13.11.11

Αμπελοφασουλοσοφίες 13/11/11

Μετά από έναν μήνα -και βάλε- ησυχίας (στο blog) και ανησυχίας (στον κόσμο) μπορούμε να αμπελοφασουλοσοφήσουμε λιγάκι για να ξεσκάσουμε βρε αδερφέ.

Διάφορα ενδιαφέροντα υπέπεσαν στην αντίληψή μας. Επίσης ακούσαμε κάποιους δίσκους που είχαμε «βάλει στο πρόγραμμα» και μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ικανοποιημένοι με την ενημέρωσή μας.

Παρατηρώ πάντως πως οι τελευταίοι σημαντικοί δίσκοι για φέτος βγήκαν στο τέλος του προηγούμενου μήνα. Ή τέλος πάντων οι τελευταίοι φιλόδοξοι δίσκοι που θέτουν εαυτούς υποψήφιους για τις λίστες που θα ξεκινήσουν τον επόμενο μήνα.

Είναι σαφές πως το όλο πράγμα μοιάζει συνεχώς και πιο άρρωστο. Ουσιαστικά 6 μήνες μουσικής και κυκλοφοριών με το βλέμμα στα χριστουγεννιάτικα ψώνια. Ιανουάριο-Φεβρουάριο βγάζουν οι ριψοκίνδυνοι μιας και ρισκάρουν να μην θυμηθεί κανένας τους δίσκους τους στο τέλος της χρονιάς, Ιούλιο-Αύγουστο πηγαίνουν όλοι διακοπές, Νοέμβριο-Δεκέμβριο είναι πολύ αργά και όλοι είναι απασχολημένοι στο να φτιάχνουν τις λίστες τους.

Μην μας παρεξηγείτε. Εννοείται πως μας αρέσουν τα χριστουγεννιάτικα ψώνια και λατρεύουμε τις λίστες αλλά αυτός ο συνεχής διαγωνισμός όσο να'ναι κουράζει. Επίσης προσπαθούμε με τις λίστες μας να υπερτονίσουμε το προσωπικό γούστο σε αντίθεση με αυτόκλητους σωτήρες που πιστεύουν πως μπορούν να καθορίσουν το μέλλον της μουσικής.

Όπως είπαμε κάναμε τη μουσική μας ενημέρωση αυτό το μήνα. Atlas Sound (σίγουρα όχι ο καλύτερός του αλλά με δύο-τρεις καλές στιγμές), Florence & the Machine (εξελίσσεται σε one-hit wonder η Αγγλίδα με τα λάγνα πόδια), Coldplay (καλή pop μουσική), Peggy Sue (αξιοπρεπέστατο δεύτερο άλμπουμ από τις Αγγλίδες με παραπάνω αμερικανικό ήχο απ'ό,τι πρέπει), Μ83 (φαφλατάς μας βγήκε ο Gonzalez στον χειρότερο αλλά δυστυχώς και πιο φιλόδοξο δίσκο του που έχει ένα ουσιαστικά καλό κομμάτι), Real Estate (μαγικά ριφάκια που πάντως μας χάνουν από ένα σημείο και μετά), My Brightest Diamond (εδώ είμαστε αν και όχι ακριβώς εκεί που θα θέλαμε) και βέβαια Tom Waits σε έναν αυθεντικό και γεμάτο ποικιλία δίσκο του θρυλικού καλλιτέχνη.

Ακούσαμε ενδιαφέροντα πράγματα αλλά διαβάσαμε και άλλα εξίσου σημαντικά. Για παράδειγμα μια ενδεικτική πρόσφατη συνέντευξη αυτού του απομονωμένου ιερού τέρατος του Scott Walker. Μπορείτε να την διαβάσετε εδώ αν θέλετε ακόμα μια απόδειξη του μεγαλείου του, της ταπεινότητάς του, αλλά και της επώδυνης ειλικρίνειάς του.

Να μην ξεχάσουμε βεβαίως άλλη μια τρομερή (υπάρχουν και διαφορετικές;) συνέντευξη του Tom Waits στο Pitchfork αυτή τη φορά. Γενικότερα θα έλεγα πως το γύρω γύρω της μουσικής του Tom είναι σχεδόν εξίσου απολαυστικό με την ίδια τη μουσική. Αν δεν έχετε διαβάσει την βιογραφία του για παράδειγμα με τίτλο Αθώος στα Όνειρά Σου χάνετε μία μεγάλη ευχαρίστηση στη ζωή σας.

