11.5.09

No kind hand is reaching out for me tonight/ I slept facing the wall/ I dreamt of buildings in pieces

Στις συνεργασίες της PJ Harvey με τον John Parish το πρώτο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι το πόσο απελευθερωμένη ακούγεται η Polly Jean. Ενώ είναι γενική παραδοχή πως απολαμβάνει και αναγεννάται με τις στυλιστικές αλλά και μουσικές μεταμορφώσεις που επιδιώκει σε κάθε δίσκο, όταν συνεργάζεται με τον Parish φαίνεται ξαφνικά πως το ρεπερτόριό της μεγαλώνει απότομα.

Μετά από τόσα χρόνια στο κουρμπέτι μάλλον γνωρίζει τα πλεονεκτήματά της, οπότε ξέρει και πόσο εκφραστική είναι. Η καλλιτεχνική ελευθερία που έχει κερδίσει εδώ και κάποια χρόνια την κάνει να μοιάζει με ηθοποιό που δοκιμάζει πάνω στο πάλκο διαφορετικά ρούχα, στιχουργικά πυροτεχνήματα και εκφορές του λόγου που πολλοί δοκιμάζουν μόνο με κλειστές τις κουρτίνες.

Αν η Polly Jean απαντούσε στο ερωτηματολόγιό μας στην ερώτηση για το ποιον ρόλο θα προτιμούσε να ερμηνεύσει αν ήταν ηθοποιός, εκείνη θα μας παρέπεμπε στην δισκογραφία της. Επαγγελματίες ηθοποιοί έχουν διερευνήσει πολύ λιγότερο τις εκφάνσεις της αβυσσαλέας γυναικείας ψυχολογίας και δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι, αν η PJ διάλεγε αυτήν την καριέρα, θα μάζευε υποψηφιότητες για Όσκαρ.

Εν προκειμένω, οι πρώτες ακροάσεις, όπως και σε κάθε παρατήρηση ενός δοκιμαστικού σωλήνα, σε ξεγελούν και δεν σε αφήνουν να διαμορφώσεις χωρίς υπομονή ολοκληρωμένη άποψη. Με τις ευκαιρίες όμως που κάθε καλλιτέχνης σαν την συγκεκριμένη κερδίζει άκοπα, καταλαβαίνεις ότι έχεις κάτι πολύ καλό στα χέρια σου. Κάτι που συνεχίζει την γεμάτη ποικιλία τρέλα του Dance Hall At Louse Point.

Όπως 13 χρόνια πριν γοητευόμασταν απο τη μηδενιστική μελαγχολία του "Is That All There Is?"(πρώτη εκτέλεση της Peggy Lee βεβαίως), την blues σκόνη του "Un Cercle Autour Du Soleil", τους ξεχαρβαλωμένους αυτοσχεδιασμούς του "Rope Bridge Crossing" και την πανκ παράνοια του "Taut", μόλις ακούσαμε για το sequel στη συνεργασία PJ και Parish σκεφτήκαμε πως το A Woman A Man Walked By είχε να γεμίσει μεγάλα και δύστροπα παπούτσια.

Τελικά μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι το ζητούμενο επετεύχθη και όχι μόνο αυτό, αλλά η τωρινή προσπάθεια μοιάζει περισσότερο συγκεντρωμένη και με μεγαλύτερη δημιουργική ποικιλία απο τον προκάτοχο της. Και τα δύο άλμπουμ φαίνεται ότι κρατούν τις ρίζες τους απο το εκάστοτε πρόσφατο παρελθόν της PJ. Έτσι όπως το Dancehall... ήταν προσανατολισμένο σε πιο άγριες στιγμές στυλ Rid of Me και To Bring you My Love, το A Woman A Man Walked By φοράει εν μέρει τα γοτθικά ρούχα του White Chalk και άλλοτε τις πιασάρικες μελωδίες του Stories From The City....

Η αρχή στο AWAMWB σε πιάνει απ'τα μούτρα, προσφέροντάς σου μια απίθανη σύνθεση, σημαδεμένη απο τη χαρακτηριστικά σφυρηλατημένη φωνή της PJ,και τις κιθάρες του Parish που μοιάζουν με τσαγιέρες λίγο πριν εκραγούν. Το κομμάτι λογικά θα γίνει ένας απο τους ραδιοφωνικούς έρωτες της χρονιάς και όχι αδίκως. Είναι ό,τι πιο άμεσο και δυναμικό έχει γράψει η Polly Jean απο τότε που άφησε στην άκρη την πιο επιθετική περσόνα της.

