποτέ και δεν κάνουμε καθόλου πλάκα (πλέον).

Απογευματάκι. Το τρένο για τη Valence κι από εκεί το TGV που κατάπιε 150 χιλιόμετρα σε 43 λεπτά, μ'εμάς στριμωγμένους σε μια γωνιά αφού στα τρία λεπτά που έμεινε στο σταθμό δεν μπορέσαμε να βρούμε αυτό όπου θα καθόμασταν ανάμεσα στα 25 δίπατα βαγόνια. Αλλά κατά τις 9,15 ήμασταν εκεί! Η Nimes δεν φάνηκε ν'αλλάζει τους ράθυμους τρόπους της για να μας υποδεχτεί, και μια απεργία των ταξί μας καλωσόρισε πίσω στα μεσογειακά κλίματα. Τα παιδιά από την πιτσαρία κάτω από τη γέφυρα καλέσανε τον μοναδικό απεργοσπάστη που ήρθε 40 λεπτά μετά. Αλλά ήμασταν εκεί.

Και το Σάββατο. Η πιο ηλιόλουστη μέρα μας βρήκε να περπατάμε ως την πόλη και μετά μέσα της. Τα πλακόστρωτα στενάκια, με τις πλάκες κάτω ν'αστράφτουν (δεμένες ανά 4 με μπρούτζινα καρφιά με χαραγμένο επάνω τον κροκόδειλο με τον φοίνικα, σύμβολο της πόλης, σχεδιασμένο από τον Philippe Starck) και τα μικρά τους μαγαζάκια μας υποδέχτηκαν. Το ιστορικό κέντρο, γεμάτο με κόσμο σαν κι εμάς που είχε μαζευτεί απ'όλη τη Γαλλία κι ένα σωρό άλλες χώρες για τη συναυλία... Η σκλαβωτικά ευγενική, στρουμπουλή κυρία με την τρομερή κρεπερί της (κρέπα After Eight, με ζεστή πικρή σοκολάτα και παγωτό μέντα. Μμμμμ!) που όταν πληρώναμε μας ρώτησε πως κι από τα μέρη της και όταν της είπαμε έδειξε πλήρως ενημερωμένη, φωνάζοντας χαρωπά "Αααα, λε κονσέρ ντε Ραντιοέεεντ!"...

Και μετά, η Αρένα! Είχε λοιπόν φτάσει εκείνη η στιγμή. Ήταν 14 Ιουνίου και καθόμασταν στο πλακόστρωτο έξω από τη μεγαλόπρεπη διώροφη ρωμαϊκή αρένα, με μπόλικη ώρα στη διάθεσή μας για να θυμηθούμε τη 14η Φεβρουαρίου καθώς περιμέναμε, κάνοντας πράξη εκείνη την κουβέντα που είχα πει. Αλλά δεν το κάναμε. Ήμασταν τόσο χαρούμενοι που βρισκόμασταν στ'αλήθεια εκεί, ήρεμοι και ξέγνοιαστοι, που προτιμήσαμε να επικεντρωθούμε στο task at hand, δηλαδή στο να βολευτούμε καλύτερα κάτω από τον ήλιο για ν'ακούσουμε απερίσπαστοι το soundcheck, καθώς αντηχούσαν μέσα από την άδεια αρένα οι πρώτες νότες του "Weird Fishes/Arpeggi". Για τη συναυλία αυτή καθ'αυτή θα μιλήσουμε όταν έρθει η ώρα (πολύ σύντομα δηλαδή) αλλά μετά το τέλος, καθισμένοι σε ένα εστιατοριάκι με εκατοντάδες κόσμο τριγύρω να συζητάει το ίδιο ακριβώς πράγμα με μας ("Μα πως τόλμησαν να μην παίξουν το 'How To Disappear';;;!!;!;"), νιώθαμε πλήρεις. Ευτυχισμένοι. Η Αθήνα, τα προβλήματα, όλα είχαν θαφτεί κάτω από ένα βουναλάκι χαράς και ηρεμίας.

Ξέραμε φυσικά ότι δεν ήταν φτιαγμένο για να κρατήσει πολύ. Την άλλη μέρα, μετά από καταδικασμένες εκ των προτέρων προσπάθειες να βρούμε εισιτήρια για τη δεύτερη συναυλία (ένα από τα συμπεράσματα που επαληθεύτηκαν για μένα σε αυτό το ταξίδι ήταν ότι, αν πάρεις εισιτήριο για μια συναυλία των RH σε μια πόλη όπου παίζουν και την επομένη, θα πρέπει να πάρεις και για τη δεύτερη συναυλία, Φακτ. Δεν το είχα κάνει ούτε όταν είχαν έρθει στην Αθήνα. Το δις εξαμαρτείν, κλπ), φύγαμε από την πολη, τόσο για να μη μελαγχολήσουμε, όσο και για να προλάβουμε να δούμε άλλη μία. Έτσι κι αλλοιώς, η Μασσαλία ήταν στο δρόμο προς το Μιλάνο και μας υποδέχτηκε πολύβουη και πολύχρωμη, και βρήκαμε δωμάτιο σ'ένα παλιό ξενοδοχείο, φτιαγμένο θαρρείς για σκηνικό σε κάποιο ασπρόμαυρο φιλμ με τη Lana Turner ή έναν James Stewart ν'ανεβαίνει τις σκάλες με το όπλο στο χέρι.

Μετά όμως βράδιασε. Οι δρόμοι άδειασαν, τα λεωφορεία σταμάτησαν από τις 8, τα μαγαζιά ήταν κλειστά, ένα ψιλόβροχο άρχισε να πέφτει, και η μουντή Κυριακή κατακάθισε πάνω μας, προετοιμάζοντας τη μοιραία Δευτέρα που προσπαθούσαμε να ξεχάσουμε - τη Δευτέρα της επιστροφής. Ίσως έφταιγε η ομοιότητα του μέρους με τον Πειραιά που, εμένα τουλάχιστον, μ'έφερνε πιο κοντά στο σπίτι απ'ότι θα ήθελα εκείνη τη στιγμή. Το αργό, παμπάλαιο τρένο για το Μιλάνο δε βοήθησε, ούτε και η καταρρακτώδης βροχή στο Malpensa. Γυρίζαμε πίσω, να ξαναβρούμε τους σκελετούς που είχαμε κλείσει στο ντουλάπι από την Τετάρτη το βράδυ.

Και τους βρήκαμε. Τα συνηθισμένα 35άρια της Αθήνας μετά τον ανοιξιάτικο καιρό της Ελβετίας και το γλυκό καλοκαιράκι της Nîmes. Τις πανάσχημες πολυκατοικιες και το ακαταμάχητο μίγμα σταρχιδισμού και μουντρουχίλας όπου γυρίζαμε το μάτι μας. Φρέσκους λογαριασμούς κάτω απ'την πόρτα μας και ξαναζεσταμένη γκρίνια και άγχος στο περιβάλλον μας.

Τώρα, όμως, μπορούσαμε να ανασύρουμε κατά βούληση μια από όλες εκείνες τις στιγμές και να χαμογελάμε σα χαζοί με την ανάμνησή της, αλλά και με την ανάμνηση όλων όσων προηγήθηκαν και την έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο φωτεινή (Κοέλιο, φαντάζομαι το ξέρεις ότι γράφεις μαλακίες. Το σύμπαν τη βρίσκει περισσότερο να συνωμοτεί για να ΜΗΝ τα καταφέρεις!). Πιθανότατα θα κάνουμε κι άλλα ταξίδια στο μέλλον, και ίσως κάτω από καλύτερες συνθήκες, αλλά είναι σίγουρο ότι κανένα δεν θα είναι τόσο πολύτιμο όσο αυτό.

15.12.08

From the here and now to eternity/ Will you remember me?

Έχει περάσει μια βδομάδα και κάτι από τη δολοφονία και κάποιες μέρες από τα γεγονότα των βανδαλισμών. Αυτό που δεν θα σταματήσει ποτέ να μας εντυπωσιάζει είναι το πως όλες οι ιστορίες που ταράζουν τη χώρα μας από ένα σημείο και μετά μοιάζουν με κακοπαιγμένες παραστάσεις. Σαν κάποιος έπειτα από ένα σημαντικό συμβάν να μοιράζει θεατρικούς ρόλους. Η διανομή γίνεται αυτόματα και οι ηθοποιοί σίγουρα δεν κάνουν πείσματα για τον ρόλο που τους ανατίθεται.