Τον περασμένο μήνα επίσης, ανακαλύψαμε και το πολύ καλό ελληνικό site Fridge που διαθέτει πολύ ενδιαφέροντα και καλογραμμένα αφιερώματα. Όπως αυτό εδώ με τα 100 καλύτερα ελληνικά τραγούδια (σοβαρή δουλειά, εξαιρετική ιδέα, δεσμεύομαστε να το κάνουμε κάποτε) με το οποίο συμφωνούμε σε γενικές γραμμές αν και εγώ προσωπικά θα έβαζα το «Ζεϊμπέκικο» του Σαββόπουλου στο νούμερο ένα καθώς και πολύ περισσότερο Αγγελάκα και βέβαια XAXAKES, ή αυτό με τα 20 καλύτερα Graphic Novels που μου ξαναξύπνησε την όρεξη για τα comics.

Εξάλλου όταν ψάχναμε πρωθυπουργό διαβάζαμε αποκλειστικά Πασόκ ή Τεφρα ή όταν θέλαμε γατίσια ευχαρίστηση προτιμούσαμε το kitten covers.

Αυτός ήταν ο μήνας μας σε γενικές γραμμές. Και επειδή είναι ασέβεια να μην κλείνουμε οποιοδήποτε post που αναφέρουμε τον Tom Waits χωρίς youtube του ολοκληρώνουμε με το ξέφρενο "Chicago" από το απίθανο Bad As Me (διαβάζεται και badass me αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση του Tom).

8.10.11

Μερικά Φασόλια στον Αέρα!

Ασφαλώς το πιστό μας κοινό γνωρίζει ότι το some beans έχει ξανακάνει -όχι ακριβώς ραδιόφωνο αλλά- εκπομπή, όχι μια και δυο αλλά 19 φορές πριν διάφορες unforeseen circumstances, που λεν και στο χωριό μας, βάλουν ένα (προσωρινό;;;) τέλος στα Radio Beans.

Αυτή τη φορά όμως μιλάμε για «κανονικό» ραδιοφωνικό αέρα, και πιο συγκεκριμένα τη φιλόξενη συχνότητα του Καναλιού 1, της Δημοτικής Ραδιοφωνίας Πειραιά. Από τις 8 μέχρι τις 10 το βράδυ της Κυριακής 9 Οκτωβρίου, δηλαδή κατά τη διάρκεια της εκπομπής του Τάσου Πάλλα -μιας εκπομπής που παίζει για 17 συνεχόμενα χρόνια γνωρίζοντας στο κοινό της αμέτρητους καλλιτέχνες, και στην οποία έχουμε κάνει κάμποσες guest εμφανίσεις στο παρελθόν- θα εμφανιστούμε για μια ωρίτσα για να μιλήσουμε για καινούριες μουσικές και... για το Field Day Festival!

Προφανώς και δεν έχουμε ξεχάσει τόσο καιρό να αναφερθούμε αναλυτικά στο βασικό γεγονός ενός ολόκληρου ταξιδιού. Απλά περιμέναμε να μιλήσουμε πρώτα γι'αυτό με τον Τάσο και μετά να γράψουμε, και τελικά να που έφτασε Οκτώβρης για να γίνει. Έτσι λοιπόν, αύριο το βραδάκι το Some Beans δίνει ραντεβού στο Κανάλι 1!

Συντονιστείτε στους 90,4 MHz ή απλά πατήστε εδώ για να ακούσετε.

3.10.11

Αμπελοφασουλοσοφίες 03/10/11

Πέρα από όλα όσα ενδιάμεσα αναφέραμε, πέρα από το tour των Radiohead στα αμερικανικά σατιρικά talk shows και τις δύο τους συναυλίες στη Νέα Υόρκη, πέρα από την κυκλοφορία του εξάωρου κομματιού των Flaming Lips, πέρα από την συμπλήρωση 20 χρόνων από το Nevermind (προτιμάμε το In Utero ευχαριστούμε που ρωτήσατε), πέρα από την κυκλοφορία και την «κυκλοφορία» νέων πολλά υποσχόμενων δίσκων όπως της St. Vincent, της Feist, των Wilco και των Modeselector η πραγματικά μεγάλη μουσική είδηση του μήνα ήταν η διάλυση των R.E.M.

Για το some beans μεγάλο θέμα συζήτησης υπήρξε και η συναυλία των ανανεωμένων και αναγγενημένων Suede αλλά γι' αυτό θα τα πούμε εν καιρώ.

Η διάλυση των R.E.M. ήταν μια μεγάλη έκπληξη. Έκπληξη κυρίως γιατί μέχρι πρόσφατα είχαν κυκλοφορήσει φήμες ότι η μπάντα ετοιμαζόταν να ξαναμπεί στο studio αμέσως μετά την κυκλοφορία του Collapse Into Now.

Γενικότερα τίποτε δεν προμύνυε μια τέτοια εξέλιξη. Τη στιγμή, μάλιστα, που μόλις είχαν κυκλοφορήσει έναν αξιοπρόσεκτο και σφιχτό δίσκο που ακολούθησε τη μουσική τους αναγέννηση (Accelerate) καθαρίζοντας για τα καλά το όνομά τους από το Around The Sun (που ακόμα κι αυτό είχε δύο-τρία καλά κομμάτια).