Το "Leaving California" συγγενέυει με τα ουκελέλε του "White Chalk", με την PJ σε λιγότερο δραματική διάθεση αλλά αποφασισμένη να αφήσει τo παρελθόν της θαμμένο και πίσω της. Στο "April" η φωνή της σπάει για να αναπαραστήσει μια γέρικη φωνή φτάνοντας στην απελευθερωτική επίκληση προς την νεότητα, που δένει πολύ ομαλά και όμαρφα με την πολυορχηστρική μαστοριά του Parish. Για να τονιστεί μάλιστα η αυθεντικότητα της ιστορίας, πολλές φορές η PJ δε διστάζει να ξεφύγει απο την πεπατημένη της μέχρι εκείνη τη στιγμή μελωδίας.

Η εύθραυστη Αγγλίδα όμως απο το Dorset μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε αθυρόστομη μαινάδα αν κάποιος την προδώσει ή την προσπεράσει. Αυτό μαθαίνουμε στο εκδικητικό πρώτο μισό του ομώνυμου κομμάτιου πριν περάσουμε σε ένα ορχηστρικό ξεπέταγμα που μας κάνει να ξεχνάμε το αρχικό θέμα.

Η ιστορία συνεχίζεται με το υπεροχο "Soldier" που μας επαναφέρει στον τρόπο που η PJ αντιλαμβάνεται τώρα τη μουσική, ίσα ίσα για να μας αποσυντονίσει ο επώδυνος θόρυβος του "Pig Will Not" και τα λυσσασμένα γαυγίσματα της λεγάμενης που μοιάζουν σαν κάποιος άγνωστος να τόλμησε να την παρενοχλήσει.

Στο τέλος, η δεύτερη πιο αξιομνημόνευτη στιγμή του δίσκου, το "Passionless, Pointless”, αναδεικνύεται μέσα απο ένα πένθιμο φλάουτο και μια διστακτική κιθάρα, ενώ η PJ κάνει ακόμα μια καταπληκτικά ανοιχτόκαρδη (με την έννοια της ειλικρίνειας) εξομολόγηση. Η ανατριχιαστική ερμηνεία της απαλύνει τις γωνίες στο χαμηλό της ψιθύρισμα, και καθηλώνει με τη βραχνάδα της όπου και δείχνει ένα μονο μέρος απο τις μοναδικές φωνητικές της ικανότητες.

Συνολικά το A Woman A Man Walked By δεν είναι μια συλλογή καλών b-sides. Δεν είναι το διεκπεραιωτικό διάλειμμα πριν την συνέχεια των αμιγώς προσωπικών δημιουργημάτων. Είναι η αξιοποίηση κάποιων δύσκολων στη σύλληψή τους ιδεών και το άπλωμα των καρτών στο τραπέζι μέχρι να αποφασίσουν οι παίκτες μας πως θα κινηθούν, παίζοντας τελικά με όλους τους τρόπους αλλά φτιάχνοντας παράλληλα μια νίκη.

Γιατί μόνο ως νίκη μπορεί να περιγραφεί ένας δίσκος τόσο συντονισμένος που προβάλλει τα πλεονεκτήματα και των δύο δημιουργών. Ένας δίσκος με στόχο όχι να είναι στους καλύτερους της χρονιάς ή να εντυπωσιάσει με την προτωτυπία του, αλλά με σκοπό να στέκεται περήφανος στην δισκογραφία της PJ Harvey και του John Parish. Και με τον κατάλογο που ήδη φιγουράρει δίπλα στην πρώτη, αυτό δεν είναι καθόλου μικρό παράσημο.

PJ Harvey & John Parish - "Black-Hearted Love" (A Woman A Man Walked By)

9.5.09

The words are coming out all weird

Ήταν μια λαμπερή μέρα, όπως και σήμερα. Απλά Πέμπτη, καθημερινή αντί για Σάββατο. Σημειωτέον ότι τότε τα Σάββατα ήταν απλά "οι μέρες που δεν κοπροσκύλιαζες ήσουν με τα φιλαράκια όλη μέρα, μέσα κι έξω από τη σχολή" και σε καμία περίπτωση δεν είχαν την ιερή υπόσταση που παίρνουν στο μυαλό οποιουδήποτε έχει δουλέψει έστω και μια βδομάδα. Ούτε ήταν ότι το Σάββατο έβγαινες με την παρέα, αφού ήσασταν για καφέ περίπου κάθε μέρα. Τέλος πάντων, ξεφεύγω, αλλά ήθελα απλά να τονίσω ότι τότε οι καθημερινές ήταν οι μέρες που περνάγαμε καλύτερα.