1) Οι πολιτικοί.
Οι πολιτικοί ακολουθούν δύο δρόμους. Όταν έχουν άμεσες ευθύνες, τις αποποιούνται και τις μεταφέρουν παραδίπλα, προσπαθώντας παράλληλα να εμφανίζονται όσο το δυνατόν λιγότερο προκειμένου να ξεχάσουμε την παρουσία τους. Η τακτική μοιάζει με την ψευδαίσθηση που είχες μικρός όταν έσπαγες το ακριβό βάζο της μάνας σου. Κλειδώνεσαι στο δωμάτιό σου και εξαφανίζεσαι από το οπτικό της πεδίο ελπίζοντας να το ξεχάσει. Δυστυχώς, πάντοτε το ανακαλύπτει και ποτέ δεν ξεχνά να σε μαλώσει. Σημαντική λεπτομέρεια βεβαίως είναι ότι ο ψηφοφόρος ξεχνάει. Η μάνα ποτέ.

Ο δεύτερος δρόμος είναι ο δρόμος της απευθείας αποδόσεως ευθυνών στους άλλους. Αν ξέρεις ότι οι δικοί σου δεν φταίνε αυτή τη φορά, τότε ζητάς από το να διαλυθεί όλο το πολιτικό σύστημα μέχρι δικαίωμα ψήφου στα ιμάμ μπαιλντί.

2) Η αστυνομία
Ένα μεγάλο μέρος της φιλοσοφίας της τιμημένης μας αστυνομίας (ελιγμός προς αποφυγήν κλεισίματος some beans) μπορεί να περιγραφεί με μια μικρή προσωπική ιστορία που θα σας πω αμέσως. Βρισκόμουν σε μαγαζί εποχιακών ειδών παρέα με την uptight οπότε και μπαίνει ένα συμπαθές όργανο (της τάξης) στο μαγαζί. Η κυρία που είχε το μαγαζί, με δουλοπρέπεια και ύφος χαφιέ που θα ζήλευαν και τα πιο πολυάσχολα δάχτυλα στην κατοχή, αφού πούλησε κάτι χριστουγεννιάτικο στο όργανο για το στόλισμα της κλούβας, τον ρώτησε με ναζιάρικη αγανάκτηση «πότε επιτέλους θα σταματήσουν αυτά;» (εννοώντας τα επεισόδια). Τότε ο δημοκράτης φύλακας της ασφάλειας μας, απαντώντας με τη σιγουριά της μπαρουτοκαπνισμένης πόρνης όταν τη ρωτάνε αν θα μπορέσει να τα βγάλει πέρα με την τρίτη επιλαρχία μαυροσκούφηδων που περιμένει, είπε πως αν κρίνει από αυτά που συνέβησαν πριν 20 χρόνια ο χαμός θα κρατήσει για κανά μήνα. Προσθέτοντας «μόνο που τότε ο αστυνομικός είχε 100% δίκιο». Άβολη στιγμή. Σα να βρίσκεσαι σε ένα μπαρ και την στιγμή που έχει σταματήσει η μουσική να φωνάζεις «ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΕΧΩ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ!». Ήθελα να τον ρωτήσω «και σε αυτήν τη περίπτωση πόσο τοις εκατό είχε δίκιο ο αστυνομικός;» αλλά δυστυχώς όλα τα έξυπνα πράγματα σου έρχονται κατόπιν εορτής.

3) Οι δημοσιογράφοι
«Η θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια των συμμαθητών του», «η σιωπηλή οδύνη της τραγικής μητέρας», «ο αμετανόητος πιστολέρο», «ούτε αυτό γλίτωσε από την οργή των γνωστών-αγνώστων», «το γελαστό παιδί που έφυγε από τη ζωή», «προσπαθούν να περισώσουν ότι μπορούν από την περιουσία τους», «τον πυροβολούν ξανά!» «πλήγμα στον τουρισμό μας!» και άλλα τέτοια πολλά χρησιμοποιούνται κυρίως για να καλύψουν το ΠΟΠ! του φελλού της σαμπάνιας που ανοίγουν πίσω από τις κάμερες αφού βρήκαν θέμα για τουλάχιστον δύο εβδομάδες.

4) Οι γνωστοί-άγνωστοι
Η multi-culti αγαπησιάρικη συνομοταξία είναι αναμφισβήτητα ευέλικτη και με ευρύ φάσμα γνωριμιών και παρεών. Είναι κάτι σα το βαποράκι στη φυλακή. Κάνει παρέα με όλους και αποτελεί έναν σοβαρό μεσάζοντα όταν θες εξυπηρέτηση. Ένα μέρος της θα πετάξει πέτρα στα ΜΑΤ, ένα άλλο μέρος της θα διαβάζει Playboy στην κλούβα παρέα με τα υπόλοιπα ΜΑΤ.

Όταν ο κάθε ηθοποιός παίζει το κομμάτι του σχεδόν ξεχνάς τον βασικό λόγο για τον οποίο ανέβηκε η παράσταση. Η οργή κατευνάζεται, η ζωή σου αναπόφευκτα ξαναγυρνά στους ρυθμούς της μιας και δεν είχες άμεση σχέση με το θύμα, και πριν το καταλάβεις έχει σκάσει η επόμενη βόμβα που θεωρητικά θα ταράξει τα θεμέλια της κοινωνίας μας. Πριν και αυτό, όπως και όλα τα πράγματα στη χώρα μας, καταφέρουμε τελικά να το κάνουμε ιλαρό.

Τα θεμέλια της κοινωνίας μας ή της πολιτικής δεν πρόκειται να αλλάξουν τόσο σύντομα και απότομα. Αν γίνει κάτι τέτοιο τότε πραγματικά θα μιλάμε για ιστορικό παράδοξο. Και ας είμαστε ειλικρινείς. Πόσο συχνά ειδικά σήμερα συμβαίνει κάτι τέτοιο; Όπως και στη μουσική, όσο περνούν οι δεκαετίες ο κόσμος γίνεται πιο υποψιασμένος, ενώ οι μεγάλες τομές γίνονται όλο και πιο σπάνια. Ο λόγος είναι ότι μέσα στην καταιγίδα της υπερπληροφόρησης το να μπορέσει να ξεχωρίσει κάτι πραγματικά είναι εξίσου δύσκολο με το να χωρέσει ο Άγιος Βασίλης σε σωλήνα καλοριφέρ.

Όμως εκείνο που θα μπορούσε να έχει πιο απτά αποτελέσματα είναι η διατήρηση της μνήμης. Και δεν εννοώ τη μνήμη του παιδιού. Αυτήν θα τη διατηρεί η οικογένειά του και μάλιστα σε πολύ πιο ζεστό μέρος από την επιφανειακή δική μας συμπάθεια. Εννοώ τις μνήμες από όλη αυτή την ιστορία. Να μην ξεχνάμε δηλαδή τι μας δίδαξε. Τις ελάχιστες στιγμές που θα έχουμε κάποιου είδους λόγο στις εξελίξεις, ή τις καθημερινές στιγμές που θα αγοράσουμε μια εφημερίδα, ή θα ακούσουμε κάποιον, να θυμόμαστε τι ρόλο έπαιξαν στο παρελθόν. Τι συμφέροντα εξυπηρέτησαν και πόσο συνεπείς ήταν με τις ευθύνες τους. Οι προσωπικές εμπειρίες και μνήμες κατά τη διάρκεια τέτοιων γεγονότων είναι αυτές που καθορίζουν και ζυμώνουν τη συνείδηση μας. Αυτές είναι που θα γράψουν καινούργιες σελίδες ή θα πατήσουν με πιο πολύ μελάνι τις σελίδες από το βιβλίο της προσωπικής μας ηθικής. Ας αφήσουμε να μας διδάξει κάτι αυτή η ιστορία. Ας μην τη βάλουμε στο αρχείο μπροστά στη δίψα για νέες ειδήσεις και φρέσκο αίμα...

13.12.08

Soundtracking Moments #2: 12/12/08, 11.31πμ

Με το ατσούμπαλο, ετοιμόρροπο πλαστικό ντοσιέ ("φάκελο" το λέμε στην αργκό των μηχανικών που ξέρουν τι θέλουν και είναι μέσα στα κόλπα άμα λάχει να'ούμ') αγκαλιά, στέκομαι μπροστά στην πόρτα του τελευταίου βαγονιού, στάση Πευκάκια, κατεύθυνση Πειραιά. Στ'αυτιά μου το "Need You Around" των Smoking Popes. Το τρένο ξεκινάει καθώς το κομμάτι κορυφώνεται και για μια στιγμή, εκεί που τραγούδι και τρένο βρίσκονται σε πλήρη επιτάχυνση και με τον χειμωνιάτικο ήλιο να λούζει το βαγόνι, μοιάζει σαν κανένα από τα δυο να μην πρόκειται να σταματήσει. Σαν μόλις να είχαμε ξεκινήσει ένα ξέγνοιαστο, ηλιόλουστο ταξίδι με τον ηλεκτρικό προς άγνωστη κατεύθυνση, με το τραγούδι των Smoking Popes να το συνοδεύει αέναα. Φυσικά, το επόμενο δευτερόλεπτο το τρένο κόβει ταχύτητα (δε βοηθάει που Πευκάκια και Περισσός είναι από τις πιο κοντινές μεταξύ τους στάσεις σε όλη τη διαδρομή) και πριν το καταλάβω, η Πολεοδομία γεμίζει το οπτικό μου πεδίο σε όλη της τη λευκή βαρεμαρότητα και πρέπει να κατέβω και να εξαφανιστώ μέσα της. Δε βαριέσαι. Το ταξίδι κράτησε μόνο ένα δευτερόλεπτο, αλλά ήταν αρκετό για να με κάνει να αισθάνομαι λίγο λιγότερο άσχημα με την προοπτική αυτή.