Πέρα από την έκπληξη δεν μπορούμε να πούμε ότι στενοχωρηθήκαμε. Αν δε βλέπαμε αυτή την τελευταία (μέχρι τα reunion tour) τους συγκλονιστική παράσταση στην Ελλάδα, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, θα το παίρναμε σίγουρα πιο προσωπικά.

Δε στενοχωρηθήκαμε όμως και για άλλους λόγους. Ο μακαρίτης ήταν πλήρης ημερών και κατάφερε να πετύχει πάρα πολλά στη ζωή του. Άφησε μια από τις κορυφαίες ακολουθίες δίσκων (πόσοι μπορούν να πουν ότι έβγαλαν γύρω στους δέκα σπουδαίους δίσκους;), πολλές συνεργασίες, πολλή μουσική, τέσσερις χαρισματικούς μουσικούς, ακόμα ακόμα κάποιες απόψεις και έναν σεμνό τρόπο ζωής που έκαναν καλύτερο τον κόσμο.

Θα μπορούσαν να μη διαλυθούν. Θα μπορούσαν να παραμείνουν ένα ευχάριστο extra στην ετήσια δισκογραφία. Προφανώς όμως ένιωσαν ότι αν συνέχιζαν θα κατέβαζαν τα standards τους και γι'αυτό και μόνο τους αξίζει σεβασμός. Ξεπλήρωσαν και με το παραπάνω το δίσκο που αισθάνθηκαν ότι μουτζούρωσε τη δισκογραφία τους και καβαλάνε προς το δειλινό έχοντας τον απεριόριστο θαυμασμό μας.

2.10.11

Have you ever tried it that way?

Η σχέση μου με τους Suede υπήρξε κάπως... αναδρομική. Όταν όλοι ωρύονταν για το ομώνυμο πρώτο τους album οι επαφές μου με το αγγλόφωνο ρεπερτόριο ήταν σε πολύ πρώιμο στάδιο οπότε ίσα που κατάλαβα τι έγινε, κι αυτό μόνο και μόνο χάρη στις ατελείωτες προβολές του κλιπ του "Animal Nitrate"από το MTV (R.I.P.) το οποίο χάζευα μάλλον με απορία γιατί άρεσε σε τόσο πολύ κόσμο. Την επόμενη χρονιά που κυκλοφόρησε το Dog Man Star διένυα τη grunge φάση μου, λιώνοντας στο walkman τις κασέτες του Nevermind και του In Utero (με αρκετή καθυστέρηση, όπως συνέβαινε πάντα στην Ελλάδα) και οι λείες, λαμπερές κιθάρες του Bernard Butler μου φαίνονταν ξενέρωτες. Όταν πια έφυγε ο Butler κι έβγαλαν το Coming Up, τα hooks τους δεν ήταν αρκετά δυνατά για να με πείσουν να ερευνήσω πιο μέσα.

Ό,τι δεν είχε καταφέρει όλο αυτό το ψηστήρι το κατάφερε ένα b-side, αλλά όχι από τα παλιά και φημισμένα τους. Το "Sadie", κρυμμένο στην πίσω πλευρά τους τρίτου (ή τέταρτου;) single από το Coming Up, του "Lazy", ήταν που με έκανε να αναρωτηθώ μήπως έπρεπε τελικά να εξερευνήσω περισσότερο το λήμμα "Suede". Ακολούθησε ολόκληρη η συλλογή τους με τα b-sides. Μετά αποφάσισα να ξανακούσω το πρώτο άλμπουμ, κόλλησα άσχημα με το "So Young" και αργότερα εξίσου άσχημα με το "Sleeping Pills" και συνέχισα με τα πρώτα 6 κομμάτια του Dog Man Star. Είχαμε πλέον 1999 προς 2000 και ξαφνικά ανακάλυπτα ότι κάποια πράγματα τα είχα αδικήσει προσπερνώντας τα τόσο βιαστικά. Έπρεπε όμως να αρκεστώ σε αυτά αφού οι καλές μέρες των Suede ήταν χρόνια πίσω, όπως και η επίσκεψή τους στη χώρα μας.

Τελικά εν έτει 2011 έμελλε μετά από πολλές περιπέτειες να επιβεβαιώσουν ότι ξαναπαίζουν μαζί (ΟΚ χωρίς τον Butler αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας) και, το σημαντικότερο, ότι θα έρχονταν ξανά προς τα εδώ. Δεν το σκεφτήκαμε δεύτερη φορά - φτάνει που καταφέραμε να χάσουμε τους Pulp το καλοκαίρι, μια δεύτερη χαμένη ευκαιρία για nostalgia trip τέτοιου βεληνεκούς θα πήγαινε πολύ. Πόσο μάλλον που, σε αντίθεση με την αρμάδα του Jarvis, αυτούς δεν τους είχε ξαναδεί ποτέ ουδείς από τη σύνθεση του some beans.