Μια λαμπερή, ηλιόλουστη Πέμπτη λοιπόν ήταν η 9η Μαΐου του 1996. Ακολουθώντας τη συνηθισμένη μου διαδικασία, ξεκίνησα από το σπίτι στον Πειραιά, ροβόλησα την πηγμένη Σαχτούρη και έφτασα στου Βρυώνη, απ'όπου πήρα το 040, το περίφημο "πράσινο", που τότε ήταν ήδη πλέον "μπλε", αλλά που για όλους εμάς τους λάτρεις των τρελών αμορτισέρ των κυπαρισσί λεωφορείων του Σαρακάκη που έκαναν την άνοδο της Αγ. Πάντων στην Καλλιθέα να μοιάζει με τρενάκι λούνα-παρκ θα παραμείνει πάντα "το πράσινο". Έφτασα στο Σύνταγμα και άρχισα ν'ανηφορίζω τη Σταδίου, έκοψα μέσα από την πλατεία Κοραή και συνέχισα στην Πανεπιστημίου. Αυτή ήταν η συνηθισμένη διαδρομή για τις μέρες που είχε ωραίο καιρό για περπάτημα (και που δεν πολυγούσταρα να πάρω τον ηλεκτρικό) και συνήθως έστριβα μέσα από τους πεζοδρόμους κι έβγαινα στην Κάνιγγος, αλλά εκείνη τη μέρα είχα έναν ενδιάμεσο σταθμό: το Metropolis.

Συνήθης προορισμός σαν τελευταία στάση πριν τη σχολή, αλλά ειδικά εκείνη την Πέμπτη είχα πάει με ειδική αποστολή και δεν είχα διάθεση να χαζέψω. Προσπέρασα, χωρίς καν να τις κοιτάξω, τις νέες κυκλοφορίες και ανέβηκα σχεδόν τρέχοντας στο δεύτερο όροφο. Πήγα στη μεριά της new rock και βρήκα στα γρήγορα το "R", όπου βρήκα σχεδόν αμέσως το CD που έψαχνα. Το κοίταξα για λίγο μπρος-πίσω, είδα την τιμή - 4.300δρχ - και το πήρα αποφασιστικά στο χέρι μου: είχε φτάσει τελικά η ώρα που θα το αγόραζα. Πριν φύγω, όμως, έψαξα να βρω και κάτι άλλο, κάτι πιο παλιοροκάδικο, ίσα ίσα για να μη μου πρήξουνε τα συκώτια οι πιο παραδοσιακοί φίλοι μου από των οποίων την "επιτροπή" θα περνούσαν τα νέα μου αποκτήματα. Είχε το Backtrackin', μια συλλογή του Eric Clapton, με 5.250, οπότε θεώρησα ότι ήταν καλή τιμή για διπλό CD και πήρα κι αυτό. Κατέβηκα στο ταμείο, πλήρωσα κι έφυγα σφαίρα για το ΕΜΠ.

Το κτίριο Αβέρωφ με υποδέχθηκε με τους γνωστούς χαλαρούς ρυθμούς που πάντα είχε αρχές Μαΐου. Το ένα τρίτο του 4ου εξαμήνου της Αρχιτεκτονικής ήταν αραχτό στο αίθριο κι έφτιαχνε μακέτες για την απογευματινή Σύνθεση ή απλά χάζευε. Το άλλο τρίτο παρακολουθούσε Ιστορία Τέχνης. Το τρίτο τρίτο ήταν διασκορπισμένο σε διάφορα σημεία της ευρύτερης περιοχής των Εξαρχείων, απολαμβάνοντας τον υπέροχο καιρό και το εξαιρετικό timing του να είσαι μακριά μεν από τις πρώτες παραδόσεις, που είναι πάντα πιο σημαντικό να παρακολουθείς, αλλά και μακριά ακόμα από την εξεταστική. Όπερ σημαίνει, το τέλειο timing για καφέ. Πληροφορήθηκα ότι η δική μου παρέα είχε προσχωρήσει στο τρίτο τρίτο και τη βρήκα λίγο αργότερα, κάπως ελλειπή, στο καφέ του Μουσείου.