Smoking Popes - "Need You Around" (Born To Quit)

5.12.08

Stop sending letters/ Letters always get burned

Τον Φεβρουάριο του 1996 ο Nick Cave παρέα με τους Bad Seeds κυκλοφόρησαν το ένατό τους άλμπουμ. Το άλμπουμ ονομαζόταν Murder Ballads και είχε ως θέμα του - τι άλλο - το φόνο. Σε οποιαδήποτε μορφή. Δολοφονίες από ερωτικά πάθη, δολοφονίες ενδοοικογενειακές, δολοφονίες τιμής και δολοφονίες εκδίκησης.

Ο αριθμός των θυμάτων σε αυτό μόνο το άλμπουμ (γιατί αν μιλήσουμε από την αρχή της δισκογραφίας του Cave θα φτάσουμε σε αριθμούς γενοκτονίας) είναι 64. Δηλαδή περίπου 6,5 θάνατοι ανά τραγούδι! Όχι κι άσχημα…

Το άλμπουμ ήταν η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία των Bad Seeds, αν και δεν ξεπέρασε σε ποιότητα το Henry’s Dream.Το MTV έδωσε τεράστια ώθηση στο Murder Ballads κυρίως γιατί έπαιξε μέχρι θανάτου (χα!) τα δύο πιο γνωστά single του Cave μαζί με το “Do you love me”. Και τα δύο ήταν συνεργασίες, μία με την τότε ερωμένη του PJ Harvey και άλλο ένα με την πιο «έξυπνη» ποπ τραγουδίστρια, την Kylie Minogue. Για να είμαστε ειλικρινείς, είχαμε βαρεθεί τα γλωσσόφιλα του πρώτου ζευγαριού, όπως είχαμε βαρεθεί να πνίγει ο Cave τη κακομοίρα τη Kylie γύρω στις 15 φορές την ημέρα.

Το MTV ερωτεύτηκε τον Cave τόσο ώστε να τον έχει υποψήφιο για καλύτερο άνδρα καλλιτέχνη εκείνη τη χρονιά στα «πυροβολημένα» βραβεία του. Απ’ ότι φαίνεται όμως ο έρωτας δεν ήταν αμοιβαίος. Μιας και ο Nick έστειλε ένα γράμμα στο mtv όπου ανέφερε τα εξής...

"To all those at MTV,

I would like to start by thanking you all for the support you have given me over recent years and I am both grateful and flattered by the nominations that I have received for Best Male Artist. The air play given to both the Kylie Minogue and P.J. Harvey duets from my latest album Murder Ballads has not gone unnoticed and has been greatly appreciated. So again my sincere thanks.

Having said that, I feel that it's necessary for me to request that my nomination for Best Male Artist be withdrawn and furthermore any awards or nominations for such awards that may arise in later years be presented to those who feel more comfortable with the competitive nature of these award ceremonies. I myself, do not. I have always been of the opinion that my music is unique and individual and exists beyond the realms inhabited by those who would reduce things to mere measuring. I am in competition with no-one.

My relationship with my muse is a delicate one at the best of times and I feel that it is my duty to protect her from influences that may offend her fragile nature.

She comes to me with the gift of song and in return I treat her with the respect I feel she deserves - in this case, this means not subjecting her to the indignities of judgement and competition. My muse is not a horse and I am in no horse race and if indeed she was, still i would not harness her to this tumbrel - this bloody cart of severed heads and glittering prizes. My muse may spook! May bolt! May abandon me completely!

So once again, to the people at MTV, I appreciate the zeal and energy that was put behind my last record, I truly do and say thank you and again I say thank you but no... no thank you.

Yours sincerely, Nick Cave 21 oct 96."

*Δυνατό χειροκρότημα*

30.11.08

I don’t want to live in a world/ Where you take what you wish from everyone else

Δεν είναι δύσκολο, ακούγοντας το πρώτο κομμάτι του δίσκου των Mono In VCF, να καταλάβεις ότι έχεις να κάνεις με ένα ξεχωριστό, φιλόδοξο και καμωμένο από πολύ γερά υλικά εγχείρημα. Πρόκειται για μια νέα μπάντα από την Ουάσιγκτον που μπερδεύει, με τη χάρη μιας γάτας που ισορροπεί σε ένα τραπέζι γεμάτο γυαλικά, την pop, την ψυχεδέλεια και τη soul.Η εισαγωγή τους στον δικό μου μικρόκοσμο προήλθε από την uptight με τη βοήθεια του πολύ καλού blog To Die By Your Side που μπορείτε να βρείτε στα δεξιά.

Όπως μας πληροφορούν οι ίδιοι στο MySpace τους, έχουν μια σημαντικά μεγάλη γκάμα μουσικών επιρροών που πράγματι λαμπιρίζουν στο πρώτο τους ομότιτλο άλμπουμ το οποίο έβγαλαν μέσω της δικής τους εταιρίας. Οι βασικές επιρροές, όπως τουλάχιστον τις αντιλαμβανόμαστε, είναι οι εξείς δύο: Scott Walker και Spiritualized. Η πενταμελής μπάντα διαθέτει την αγάπη για την pop μελωδία και τα ρεφρέν αυτόματης αποθήκευσης στον σκληρό δίσκο του μυαλού, που ξεχώριζαν τον πρώιμο Scott Walker. Από την άλλη, τα ψυχεδελικά τεντώματα και το αίσθημα της γοητευτικής απογοήτευσης και μελαγχολίας του Jason Pierce μας χτυπάνε την πόρτα.

Οι συνθέσεις τους, παρ'ότι ο πρώτος δίσκος για κάθε συγκρότημα είναι λίγο άβολος, ακούγονται εντυπωσιακά γεμάτες και οι εναλλαγές του ρυθμού έρχονται τόσο φυσικά που νομίζεις ότι έχεις να κάνεις με μια μπάντα που βρίσκεται χρόνια στη μουσική, και ακούς τον τρίτο ή τέταρτο δίσκο της. Η παραγωγή και το σχετικό «γυάλισμα» του δίσκου βρίσκονται σε υψηλότατα επίπεδα, ενώ πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι δεν έβαλε το χεράκι του κάποιος πολύφερνος παραγωγός, αλλά ασχολήθηκε μονάχα η ίδια η μπάντα. Προφανώς η ανακάλυψή τους από τις εταιρίες είναι θέμα χρόνου, μιας και ήδη πολλά κομμάτια τους αρχίζουν και μπαίνουν σε άλμπουμ συλλογών, ενώ εμφανίζονται σε αρκετά blogs, και πάνω απ’όλα τους έχει κάνει κριτική το Αvopolis…(wow!)

Οι Mono In VCF φαίνεται ήδη να κατέχουν, εκτός από την απαιτούμενη εφευρετικότητα, την κατανόηση ότι οι αντιθέσεις μπορούν να δουλέψουν υπέροχα στην μουσική. Από τα ψυχρά αποστασιοποιημένα πλήκτρα, στα ζεστά σαν μια νύχτα κάτω από τα σκεπάσματα βιολιά, και στην εκφραστικότατη φωνή της Hunter Lea. Η συνοδευτική ακουστική κιθάρα χρησιμεύει σαν το κατσαβίδι που βιδώνει την υπέροχη μελωδία στο μυαλό σου, και με μια από τις καλύτερες αλλαγές ρυθμού που ακούσαμε τώρα τελευταία δημιουργούν το αριστουργηματικό “Spider Rotation”.

Από την άλλη, τα ονειρικά μονοπάτια του “Key to the house”, που έχουν μόλις αποφοιτήσει από τη σχολή της κινηματογραφικής pop, σε κάνουν να φαντάζεσαι έναν παραμυθένιο κόσμο πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη κι ένα μικρό κορίτσι να πηδάει από νούφαρο σε νούφαρο δίπλα σ'ένα δάσος γεμάτο βελανίδια. Οι στίχοι βεβαίως σου θυμίζουν πιο γήινα πράγματα με χαρακτηριστικότερο το “And your palace of love that’s you built with deceit but the rent isn’t free”.