Έτσι, το βράδυ της 21ης Σεπτεμβρίου ανηφορίσαμε προς την Ιερά Οδό, στο ολοκαίνουριο Entertainment Stage (ω ναι, ψιθυρίστε το - ένας συναυλιακός χώρος με εξαερισμό!). Και ο Brett δε μας απογοήτευσε στιγμή. Γιατι ναι, ήταν ένα one man show, μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς εδώ. Ψιλόλιγνος, στεγνός, αεικίνητος, με τη διαχρονική φράτζα του να κουνιέται φιλάρεσκα και χαριτωμένα δεξιά κι αριστερά, δεν είχε τίποτα μα τίποτα να ζηλέψει από τον 25άρη εαυτό του.

Έχοντας δει και την άλλη του πλευρά, αυτή του σοφότερου, κατασταλαγμένου 40άρη που αγκαλιάσαμε καθώς σκάλιζε τα μεράκια του στην ακουστική του κιθάρα, το 2009, ο Brett έμοιαζε όχι απλά σα να μην είχαν περάσει 2 ακόμα χρόνια από πάνω του αλλά σα να είχε περάσει εκείνος πάνω απ'αυτά κι από καμιά 10αριά ακόμα. Βγήκε στη σκηνή ορμητικός και η μπάντα περνούσε απ΄το ένα κομμάτι στο άλλο χωρίς ανάσα, χωρίς καν μια κουβέντα. Τα χρονικά άλματα ήταν αλλεπάλληλα και μεγάλα καθώς πηγαίναμε από τα πρώτα σινγκλάκια κατευθείαν σε κάτι από το Head Music και πάλι πίσω, για μιάμιση ώρα.

Αυτό όχι απλά δεν ήταν εις βάρος της ροής της συναυλίας αλλά αντίθετα ανέδειξε το πιο εντυπωσιακό της χαρακτηριστικό: το πόσο ζεστά έδειχνε όλη η μπάντα να παίρνει κάθε ένα κομμάτι του σετ, αντιμετωπίζοντας το υλικό των πιο πρόσφατων δίσκων ακριβώς με τον ίδιο ζήλο που έδειχναν για το παλιότερο. Ίσως να ήταν επειδή ο Brett θέλει ακόμα να πιστεύει - και να υπενθυμίζει στο κοινό του - ότι τα πήγε εξίσου καλά και μόνος του ως βασικός συνθέτης των Suede, αλλά η θεατρικότητά του και η ζέση του δε μειώνονταν στο ελάχιστο, κάνοντας ακόμα και μέτρια κομμάτια όπως το "Obsessions" ή το "Filmstar" να μοιάζουν σχεδόν εξίσου σπουδαία με τα παλιότερα και το ρυθμό της βραδιάς να μην πέφτει ποτέ. Ακόμα κι αυτό το "Beautiful Ones" που δε μου άρεσε ποτέ έμοιαζε αδύνατο να του αντισταθείς και να μην το τραγουδήσεις έξω φωνή.

Η λέξη-κλειδί στην παραπάνω (τεραστίων διαστάσεων, παρακαλούμε δεχτείτε τη συγγνώμη μας) πρόταση, βέβαια, είναι το «σχεδόν».

Γιατί, όπως ήταν φυσικό κι αναμενόμενο, αυτά που έκλεψαν την παράσταση ήταν «τα παλιά». Οι Suede δεν έχουν, προς το παρόν τουλάχιστον, καινούριο δίσκο οπότε τυπικά όλα όσα έπαιξαν ήταν «παλιά», αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε για «τα πιο παλιά». Εκείνα τα κομμάτια που προήλθαν από τη μαγική συνεύρεση του Brett και του Bernard πριν σχεδόν 20 χρόνια. Ένα "Animal Nitrate" που έβαλε φωτιά στο μαγαζί (και ναι, αυτή τη φορά είχα πλέον καταλάβει γιατί άρεσε σε τόσο κόσμο), ένα "Metal Mickey" που ενέπνευσε μπόλικες αεροκιθάρες να βγουν απ'τις θήκες τους, ένα "So Young" που έφερε μνήμες από μοναχικούς χορούς σε νεανικά δωμάτια, ένα "The Wild Ones" που έστειλε μικρά βοτσαλάκια να κατρακυλήσουν σε σπονδυλικές στήλες και, πάνω απ'όλα, ένα συγκλονιστικό "Pantomime Horse" με τον Brett γονατισμένο στη σκηνή να βγάζει τα σώψυχά του.