Τα ορχηστρικά μέρη του “Escape city scrapers” που φέρνουν στο μυαλό την υπομονετική και πολύχρονη ύφανση ενός ιστού αράχνης, ο γλυκός συγκερασμός των αιθέριων, σχεδόν παιδικών φωνητικών με την επίμονη shoegaze που εκκρεμεί πάνω από το “Chantelse”, η γεμάτη κιθαριστικά παράσιτα - α λα Death In Vegas - ψυχεδέλεια του “Cinch Ring” και η καθαρτική ορχηστρική έξοδος του “We Could’ve Owned the World”, με τη μελαγχολία της απώλειας και το μυστήριο ενός χρόνια ανεξερεύνητου σπιτιού, είναι μερικές από τις λαμπερές στιγμές του ντεμπούτου αυτού.

Θα ήταν άδικο όμως ένα κομμάτι σαn το "The Only One" να μην έχριζε ειδικής μνείας. Ένα σκούπισμα με φαράσι στις διαλυμένες καρδιές, μια επίπονη συμφωνία, φωνητικά να ακούγονται πιο παθιασμένα και επικά από ποτέ (Hunter θες να μας πεις κάτι;), ένα στην αρχή «αναγνωριστικό» ψιλάφισμα του πιάνου κι έπειτα βαρύ και καυτό σαν πρέσα σε ένα πουκάμισο λερωμένο με κραγιόν. Από το είδος των τραγουδιών που - θεματικά τουλάχιστον - η Billie Holiday θα έψαχνε σε τι νούμερο να το βάλει αν προλάβαινε να βγάλει ένα Lady Sings the Blues No.2.

Ολόκληρο το άλμπουμ είναι σαν ένα πανέμορφο βότσαλο που βρίσκεις παίζοντας τυχαία στην άμμο. Δεν περιμένεις ότι θα σου έρθει, ή ότι θα το βρεις. Όταν όμως το βρίσκεις πετάς στα ουράνια, νιώθεις απίστευτα τυχερός που δεν έχασες χρόνο μέχρι να το αναγνωρίσεις, και αισθάνεσαι ότι είσαι (και είσαι) ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.

Σαν τη μέρα που γνώρισες τον έρωτα της ζωής σου.

27.11.08

Sweden, Mon Amour!

Σουηδία. Μια λέξη συνδεδεμένη μόνο με όμορφα πράγματα. Κρύο. Απέραντη ηρεμία. Ψηλοί, κατάξανθοι και χαμογελαστοί άνθρωποι. Οργάνωση, παιδεία και κοινωνική πρόνοια που τα περισσότερα κράτη μπορούν μόνο να ονειρεύονται. Δάση, γραφικά ψαροχώρια, χιόνια, παγετώνες. Ατέλειωτες μέρες και νύχτες. Βόρειο Σέλας. ΙΚΕΑ. Μουσική!

Τι άλλο να κάνουν οι απόγονοι των Βίκινγκς σε μια χώρα όπου όλα μοιάζουν να δουλεύουν ρολόι, και όπου ο χειμώνας όχι μόνο κρατάει πολύ αλλά είναι βαρύς και αδυσώπητος σαν τη Beth Ditto; Δημιουργούν. Γράφουν, σκηνοθετούν, σχεδιάζουν, ή παίζουν μουσική. Δεκαετίες τώρα, σκαρώνουν υπέροχη μουσική σε όλες τις μορφές της. Κάποιες φορές προσπαθούν να ξορκίσουν το χειμώνα ντύνοντάς την στα πιο φωτεινά χρώματα και κρεμώντας πάνω της τις πιο ζεστές μελωδίες και ήχους. Άλλες φορές απλά αφήνουν τις απέραντες νύχτες να περάσουν από μέσα τους και να βγουν με τη μορφή μελαγχολικών διαμαντιών, ή ψυχρών, απέριττων κομψοτεχνημάτων. Από τους πρωθιερείς ABBA μέχρι τους μελιστάλαχτους Cardigans, από τις χαμένες στο δάσος μελωδίες των Logh μέχρι τα ακουστικά χάδια του Jose Gonzalez, από την κομψή ηλεκτρονική μελαγχολία του Jay Jay Johanson ως τα παγοβουνίσια keyboards των The Knife, η πιο μεγάλη χώρα της Σκανδιναβίας δεν έπαψε ποτέ να χαρίζει στον μουσικό πλανήτη λόγους για να τη λατρεύει.

Κι όμως, το πιο χαρακτηριστικό σουηδικό άκουσμα που μπορεί να βρει κανείς στην πιάτσα δεν εμπίπτει σε καμιά από τις παραπάνω περιπτώσεις, ή ίσως να εμπίπτει σε όλες μαζί τόσο αρμονικά που είναι δύσκολο να πει κανείς. Υπάρχει ένα σουηδικό συγκρότημα που η μουσική του ΕΙΝΑΙ χειμώνας, σουηδικό έπιπλο, χουχουλιαστή φωτιά στη σόμπα της ξύλινης καλύβας και παγωμένος βοριάς μαζί. Ξέρω πως μοιάζουν υπερβολικά όλ'αυτά, αλλά μιλάμε για ένα γκρουπ που δε μοιάζει με τίποτα άλλο που να κυκλοφορεί σήμερα. Τραγουδάνε στα σουηδικά, και η μουσική τους μοιάζει να έχει προσγειωθεί στο 2008 κατ'ευθείαν από τις χρυσές εποχές της ψυχεδέλειας, βγαίνοντας όμως από τη χρονομηχανή με γυαλί ηλίου κάτω από τις ξανθιές κοτσίδες του Βίκινγκ και σουλατσάροντας με περίσσια αυτοπεποίθηση και πλήρη άγνοια κινδύνου ανάμεσα στα διάφορα παιδάκια με τις στενές γραβάτες και το "έχω περάσει μιάμιση ώρα μπροστά στον καθρέφτη για να φτιάξω αυτή τη φράντζα" μαλλί (αν και έχει ψιλοπεράσει αυτή η ιστορία ευτυχώς). Μιλάμε για τους Dungen.

Οι Dungen μπορεί να είναι στα χαρτιά τέσσερα άτομα, αλλά ουσιαστικά μιλάμε για το σχήμα του Gustav Ejstes, ο οποίος γράφει τα πάντα, τραγουδάει και παίζει τα περισσότερα όργανα στο στούντιο. Ένας Σουηδός Kevin Barnes χωρίς τους σεξουαλικούς προβληματισμούς, ας πούμε. Αν και, εδώ που τα λέμε, ο Kevin ίσως (λέω, ίσως) να μην ήταν αυτός που είναι αν του έλειπαν οι σεξουαλικοί προβληματισμοί, γιατί σ'αυτήν την περιπτωση θα του αρκούσε να είναι μια σπουδαία και ασταμάτητη μηχανή παραγωγής pop hooks, και δεν θα ήθελε να είναι ταυτόχρονα ΚΑΙ ο TAFKAP. Αλλά αυτό είναι θέμα για ένα άλλο, μελλοντικό ποστ. Πίσω στον Gustav, ο οποίος από την πλευρά του ίσως να ήθελε να είναι μέλος των Jefferson Airplane ή των πρώιμων Pink Floyd ή ο Jimmy Hendrix, ή όλα μαζί ταυτόχρονα. Οι προσπάθειές του να το καταφέρει έχουν αποφέρει τα τέσσερα άλμπουμ των Dungen, και μπορεί κανείς να πει ότι, μαζί με τ'άλλα παιδιά, είναι σε πάρα πολύ καλό δρόμο.

Στο δικό μου το δρόμο βρέθηκαν τυχαία, από αυτό εδώ το ποστ του I Guess I'm Floating πέρυσι τον Απρίλιο. Η περιγραφή ήταν αρκετά θελκτική ώστε να κατεβάσω το κομμάτι, αλλά όταν τελικά το άκουσα, η αντιστοιχία μεταξύ της περιγραφής και του ίδιου του κομματιού έμοιαζε με αυτήν ανάμεσα στη συνταγή ενός κέικ και την αίσθηση όταν η πρώτη δαγκωνιά λιώνει στο στόμα σου. Τι σκ*τά δουλειά είχε η αρμένικη λύρα σε ένα κομμάτι που άρχιζε αθώα, γλυκά και όμορφα με μια ακουστική κιθάρα; Κάποιο άλλο blog μου προμήθευσε το "Familj". Το επίμονο, εθιστικό ριφάκι των διάφανων πλήκτρων που έβρισκε αργότερα αντικριστά του το αντίστοιχο του βιολιού, το απλούστατο ρεφραίν και οι ακουστικές κιθάρες που το ακολουθούσαν και σ'εκαναν προς στιγμή να πιστέψεις ότι βρίσκεσαι σε περιβάλλον κομματιού Oasis, μόνο και μόνο για να τονίσουν τον μικρό κατακλυσμό από μελωδίες που ερχόταν λίγα δευτερόλεπτα μετά και που ο Noel ούτε στον ύπνο του δεν έχει δει... Έπρεπε να εντρυφήσω.

Το Tio Bitar ήρθε για να επιβεβαιώσει με εμφατικό τρόπο όσα είχα καταλάβει για τους τέσσερεις Σουηδούς. Ψυχεδελο-progressive rock έγραφε η ταμπελίτσα, και όντως αυτό ήταν - παιγμένο με σφρίγος, πάθος, ένταση, γεμάτο μελωδίες που θα ήθελα πάρα πολύ να τραγουδήσω αν ήξερα έστω και μια λέξη από τη γλώσσα τους, εφευρετικότητα, ενορχηστρώσεις άψογες και γεμάτες φαντασία αλλά και παραπομπές στις μέρες των λουλουδιών και των μαγικών μανιταριών. Το μόνο πράγμα που με χάλαγε κάπως ήταν τα απαραίτητα κιθαριστικά τζαμαρίσματα, αλλά κι αυτά ήταν σχετικά περιορισμένα σε αριθμό - ένα τέτοιο ας πούμε κλείνει το "Mon Amour", το οποίο ξεκινάει σαν ένα φανταστικό ροκ κομμάτι μ'ένα ρεφραίν φτιαγμένο για χτύπημα. Το άκουγα και νόμιζα ότι θα έκλεινα τα μάτια, θα τα ξανάνοιγα και θα έβλεπα γύρω μου παντελόνια-καμπάνες, ταγάρια και μακριά ξέπλεκα μαλλιά σε άντρες και γυναίκες. Χωρίς όμως να αισθάνομαι καθόλου, μα καθόλου άσχημα μ'αυτό το ενδεχόμενο. Ο δίσκος κατσικώθηκε αμέσως και αμετάκλητα στην καλύτερη πεντάδα της χρονιάς. Το 2007 και το 1970 δεν έκαναν ποτέ και πουθενά πιο καλή παρέα.

Εξερευνώντας λίγο το διαδίκτυο, ανακάλυψα πως οι Dungen είχαν ήδη ένα μικρό αλλά πιστό κοινό, που μάλιστα υποστήριζε πως το προηγούμενο, δεύτερο άλμπουμ τους, το Ta Det Lugnt του 2004, ήταν καλύτερο από το Tio Bitar. Ακούγοντάς το, δεν συμφώνησα με αυτήν την άποψη, αλλά το γεγονός ότι ήταν σχεδόν εξίσου καλό με κατέταξε οριστικά στους φαν του γκρουπ. Πιο βαρύ και κιθαριστικό αλλά και πιο μελωδικό από το Tio Bitar, εστίαζε στην πιο progressive πλευρά τους, χωρίς όμως ποτέ να υποπίπτει στην αχαλίνωτη self-indulgence που πάει πακέτο με τον όρο. Εντάξει, είχε τα τζαμαρισματάκια του, και μάλιστα στο ωραιότερο κομμάτι του δίσκου, το οχτάλεπτο και βάλε "Du E För Fin För Mig", αλλά η guitar overdose του δίσκου περιείχε πράγματα για τα οποία πολλοί κιθαρίστες θα σκότωναν (Matt Bellamy, πόσο θα ήθελες να είχες γράψει το "Sluta Följa Efter"; Εεε;) και συνολικά το άλμπουμ διεπόταν από τις ίδιες αρετές που έκαναν το Tio Bitar τόσο όμορφο κι εθιστικό. I was hooked for good, όπως θα λέγαμε σε άπταιστα ελληνικά.

Ήταν λοιπόν απόλυτα φυσιολογικό η είδηση ότι οι Σουηδοί μαλλιάδες θα κυκλοφορούσαν τον 4ο δίσκο τους μέσα στο 2008 να αποτελέσει ένα από τα καλύτερα μουσικά νέα που έμαθα μέσα στη χρονιά. Το έβγαλαν πολύ απλά 4, και είναι η φυσική, αν και κατά τι λιγότερο εντυπωσιακή συνέχεια του Tio Bitar. Πράγμα λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι βγήκε μόλις ένα χρόνο μετά το περσινό τους έπος. Το επίπεδο πάντως διατηρείται πολύ υψηλό, και το γκρουπ συνεχίζει να εξελίσσεται με μικρά αλλά σίγουρα βήματα. Ραφινάρουν τον ήχο τους, ρίχνουν τις διάρκειες των κομματιών σε εντελώς ποπ επίπεδα (2 με 4 λεπτά), δίνουν στα τζαμαρίσματα δικό τους χώρο να καλπάσουν, χρησιμοποιώντας γι'αυτά δυο από τα δέκα κομμάτια του δίσκου και αποφεύγοντας να τα κολλήσουν στο τέλος κάποιου άλλου κομματιού, βάζουν περισσότερο πιάνο και τζαζ στον ήχο τους, και γενικά δείχνουν ορεξάτοι για ακόμα καλύτερα πράγματα.

Τα οποία φυσικά είναι απόλυτα ικανοί να πετύχουν. Ίσως να μην τους δούμε σύντομα στο εξώφυλλο του Billboard, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερο κατόρθωμα να κατακτάς καρδιές σε όλο τον πλανήτη τραγουδώντας στην όχι και τόσο τουριστική γλώσσα σου κι έχοντας τα μουσικά trends γραμμένα εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Και για να μη λέτε ότι είμαστε όλο λόγια στο μικρό μας blog, σας παραθέτω τρία δείγματα από τις τρεις τελευταίες δουλειές των αγαπημένων μου Σουηδών.

Μεταξύ αυτών, ένα από τα τραγούδια που σημάδεψαν για μένα την περσινή χρονιά - το μικρό έπος που κλείνει το Tio Bitar και που, αν ποτέ έκανα το όνειρο πραγματικότητα και είχα δική μου εκπομπή στο ραδιόφωνο, θ'αποτελούσε το σήμα της χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού είναι ένα από τα ωραιότερα ορχηστρικά κομμάτια που έχω ακούσει ποτέ. Κάπου διάβασα ότι μοιάζει με το κομμάτι που κλείνει το Dark Side of the Moon αλλά προσωπικά δεν το ακούω. Περισσότερο μου μοιάζει με έναν παγωμένο άνεμο σε μια σκοτεινή τούνδρα - η τέλεια μουσική για να δεις τα Φώτα. Τώρα πια η λέξη "Σουηδία", περισσότερο ίσως απ'οτιδήποτε άλλο, έχει συνδεθεί για μένα με τους Dungen.

Dungen - "Sluta Följa Efter" (Ta Det Lugnt)
Dungen - "En Gång I År Kom Det en Tår" (Tio Bitar)
Dungen - "Fredag" (4)

"Familj" (Tio Bitar) :

22.11.08

And when the pigs fly/ That's when I come back to you

Όταν ο Brett Anderson κοπανούσε τις χορδές καθώς τελείωνε ένα παλιό κομμάτι των Suede εκτελεσμένο στην ακουστική κιθάρα, με τη συντροφιά του βιολοντσέλου μιας κλασσικά εκπαιδευμένης δεσποινίδος, μπορούσες να διακρίνεις τη χαρά και τον εσωτερικό θρίαμβο που ένιωθε και ισοδυναμούσε με τη φράση «Ναι ρε πούστη! Ακόμα το έχω!».

Η χθεσινή εμφάνιση του Βrett Anderson είχε κάποια συγκινητικά έως ηρωικά στοιχεία. Για λιγότερο από μια ώρα προσπάθησε να παίξει μπροστά σε ένα αδιάφορο κοινό κομμάτια από τις δύο προσωπικές του δουλειές. Ήταν γνωστό πως οι συνθέσεις του πρώτου του δίσκου ήταν μια σκάλα παρακάτω από την δυναμική των συνθέσεων των Suede. Παρ'όλες τις δεδομένες αδυναμίες όμως του προσωπικού του υλικού, στάθηκε «γυμνός» απέναντί μας. Επιστράτευσε θάρρος, ρισκάροντας να χαθεί τελείως ο έτσι και αλλιώς λιγάκι ξεφτισμένος απ’τους γραφιάδες μύθος του αμφισεξουαλικού, κοινωνού του γκλάμ ροκ εντ ρόλ ηγέτη. Φυσικά φρόντισε και ο ίδιος να υποβαθμίσει με κάποιο τρόπο το υλικό του ή τέλος πάντων οι μάνατζέρ του, μιας και με το πρώτο διάλειμμα ακούστηκε μια κοπέλα η οποία μας διαβεβαίωσε ότι ο Βrett θα γυρίσει παίζοντας παλιές επιτυχίες των Suede. Παλιά κι αγαπημένα που λέμε. Ευτυχώς που δεν σέρβιραν και βερμούτ με τη συνοδεία των αδερφών Κατσάμπα.