Κι εμείς μείναμε να τον κοιτάμε, κάποιοι με αρκετή δόση νοσταλγίας. Άλλωστε αυτό είχαν να προσφέρουν οι Suede εκείνο το βράδυ - ήταν παρόντες αλλά είχαν να μας δώσουν μόνο παρελθόν, φωτογραφίες από μια άλλη εποχή που για μεγάλο μέρος όσων ήμασταν εκεί ήταν τα πιο ξέγνοιαστά μας χρόνια. Ακόμα κι αν συνδέθηκαν με τη μουσική των Suede καθυστερημένα. Φιμώσαμε το κυνικό τμήμα του εγκεφάλου και το ευχαριστηθήκαμε όσο δεν πάει.

1.10.11

After the crash come the waves/ And leave you with nothing / At least next to nothing

Αν στο τέλος της χρονιάς διοργανώναμε βραβεία (με την πολύτιμη χορηγία φυσικά της Εθνικής Τράπεζας, του ΟΠΑΠ και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου) αυτό του μουσικού προσώπου της χρονιάς θα το έπαιρνε ο Faris Badwan. Ο απλούστατος λόγος είναι ότι έβγαλε δύο πολύ καλούς, τελείως διαφορετικούς και γεμάτους ιδέες (έστω και ανακυκλωμένες) δίσκους, με δύο διαφορετικά συγκροτήματα, συνεργαζόμενος με τελείως διαφορετικούς καλλιτέχνες.

Ο ήρωάς μας άφησε κατά μέρος τις gothic/punk απαρχαιωμένες μαυρίλες και βγήκε έξω στον κόσμο για να μυρίσει τα λουλούδια (μέχρι κρίνα, μην το παρακάνουμε κιόλας). To Skying είναι πολύχρωμο, φιλόδοξο και συναρπαστικό. Με επιρροές από My Bloody Valentine (η uptight διαφωνεί σε αυτή τη σύγκριση οπότε το παίρνω πάνω μου), πρώιμους Simple Minds, Echo & the Bunnymen και βέβαια Suede (ειδικά το "Monica Germs" πρέπει να το ξεσήκωσαν από καμμία χαμένη παρτιτούρα των δύο πρώτων δίσκων) o Badwan κάνει surf στις αγαπημένες του μουσικές με τη σανίδα γυαλιστερών keyboards, πορωτικών κιθαριστικών riffs, ακόμα και των καθιερωμένων σαξοφώνων (αν κρατάει κανείς λογαριασμό ας βάλει το σαξόφωνο του "Wild Eyed" στη λίστα των φετινών δίσκων που αναβιώνουν το συμπαθές αυτό όργανο που τελευταίος το χρησιμοποίησε ο Bill Clinton π.π.).

Από την άλλη καταλαβαίνω ότι το παλιότερο κοινό τους (εμείς δεν ανήκουμε σε αυτούς) δεν δέχτηκε καλά την αλλαγή στον ήχο τους και ότι ίσως τους φανούν πολύ «καθαροί» σε σχέση με αυτό που έχουν συνηθίσει. Αυτό είχαμε την ευκαιρία να το συνειδητοποιήσουμε και με τα ίδια μας τα μάτια μιας και το κοινό τους στο Field Day Festival αποτελούνταν από πολλές μοϊκάνες, δερμάτινα μπουφάν και παραμάνες. Σε αυτό το κοινό για παράδειγμα δεν ξέρω αν θα κάθισε και πολύ καλά το "I Can See Through You" που θα μπορούσαν να το είχαν γράψει και οι ABBA (άντε και οι πρώιμοι Pulp) αν αφαιρούσαμε τις κιθάρες. Ή ίσως το εναρκτήριο "Changing the Rain" που έχει κόψει τα ναρκωτικά και πίνει σε κάποιες επιλεγμένες περιπτώσεις. Η αλλαγή τους πάντως είχε ξεκινήσει από το προηγούμενο Primary Colours αλλά αρκετός ο κόσμος που έμεινε στην πρώτη του εντύπωση για τη μπάντα και την εικόνα τους με τα μαλλιά σφιγγοφωλιές, τα δερμάτινα παντελόνια σωλήνες και το στυλ New York Dolls.

Είναι γεγονός πως δεν υπάρχει πολλή βρωμιά και παραμόρφωση του ήχου. Οι μελωδίες αφήνονται να λάμψουν και δεν μποϋκοτάρονται επειδή «έτσι πρέπει». Το προαναφερθέν "Changing the Rain" είναι μια αποθέωση που αποδεικνύει (μετά το σεισμικό "Mirror's Image") ότι εκτός από φοβερά singles οι Horrors κατέχουν την τέχνη της δημιουργίας ενός εναρκτήριου κομματιού που σε ενθουσιάζει και σε κάνει να ανυπομονείς για να προχωρήσεις στον υπόλοιπο δίσκο. Το "You Said" καταφέρνει να διατηρήσει το επίπεδο και τη διέγερση με ένα άψογο και αξιομνημόνευτο ρεφρέν αλλά ενδεικτικά των μεγάλων φετινών ιδεών που κατοικούν στο κεφάλι του Badwan είναι το "Endless Blue", που από ένα χαλαρωτικό κοκτέηλ long island γίνεται εκρηκτική βόμβα μολότωφ και φοράει την παλαιστινιακή μπαντάνα (άλλο ένα ρατσιστικό σχόλιο) καθαρίζοντας τους λουόμενους, και το "Still Life" που κάνει χρήση αυτού του φοβερού ατμοσφαιρικού εφέ με τις κιθάρες στην ανάποδη που πάντοτε μας τραβάει την προσοχή. Αξίζει επίσης να σταθούμε και στο "Moving Further Away", μια επικών διαστάσεων krautrock έμπνευση που σφυροκοπεί για κάτι παραπάνω από 8.30 λεπτά.