Όπως και να’ χει ο Brett κατάπιε μέχρι τελευταίας σταγόνας το πικρό ποτήρι της εξ’ αρχής (από την πλειοψηφία των περιοδικών και όλων των indie παιδιών που ακολουθούν τη μόδα και βαθμολογούν και το γάλα που τους τάιζε η μάνα τους με αστεράκια) ξοφλημένης μοναχικής πορείας του, αλλά και μέχρι τελευταίας γλυκιάς σταγόνας το μελένιο ποτήρι της αποθέωσης για το αξιοπρεπέστατο και γεμάτο σεβασμό παίξιμο στα παλιά κομμάτια των Suede.

Πώς να νιώθει κανείς όμως σε μια τέτοια περίπτωση; Ξέροντας ότι η ζεστή ανταπόκριση θα υπάρχει μόνο για κομμάτια που έγραψε υπό την επήρεια ναρκωτικών 15 χρόνια πριν παρέα με τον κιθαρίστα (που είναι και τσακωμένοι); Ξέροντας πως ό,τι και να γράψει ή έγραψε τα τελευταία 8 περίπου χρόνια είναι ήδη πεταμένο στο καλάθι των αχρήστων; Δεν μπορείς να μην αισθάνεσαι πως βλέπεις πλέον τα οπίσθια της δόξας. Από την άλλη, να είχε αντίληψη άραγε ο Brett ότι αυτά τα τραγούδια που έγραψε σ'έναν παροξυσμό «αμαρτιών», εντός και εκτός εισαγωγικών, θα τον έτρεφαν και θα του εξασφάλιζαν μια ζωή χαρισάμενη οικονομικά και καλλιτεχνικά;

Δεν μπόρεσε όλη αυτή η ιστορία να μη μου θυμίσει την ιστορία του γερο-ροκά στο Love Actually. Ο Bill Nighy, με την εντελώς κατάλληλη για το ρόλο σκοροφαγωμένη φάτσα και την εντελώς πετυχημένη αντιγραφή συμπεριφοράς ξεπερασμένου πανηδονιστή ροκά, σκοράρει νούμερο ένα χιτ στα χριστουγεννιάτικα charts ξεπερνώντας τα μυξιάρικα της εποχής, διαφημίζοντας το τραγούδι του και τον εαυτό του κάπως έτσι: «But wouldn't it be great if number one this Christmas wasn't some smug teenager but an old ex-heroin addict searching for a comeback at any price? All those young popsters come Christmas Day, they'll be stretched out naked with a cute bird balancing on their balls and I'll be stuck in some dingy flat with me manager, Joe, ugliest man in the world, fucking miserable because our fucking gamble didn't pay off. So if you believe in Father Christmas, children, like your Uncle Billy does, buy my festering turd of a record. And particularly enjoy the incredible crassness of the moment when we try to squeeze an extra syllable into the fourth line. »

Όπως και να έχει δεν μπορούσες να μην εντυπωσιαστείς από το γεγονός πως ο πρώην αρχηγός των Suede, ο εκρηκτικός ασυγκράτητος ροκ σταρ, ο γεμάτος διφορούμενες και ενοχλητικές ιδέες-καρφιά στα πλευρά των συντηρητικών, το έτερον ήμισυ του πιο Britpop ζευγαριού της εποχής, καθόταν μπροστά μας μια δεκαετία γηραιότερος, άοπλος στα διαπεραστικά βλέμματα και τα ενίοτε χασμουρητά του κοινού, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε μια δοκιμασία που δεν θα καταδεχόταν να περάσει κάμποσα χρόνια πριν, σχεδόν ζητιανεύοντας το αγκάλιασμα του κοινού που δεν απολαμβάνει πλέον άνευ όρων. Στεκόταν εκεί όμως, δυνατός, προβάλλοντας τη φωνή του που έτσι και αλλιώς ποτέ δεν ήταν το μεγαλύτερο προσόν του, εξελίσσοντάς την παρ'ολ'αυτά. Ξεγύμνωσε τις συνθέσεις, ξεγύμνωσε τον εαυτό του, και συνέχιζε να παλεύει. Ή αυτός ή εμείς. Είναι αρκετά νέος για να παίζει μπρά ντε φέρ με το κοινό στην προσπάθεια του να το αναγκάσει να τον χειροκροτήσει; Κανείς δεν ξέρει. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι συνεχίζει να προσπαθεί και να είναι καλλιτέχνης. Μόνο και μόνο γι'αυτό αξίζει πάνω απ’όλα το σεβασμό μας.

O Brett συνεχίζει να κάνει αυτό που αγαπάει. Εμείς όμως τι κάνουμε; Τι μας συνέβη; Έχουμε πρόσβαση σε απεριόριστη μουσική κι αντί να είμαστε χαρούμενοι φερόμαστε σαν υπέρβαροι σε ζαχαροπλαστείο. Τρώμε ότι φρέσκο βρούμε μπροστά μας και πετάμε πίσω τα υπόλοιπα κρίνοντάς τα ως μπαγιάτικα. Δέκα χρόνια πριν, οι «δημοσιογράφοι» του N.M.E. θα πρόσφεραν ακόμα και στοματικό έρωτα, για να το πω ευγενικά, στον Brett Anderson για να τους δώσει μια συνέντευξη. Δέκα χρόνια πριν, το Pitchfork θα κατουριόταν πάνω του και μόνο στην ιδέα ο Billy Corgan να ασχοληθεί μαζί του.

Όχι. Ούτε η σημασία του Billy ούτε αυτή του Brett έφθιναν. Αυτό που έφθινε είναι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, η αξιοπιστία και η σοβαρότητα της μουσικής δημοσιογραφίας.

Δείτε το υπέροχο "Blessed" από το φετινό εξαιρετικό Wilderness του Brett Anderson βιντεοσκοπημένο ζωντανά φέτος τον Ιούλιο στο Λονδίνο.

13.11.08

Watch all my pretty bridges burn

Η βραδιά του Σαββάτου άρχισε με κακούς οιωνούς: φτάσαμε με τον mr.grieves στο Γκαγκάριν αργά (9.30), αφού η Αμαλίας πήγαινε με ρυθμούς που θα έκαναν τους Low να μοιάζουν συγκρότημα speed metal, και το βρήκαμε ήδη ξέχειλο από κόσμο, τόσο που στον εξώστη να μη βλέπεις τη σκηνή από πουθενά (!) και κάτω η μοναδική προσπελάσιμη ζώνη να τελειώνει στο 1,5 μέτρο μέσα από την είσοδο. Οι ηρωικές μας προσπάθειες να φτάσουμε έστω μέχρι το πρώτο "σκαλοπάτι" έγιναν υπό τους ήχους των γλυκύτατων Marsheaux, οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να παίζουν την πολύ χαρούμενη για το μπλαζέ κοινό της βραδιάς ηλεκτροπόπ τους. Κι όταν επιτέλους φτάσαμε εκεί, ίσα που τις προλάβαμε για 3 ακόμα τραγούδια, αφού έφυγαν υπερβολικά σύντομα, χωρίς να παίξουν το "Popcorn" και το "Pure", κι έχοντας γνωρίσει την αποθέωση με το που είπαν ότι αποχωρούν. Έντονες μνήμες Bjork ξύπνησαν μέσα μας, ειδικά όταν ο μπροστινός μου παρατήρησε με ύφος Λονδρέζου χορτασμένου από μεγάλες συναυλίες - που τον έκανε να φαίνεται ακόμα πιο άσχετος - ότι "αυτές αν πλήρωνα εισιτήριο για να τις δω, θα είχαν φάει μπουκάλι". Τρελή ευγένεια.

Η ίδια καλοαναθρεμμένη παρέα know-it-alls συνέχισε να παράγει εκπληκτικές ατάκες σε όλη τη διάρκεια της αναμονής για τη Róisín, την οποία χαρακτήρισαν αδικαιολόγητα μεγάλη (για την ιστορία, κράτησε λιγότερο από μια ώρα - όχι αφύσικο διάστημα με βάση την πείρα μας από ελληνικές συναυλίες) γκρινιάζοντας παράλληλα για τα πάντα γύρω τους, σημειώνοντας ότι έπρεπε να είχαν πάει στον Schiller και υποσχόμενοι/ες να μην ξαναπατήσουν το μεταξοφορεμένο ποδαράκι τους στο χώρο. "Good riddance", θα πούμε εμείς, υποψιαζόμενοι ότι τουλάχιστον το ένα τρίτο του κοινού ήταν κάπως έτσι - συνήθως πολύ βαριεστημένο και τσίπικο προκειμένου να αποχωριστεί το σπιτάκι του και τα ωραία του λεφτάκια αντίστοιχα για χάρη μιας συναυλίας, το είχε κάνει μόνο και μόνο για ν'ακούσει το "Overpowered" και παρασυρμένο από τις περιγραφές της εμφάνισης της Róisín στο καλοκαιρινό Synch, περιμένοντας show με full extra κι ετοιμοπαράδοτο εκεί και τότε. "Here we are now, entertain us," που λέγανε.