Ελπίζουμε να ήταν και γι'αυτούς όσο απολαυστικός ήταν και για εμας αυτός ο μικρός σε διάρκεια αλλά γεμάτος σε ουσία, που εκμεταλλεύεται όλα τα πλεονεκτήματα των studio και της σύγχρονης παραγωγής, δίσκος. Το μπούκωμα που παρατηρήσαμε στο live τους μπορεί να οφείλεται σε κάποιους εξωγενείς παράγοντες οπότε προς το παρόν θα σταθούμε στον έξοχο ήχο από το studio Skying και θα περιμένουμε να τους δούμε κάπου μόνους τους εκτός φεστιβάλ και με καλά ηχεία. Ίσως στα βραβεία του some beans, φυσικά με την χορηγία του Metropolis, του Public, της Νέας Γενιάς Ζηρίδη (που γαμιέται όπως μας ενημέρωσε μια στάση λεωφορείων στην Πειραιώς) και της Γιάννας Αγγελοπούλου, που θα διεξαχθούν στο Bios και με λίγη τύχη θα αποτελέσουν τον υγρό τάφο (πάντα ήθελα να το πω αυτό) αρκετών ελλήνων και ξένων hipsters.

24.9.11

Αμπελοφασουλοσοφίες 24/09/11


Ξέρω ότι περιμένετε οδηγίες.


Τι να κάνουμε; Πως θα επιβιώσουμε; Να τρέξουμε στις τράπεζες να βγάλουμε τα λεφτά μας (ποιά;) και να τα βάλουμε στην κατάψυξη (όχι γιατί θα παγώσει το υδατογράφημα);

Να ετοιμαζόμαστε να στείλουμε τις αδερφές μας στη βίζιτα, μόλις απολυθούμε, για να πραγματοποιηθεί και η αυτοεκπληρούμενη προφητεία (που λέει και ο Γιωργάκης) του ενός εργαζομένου σε κάθε οικογένεια;

Και με την Τουρκιά; Όσοι δεν έχουμε πάει στο Καστελόριζο να αρχίσουμε να το σβήνουμε απο τη λίστα των διαθέσιμων για island hopping νησιών;  Να αγοράσουμε γυαλιά ηλίου για το militaire look  που θα φορεθεί φέτος στα σύνορα στον Έβρο όταν θα περιμένουμε τα βλήματα από την απέναντι όχθη; Ή μήπως οι πιο προνοητικοί να βγάλουμε εισητήριο με ανοιχτή ημερομηνία αναχώρησης προς την Ιταλία, την Αγγλία (εκεί θα πάμε εμείς), τη Γουαδελούπη ή ένα απο τα 12 μέρη του αφιερώματος που μπορείτε να πάτε όταν όλα πάνε κατά διαόλου (σε αυτή την περίπτωση θα αμπελοφασουλοσοφούμε από το Yukon);

Πολλά και αμείλικτα ερωτήματα.


Η απάντηση σε αυτά είναι μία και απλή.


Κάντε ό,τι έκανε ο Elvis Costello στο Saturday Night Live το 1977 όταν η εταιρία του τον πίεζε να παίξει το "Less Than Zero" στη ζωντανή εκπομπή.

Στα φετινά γλυκά σταφύλια της πολύ γεμάτης φετινής χρονιάς προσθέστε και τους Dodos.

To No Color με την ευγενική βοήθεια της φωνάρας Neko Case και της φωνάρας της ξαναβρίσκει τους Dodos ως ντουέτο και πιθανόν στη μελωδικότερή τους φάση. Πέραν αυτού, επιβεβαιώνουν ότι έχουν γίνει βιρτουόζοι σε έναν μοναδικό ήχο που επαναπροσδιορίζει τη σχέση ακουστικής κιθάρας και drums.

Αντί για το πραγματικά μεγαλοπρεπές "Going Under" που σε ζαλίζει ευχάριστα με την ευκολία που αλλάζει θέμα θα προτιμήσουμε το πολύ μελωδικό και γλυκό "Companions" γιατί είμαστε γλυκούληδες και μελωδικοί.

22.9.11

It's a game inside your head and no one wins

Γεμάτος εκπλήξεις είναι ο Chris Taylor. Ο μπασίστας, τραγουδιστής κατά το ήμισυ των τραγουδιών των Grizzly Bear και παραγωγός τους (υπεύθυνος για τον ήχο τους που βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από τα περισσότερα πράγματα εκεί έξω) βγαίνει μπροστά με ακόμα ένα δικό του project. Μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος πως προλαβαίνει να ασχολείται με τους Grizzly Bear, τους Department Of Eagles, αλλά και την παραγωγή δίσκων όπως των Morning Benders.

Και όμως, το Dreams Come True είναι εξαιρετικό. Γεμάτο ιδέες, με καταπληκτική παραγωγή που αναδεικνύει τα κομμάτια και με ανακάτεμα των πιο απροσδόκητων επιρροών που θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Στο "Too Late Too Far" πίσω από το υπερσύγχρονο μπιτάκι ακούμε πάρα πολύ Phil Collins, λιγότερο Xiu Xiu και ακόμα ακόμα το "Packt Like Sardines in a Crushd Tin Box". Μια έξοχη χορευτική στιγμή που ακολουθείται από το φουτουριστικό, αψεγάδιαστο και καλοντυμένο "Believe".

Το άλλο γερό δίδυμο του δίσκου αποτελείται από το "She Found a Way Out" και το "Answer". Το πρώτο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη και είναι μια περιπέτεια από μόνο του με την απροσδόκητη αλλαγή κατεύθυνσης από μία ακουστική μελωδία σε ένα γυαλιστερό α λα Bowie ριφάκι. Το επόμενο "Answer" είναι ένα βαρύ ηλεκτρονικό κομμάτι με αισθησιακή ατμόσφαιρα που ταιριάζει τέλεια σε κακόφημα υπόγεια κλαμπ.

Γενικότερα ο Taylor είναι άριστα ενημερωμένος στα καθέκαστα της σύγχρονης μουσικής και με τις γνωριμίες και τις ασχολίες που έχει μαντεύει εύκολα τις επόμενες τάσεις. Εδώ στο τελευταίο "Bericht" ακούγεται σαν τον νέοπα Perfume Genius, στην '80s και R&B μόδα θα κολλήσει; Και σίγουρα μην το ξεγράψετε σαν b-sides των Grizzly Bear. Υπάρχει γεύση εδώ πέρα και αρκετό υλικό που αν του δοθεί η ευκαιρία θα δείξει ότι είναι κάτι αρκετά διαφορετικό απ' αυτά που κυκλοφορούν. Και σχετικά με το όλο και περισσότερο επιζητούμενο πάντρεμα μελωδίας και ρυθμού είναι ακριβώς μέσα στον στόχο του.





Άλλο ένα side project στο σημερινό 3 σε 1. Εδώ όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και σύμφωνα με μια πολύ πρόχειρη ερεύνα στη σελίδα της νεοσύστατης μπάντας στο wikipedia.
Οι Cat's Eyes είναι το ντουέτο Faris Badwan ( ο τραγουδιστής και συνθέτης, Παλαιστινιακής καταγωγής, των Horrors που έβγαλαν έναν καλό δεύτερο δίσκο και έναν εξαιρετικό φετινό τρίτο αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) και της σοπράνο Rachel Zeffira.

Όταν ο Badwan έβαλε στη Zeffira να ακούσει girl groups απο τα sixties η Zeffira ένιωσε μια φούντωση μια φλόγα με τις Ronettes και τον Phil Spector. Έτσι προχώρησαν στην ηχογράφηση μουσικής και μέσω των διασυνδέσεων της Zeffira οι Καρδινάλιοι της Ρώμης είδαν την πιο παράξενη συναυλία της ζωής τους όταν οι Cat's Eyes έπαιξαν στο Βατικανό με τη συνοδεία χορωδίας και εκκλησιαστικού οργάνου. Επίσης πολλοί απ' αυτούς είχαν τη δυνατότητα να δουν έναν Παλαιστίνιο από τόσο κοντά χωρίς να φοβούνται ότι θα σκάσει μπροστά τους. Αλλά και αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Σίγουρα πάντως κομμάτια όπως το δρακουλιάρικο, στυλ Bauhaus "Sooner or Later" θα τους έκαναν να λερώσουν τα άμφιά τους.