Η μισή αλήθεια είναι ότι κι εμείς βασιζόμασταν στις ίδιες περιγραφές, έχοντας χάσει το φεστιβάλ λόγω ενός τρελού, απίθανου κι αξέχαστου ταξιδιού στην κεντρική Ευρώπη για το οποίο θα μιλήσουμε εκτενέστερα προς το τέλος της χρονιάς. Η άλλη μισή έγκειται στο γεγονός ότι, προσωπικά μιλώντας τουλάχιστον, η Róisín ήταν, εκτός ίσως από τους Liars και τον Kieran Hebden, η μοναδική που ήθελα τόσο πολύ να δω από το πολύ καλό φετινό line-up του: το καλό αλλά λίγο άνισο και υπερβολικά καλογυαλισμένο περσινό Overpowered μπορεί να είχε το φοβερό, απόλυτα δίκαια τρελό hit ομώνυμο κομμάτι και μερικά ακόμα αστεράκια, όμως το Ruby Blue του 2005 ήταν όλα τα λεφτά - ένα μείγμα soul, jazz και μπόλικης εύθυμης τρέλας, περιχυμένο από τη μελένια φωνή της. Συνολικά, ένα υλικό που συνέχιζε από τις λιγότερο γνωστές στιγμές των Moloko κι έδειχνε ότι η μοιραία ξανθιά από την Ιρλανδία είχε απείρως περισσότερο ενδιαφέρον από τις συναδέλφους τις στα charts, και που ήθελα οπωσδήποτε να δω ζωντανά. Βάλε και τον παραληρούντα κολλητό μου με το που γυρίσαμε για το πόσο τρομερή ήταν, και η βραδιά στο Γκαγκάριν κυκλώθηκε στο συναυλιακό ημερολόγιο με το που ανακοινώθηκε.

Κι έφτασε λοιπόν εκείνη η ώρα: τα φώτα χαμήλωσαν, οι τρεις μουσικοί της βγήκαν στη σκηνή και οι εναρκτήριες φράσεις του "Overpowered" ακούστηκαν, για να σκεπαστούν άμεσα από τις ιαχές και το χειροκρότημα. Αμέσως μετά, η Róisín βγήκε κι αυτή φορώντας ένα καπέλο σε σχήμα δίσκου και μια υπερμεγέθη γούνα, συνοδευόμενη από δυο κοπέλες με εξίσου εξεζητημένο ρουχισμό, οι οποίες είχαν καθήκοντα βοηθητικών φωνητικών και ηθοποιίας. Το κομμάτι τραβήχτηκε από'δω κι απο'κει, ξεχειλώθηκε σε διάρκεια και η μπάντα υπογράμμισε τις πιο dance πλευρές του. Ακολούθησαν τα δυο κομμάτια που βρίσκονται και στο album μετά το μεγάλο hit ("You Know Me Better" και "Checkin' On Me") και μετά η μπάντα μαζεύτηκε στο δεξιό μισό της σκηνης. Εκεί ξεκίνησε το πιο απαλό, soul-jazz τμήμα της συναυλίας, αποτελούμενο από τέσσερα υπέροχα κομμάτια, για τα δυο τελευταία εκ των οποίων επισκέφθηκαν τη δισκογραφία των Moloko. Mε τη Róisín να έχει αλλάξει ήδη τρεις αμφιέσεις, ήταν πέρα για πέρα φανερό ότι show θα υπήρχε, αλλά με τους όρους της, και σ'όποιον άρεσε.

Δεν άρεσε προφανώς σε σημαντικό μέρος του κοινού, το οποίο συνέχισε να μου προσθέτει λόγους για να το αντιπαθήσω καθώς προσπαθούσε να καλύψει τις πολύ όμορφες, χαμηλόφωνες στιγμές με μια ανεξέλεγκτη σχεδόν βαβούρα που γιγαντωνόταν στα χαμηλοτάβανα πίσω τμήματα του χώρου, όπου και στεκόμασταν. Παρ'ολ'αυτά, η επιθυμία ν'απολαύσουμε αυτό που ακούγαμε και βλέπαμε νίκησε, κι έτσι το απαραίτητο φίλτρο έξτρα συγκέντρωσης μπήκε στη θέση του και - έστω και με δυσκολία - έκλεισε τους ενοχλητικούς απ'έξω. Ήταν ήδη φανερό ότι είχαμε μπροστά μας μια εξαιρετική performer, ικανή να σε κάνει να παρακολουθείς κάθε της κίνηση, και μια πάρα πολύ καλή μπάντα γύρω της, με μπόνους το όχι πρωτότυπο πλην όμως πολύ ταιριαστό video show. Περιμέναμε ανυπόμονα τη συνέχεια, κι αυτή ήρθε... με τη μορφή ενός διαλείμματος.

Η οθόνη πίσω από τη μπάντα έγραψε "intermission", η πολύχρωμη παρέα αποσύρθηκε και η βαβούρα πολλαπλασιάστηκε. Τα κακομαθημένα δίπλα μας έκαναν μια κίνηση σα να έλεγαν "βλέπεις, το'λεγα εγώ, στον Schiller έπρεπε να πάμε", και διάφοροι άλλοι γύρω έδειχναν να δυσανασχετούν. Αναρωτηθήκαμε σ'εκείνο το σημείο κατά πόσο θα μπορούσε η βραδιά ν'αποκτήσει το οποιοδήποτε momentum, με βάση τις αντιδράσεις που βλέπαμε γύρω μας, και πόσο κρίμα θα ήταν να μην το αποκτούσε τελικά. Ευτυχώς, οι φόβοι μας έμελλε ν'αποδειχθούν πέρα για πέρα αχρείαστοι σύντομα.

Η Róisín, μαζί με τη χρωματιστή συνοδεία της, ξαναβγήκε στη σκηνή φορώντας μια μωβ-μαύρη, αυτή τη φορά, γούνα σχεδόν εξίσου τεράστια με την (κρεμ) αρχική κι ένα ασορτί καπέλο-δίσκο, και ξεκίνησε το μέρος Βου με τρία πολύ χορευτικά κομμάτια από τον περσινό δίσκο. Οι πάντες (σχεδόν) ξέχασαν μεμιάς τη γκρίνια και άρχισαν να παρασύρονται από το ρυθμό.

Εκεί ακριβώς ήταν που η μπάντα ανέβασε τη συναυλία ένα επίπεδο παραπάνω από αυτό που βρισκόταν ως τότε: τα επόμενα τρία κομμάτια, προερχόμενα από τα ανεξερεύνητα βάθη της δισκογραφίας του παλιού της γκρουπ (με μοναδικό άλλο μέλος τον τώρα πλέον πρώην της), ήταν ένας καταιγισμός από beats με αρκετή δόση ξερής funk, αιχμηρότατες και ψιλοβρώμικες κιθάρες που περισσότερο θα περίμενες ν'ακούσεις στις πιο σκοτεινές στιγμές ενός live των Death In Vegas και φρενιασμένα φωνητικά, κι έκαναν κάθε προσπάθεια κατηγοριοποίησης όχι απλά μάταιη αλλά στα όρια του γελοίου.

Έχοντάς μας πλέον όλους - κακομαθημένους και μη - στο χέρι, έριξε στο τραπέζι το δεύτερο πιο γερό χαρτί της, το ακατ-ακατ-ακαταμάχητο "Let Me Know", με τις στολές της να γίνονται όλο και πιο γιούχου, έχοντας κορυφαίο όλων το prêt-a-porter τρίο της με δυο crash test dummies (όχι αυτούς). Όταν αποχώρησαν, δεν υπήρχε άνθρωπος στην αίθουσα που να μην ήθελε κι άλλο (εκτός ίσως από τους διπλανούς μας που, πιστοί στους τρόπους που είχαν επιδείξει όλη τη βραδιά, είχαν βάλει τα μπουφάν και συζητούσαν ήδη για το after). Τα συνεχή χειροκροτήματα κράτησαν πάνω από 5 λεπτά και, πάνω που άρχισα να ανησυχώ ότι η ως τότε απίστευτα άμεση και φιλική Róisín αποφάσισε ξαφνικά να το παίξει hard-to-get ντίβα, εμφανίστηκαν ξανά στη σκηνή με την πρωταγωνίστρια ζουληγμένη μέσα σ'έναν ζουρλομανδύα. Ναι, κανονικό. Και μια στέκα με πράσινα κερατάκια ελαφιού. Και τις άλλες 2 κοπέλες ντυμένες με φουσκωτά τούλινα λευκά φορεματάκια, σαν νυφικά σε ταινία του Tim Burton.