Τόσο ετερόκλητα στοιχεία σε μια συναυλία μόνο θριαμβευτικές κριτικές θα μπορούσαν να αποφέρουν. Εκτός από, ξέρω'γω, τα Νέα του Βατικανού που βγήκαν την επόμενη μέρα με τίτλο «Κουρευτείτε και γυρίστε πίσω στο δρόμο του Χριστού». Ο ομώνυμος δίσκος ήταν κάτι επόμενο μετά απ' αυτά. Τα ερωτήματα λοιπόν που προκύπτουν απ' αυτή την ιστορία είναι δύο.
Ο δίσκος είναι καλός; Τελικά τα'χουν;

Ναι και προφανώς είναι οι απαντήσεις. Ο δίσκος είναι πολύ καλός. Ανέλπιστα καλός για εμένα που μέχρι να βγούν οι φετινοί Horrors δεν τρελαινόμουν με την goth αναβίωση που επιχείρησαν. Εδώ όμως έκαναν κάτι μαγευτικό. Η μοντερνιά μπήκε στην άκρη και το δίδυμο που τα πάει ζουζουνιστά έφτιαξε μερικές κυριολεκτικά αιθέριες μελωδίες, που απογειώνονταν με την τεχνικά τέλεια φωνή της Ραχήλ, όπως στο "I'm Not Stupid", στο παραμυθένιο "Not a Friend", στο "Lull" με τα πλούσια έγχορδά του κάπου πάνω από το ουράνιο τόξο και στο "I Knew It Was Over" που θυμίζει λιγουλάκι Tim Burton.

Όλος ο δίσκος είναι σαν παλιομοδίτικα ερωτικά γράμματα μεταξύ εραστών που αρχίζουν με το «αγαπημένε/ αγαπημένη» και τελειώνουν με «παντοτινή αγάπη». Μια εγκύτητα και μια καυτή φλόγα που δεν πρόκειται να σβήσουν ούτε καν μετά το πέρας των δύο ωρών και την απομάκρυνση από την κινηματογραφική ασπρόμαυρη οθόνη. Ακόμα και να μη βγάλουν επόμενο δίσκο (χλωμό) το ομώνυμο είναι μια φωτογραφία μιας εκ των καλύτερων στιγμών της ζωής τους/ καριέρας τους. Και εμείς έχουμε κάτι σύντομο και όμορφο να τους θυμόμαστε. Παρακάτω το εξωπραγματικό live από το Βατικανό.



Και επειδή υπάρχει πολύ και καλό υλικό από αυτή τη σύμπραξη δείτε και αυτό το βιντάκι απο το Guardian (που έχει απογορεύσει to embedding) εδώ.


Η μπάντα του Νεοζηλανδού Conan Hosford έχει εδώ και καιρό αρχίσει να ακούγεται όλο και πιο έντονα. Στη δισκογραφική εταιρία του Erol Alkan ( τους χάρισε και ένα πολύ διάσημο remix για το ομώνυμο του Forever Dolphin Love, που μεταξύ μας δεν είναι τίποτα ενδιαφέρον αφού απλά έχωσε ένα basic μπιτάκι) απέκτησαν την προβολή που τους άξιζε σε ένα μεγαλύτερο κοινό έξω από την Ωκεανία. Η σημαντικότερη όμως στιγμή της μπάντας ήταν το περυσινό tour της στην Αγγλία ως support των συμπατριωτών Crowded House.

Πλέον με τα αυτιά του κοινού περισσότερο ανοιχτά εμφανίστηκαν σε αρκετά festival για το promotion του Forever Dolphin Love. Η πειραγμένη, σχεδόν art brut αισθητική της μπάντας και η ψυχεδέλεια τραβάνε άμεσα την προσοχή. Εμάς μας άρεσαν ουκ ολίγα κομμμάτια και σίγουρα η ιδιαίτερη ατμόσφαιρά τους θα ακουστεί και θα ξανακουστεί φέτος στο τσαρδί μας.

Το καταπληκτικό "Megumi the Mikyway Above" που ξεκινάει με τα πιτσιρίκια να φωνάζουν "hello Conan" (παρεμπιπτόντως όπως πολύ σωστά παρατήρησε η uptight το τραγούδι μοιάζει πάρα πολύ με το "All Flowers in Time" του Jeff Buckley και της Liz Frazer) είναι ένα απ'αυτά τα κομμάτια που ξεχωρίζουν. Το "Faking Jazz Together" είναι ένα άλλο που κοπλιμεντάρεται από την πολύ ιδιαίτερη υποβρύχια ακουστική της κιθάρας του Hosford ενώ το "Forever Dolphin Love" είναι ένα jazz blues διαμαντάκι (τι διαμαντάκι δηλαδή διαμαντάρα δύο κινήσεων που κρατάει δέκα λεπτά ) που συναντάται μόνο στα βάθη των ωκεανών. Δύο λόγια αξίζουν και για την παιδική φωνή του Conan που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι ακούς έναν πιτσιρικά που παίζει με τους φίλους του φέρνοντας στο μυαλό την αθωότητα του Daniel Johnston.

Ο Conan δεν αξιώνει την τελειότητα και ούτε προσπαθεί γι' αυτήν. Αν αντιμετωπιστεί με αυτή τη λογική και αν σας αρέσει η ψυχεδέλεια (που τα τελευταία χρόνια γίνεται καλύτερα εκτός Αμερικής) βρείτε το.


 
Clicky Web Analytics