Τα έκπληκτα χαμόγελά μας ακολούθησε περισσότερος αβίαστος χορός, και μεγάλη χαρά όταν η Róisín με τη βοήθεια των κοριτσιών έβγαλε το ζουρλομανδύα και φόρεσε ένα μικρό φουσκωτό καρό ελάφι (λογικό) και επιδόθηκαν όλοι μαζί σε μια εξαιρετική, λίγο γλυκόπικρη και κομψότατα μπιτάτη διασκευή του "Slave To Love" του Bryan Ferry. Το τρελούτσικο τελειωτικό "Ramalama" απο το Ruby Blue δεν άφησε τους ρυθμούς και τα κέφια κανενός να πέσουν, κι εγκαταλείψαμε το Γκαγκάριν με την καλύτερη δυνατή διάθεση, ψιλοχορεύοντας υπό τους ήχους του "Just An Illusion" των Imagination.

Δεν είμαι σίγουρη για το τι ακριβώς είχε δει ο φίλος μου τον Iούνιο στο Synch, αλλά αυτό που είδα εγώ ήταν ένα υπέροχο, θεατρικό, χρωματιστό, ορισμός-της-λέξης show, ιδανικό για να δώσει μια γερή σφαλιάρα σε όσους ακόμα βάζουν στη μουσική ταμπελίτσες και αρνούνται ότι τα σύνορα έχουν προ πολλού πέσει πανηγυρικά, με πρωταγωνίστρια μια απολύτως αιχμαλωτιστική show-woman και φωνάρα, η οποία μοιάζει επιπλέον να είναι ακόμα στην αρχή. Με άνεση στις καλύτερες συναυλίες της χρονιάς - ελπίζω μόνο την επόμενη φορά (γιατί σίγουρα θα υπάρξει επόμενη φορά) να το δούμε από πιο κοντά και χωρίς παράσιτα.

"Movie Star (Kid Gloves remix)":

9.11.08

Το μερίδιο της παρηγοριάς

Δεν πιστεύω ότι συνίσταται ως προϊόν ιδιαίτερης διερεύνησης το γεγονός ότι ο άγγλος πράκτορας που σκέφτηκε ο Ian Fleming αποτελεί, παρά το χάρτινο της ύπαρξης του, κάτι σαν εθνικό ήρωα για τους Εγγλέζους, και αντικείμενο ονείρωξης των απανταχού καθημερινών ανθρώπων.

Οι Άγγλοι, από τη μία, λάτρεψαν έναν χαρακτήρα που τους παρουσίαζε ευγενικούς και σκληρούς ταυτόχρονα και αποτέλεσε μια τελειοποιημένη εκδοχή της δικής τους προσωπικότητας. Με την ευγένεια και τη φινέτσα ενός αξιωματούχου στη γιορτή της Βασίλισσας, τη γοητεία που πάντοτε λειτουργούσε ως αντίδοτο σε όλα τα ξεχωριστά γυναικεία γούστα (άνευ Αxe παρακαλώ), το γυαλισμένο μάτι χρυσοθήρα καθώς βούταγε στο κυνήγι της περιπέτειας, αλλά και τη σκληρότητα σε συνδυασμό με την υπό του μηδέν ματιά απέναντι σ'εκείνον που τον πρόδωσε. Συν φυσικά και το ότι εκτελούσε τις βουλές της Αυτού Εξοχότητας με την ακρίβεια μιας κουστουμαρισμένης Νέμεσης.

Ο υπόλοιπος κόσμος, από την άλλη, τον λάτρεψε, όχι μόνο για τα ατελείωτα martini που έχει καταναλώσει ή για τα αμέτρητα γυναικεία αρώματα που έχει μυρίσει, αλλά για το ότι δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του να χάσει έστω και μια σταγόνα ιδρώτα μπροστά στη θέα αυτού ή αυτού ή αυτού.

Όλα αυτά μέχρι τον προπέρσινο επαναπροσδιορισμό του Casino Royale.

Εκεί μάθαμε πώς ο Bond έγινε αυτός που έγινε, μάθαμε τον τρόπο σκέψης του και μάθαμε και τον τρόπο δράσης του. Μάθαμε γιατί έχασε την ψυχραιμία του απέναντι στον διασκεδαστικά κακιασμένο Le Chiffre και γιατί έχασε τα αυγά και τα πασχάλια απέναντι σε αυτήν. Βλέπετε ο Bond, μας είχε βάλει τον πήχυ πολύ ψηλά. Έχοντας αντιμετωπίσει πιο σαδιστικούς αντιπάλους από τον Le Chiffre και ναι αν είναι δυνατόν, πιο απειλητικά σαγηνευτικές γυναίκες από την Vesper Lynd. Αν μπορούσε με μια ατάκα να περιγραφεί η προηγούμενη ταινία, αυτή θα ήταν στη σκηνή όπου ενώ κινδυνεύει να τα χάσει όλα, παραγγέλνει ένα ποτό στον μπάρμαν. Εκείνος τον ρωτάει τι προτιμά, και ενώ από κάτω το κοινό ετοιμάζεται να φωνάξει τη κλασσική παραγγελιά, ο ασεβής Craig διαμηνύει πως δεν δίνει δεκάρα!

Μια πραγματική βλασφημία είχε συντελεστεί, που όμως μαζί με άλλες στιγμές απελευθέρωσαν τη σειρά από τον ολισθηρό δρόμο της αυτογελοιοποιήσης που είχε πάρει. Ξαφνικά ο Bond μάτωνε, ερωτευόταν, τσαλακωνόταν και ξεφορτωνόταν την πανοπλία του. Κάνοντας τον Craig ότι πιο φρέσκο είχε συμβεί στον πράκτορα από τότε που τον ενσάρκωσε ο Κύριος Connery.

Μολαταύτα, για να μην ξεχνιόμαστε, η σκηνή όπου ανταλλάσσει προσβολές και ερωτικές προσκλήσεις με την Vesper ήταν κλασσική σκηνή ανθολογίας Bond. Αν έχετε δει κόμπρες να ετοιμάζονται να αναπαραχθούν καταλαβαίνετε για τι μιλάμε.

Όχι πολύ μακριά από την γενέτειρα του δημιουργού του Bond, μια μπάντα κάνει τα δικά της. Και πιο συγκεκριμένα, εν έτει 1995 απελευθερώνει στον κόσμο ένα ακυκλοφόρητο τραγούδι που, αν ζούσαμε σε μια δίκαιη κοινωνία οπού όλοι μας θα πίναμε κάθε πρωί το γαλατάκι της ανθρώπινης καλοσύνης, θα ήταν το soundtrack για την 21η και καλύτερη ταινία Bond μέχρι σήμερα.

Δυστυχώς, επειδή ο κόσμος δεν είναι όσο τέλειος θα θέλαμε να είναι, η μπάντα που ονομάζεται Radiohead α) έχει παρατήσει το "Big Boots" αδυνατώντας να βρει την χρυσή τομή σε αυτή την ευαίσθητη εγχείρηση ή β) συνεχίζει να προσπαθεί, γι’ αυτό και ο Thom Yorke, κλασσική περίπτωση Άγγλου wannabe James Bond, δεν χάνει πρεμιέρα της εκάστοτε νέας ταινίας.

Μια τρίτη, πιο τρομακτική, δική μας εκδοχή λέει ότι προσπαθεί να βγάλει άκρη, με την βοήθεια του (απ’ ότι μας δείχνει και η φωτογραφία, μεγάλου υποστηρικτή της πούδρας) Jack White, ο οποίος παρεμπιπτόντως έγραψε ένα επιεικώς μη διασκεδαστικό τραγούδι για τη νέα ταινία.

Το Big Boots είναι το πιο κατάλληλο τραγούδι καθρεφτίσματος του χαρακτήρα του Bond. Τα εκρηκτικά ριφάκια του Jonny Greenwood σε ρόλο τελευταίας τεχνολογίας γκατζετ του Q, και τα (κρεμασμένα από έναν γκρεμό, καθώς πετάγονται σφαίρες από ελικόπτερα, κρατώντας στο δεξί του χέρι την Ρωσίδα κατάσκοπο) φωνητικά του Yorke μας λένε την ιστορία. Κάτι μου λέει ότι προβληματάκια όπως η πείνα στην Αφρική, η καταπίεση των αδυνάτων, η οικονομική κατάρρευση, ή αυτός, θα εξαφανιστούν αρκεί ο επόμενος επιμελητής του soundtrack του Bond να γράψει στα credits "Radiohead - 'Big Boots (Man-O-War)'"
 
Clicky Web Analytics