"Ωωωω, για να δούμε, τί πήρες;" ήταν οι πρώτες κουβέντες που υποδέχθηκαν την άφιξη της σακουλίτσας του Metropolis συνοδευόμενης από μένα. Ο πιο κλασικοθρεμμένος απ'αυτούς είχε ήδη αρπάξει τη σακούλα πριν καν κάτσω. Έβγαλε τα CD ένα-ένα. Πρώτα το "καινούριο". "Πφφφφ, κακή αντιγραφή των Nirvana που έτσι κι αλλοιώς είναι χάλια, τι πας και παίρνεις...". Παρέδωσε το απορριπτέο δείγμα στον διπλανό, ο οποίος από τη μεριά του αναφώνησε "Α, το πήρες τελικά! Το'πες και το΄κανες". Ο πρώτος ήδη περιεργαζόταν το CD του Clapton, επιδοκιμάζοντας αυτή τη φορά. Τα ξαναμάζεψα μέσα στη σακούλα, την οποία είχα από κοντά όλη την υπόλοιπη μέρα.

Αργά το απόγευμα, γύρισα σπίτι. Είχαμε κάμποση ώρα μέχρι να φάμε, οπότε έβγαλα τα νέα μου CD από τη σακούλα τους και τα ξετύλιξα. Έβαλα στο player πρώτα τον Clapton, και άκουσα κάνα-δυο φορές το "Layla" και το "Sunshine of Your Love". Αλλά το έβγαλα αμέσως μετά. Το θέμα της ημέρας δεν ήταν ο Clapton. Ήταν το άλλο.

Το περιεργάστηκα στα πολύ πεταχτά, πιο πολύ γιατί μου τράβηξε την προσοχή το μωβ μπαλάκι που υπήρχε πάνω στο CD. Και το υπόλοιπο artwork ήταν περίεργο. Οι φωτογραφίες έμοιαζαν πρόχειρες και ήταν σίγουρα παραμορφωμένες. Το έβαλα μέσα στο player και προχώρησα κατευθείαν στο δωδέκατο και τελευταίο τραγούδι. Επιτέλους!!! Τόσο καιρό το έψαχνα, και ήταν πια δικό μου. Το άκουσα δυο φορές. Μετά έβαλα το άλμπουμ από την αρχή. Σαρανταοχτώ λεπτά και τριανταεννιά δευτερόλεπτα αργότερα, απλά δεν ήμουν πια ο ίδιος άνθρωπος.

Αρκετές φορές στη διάρκεια της ακρόασης έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται, και μετά το τέλος της το είπα σχεδόν φωναχτά, παρ'όλο που δεν υπήρχε κανείς να μου απαντήσει παρά μόνο οι τοίχοι του δωματίου: "ΠΟΥ στην ευχή ήταν κρυμμένοι αυτοί οι τύποι τόσο καιρό; Πού ήταν κρυμμένη αυτή η μουσική τόσο καιρό;" Μετά θυμήθηκα ότι είχα δει το εξώφυλλο αρκετό καιρό πριν στο Metropolis και στο Happening, και μου'χε κάνει εντύπωση. Κανείς και τίποτα δεν ήταν κρυμμένο, απλά εγώ δεν είχα πάρει χαμπάρι. "Ή μάλλον καλύτερα που ήμουν ΕΓΩ τόσο καιρό;"

Καλή ερώτηση. Έχοντας ακούσει ό,τι ήταν δυνατόν από ελληνική μουσική, γύρω στο 1993-94 ανακάλυψα με τεράστια καθυστέρηση ότι έξω από τα σύνορα συνέβαιναν πιο ωραία πράγματα. Αλλά κι από αυτά, είχα επαφή μόνο με την επιφάνεια. Είχα λιώσει το Nevermind, και γενικά μπορούσα να πω ότι οι Νirvana μου άρεσαν πολύ. Οι Offspring επίσης. Είχα ακουσει απ'έξω απ'έξω λίγο Suede ή Blur. Αλλά τίποτα που να με είχε συνεπάρει. Ούτε για τους Nirvana δε μπορούσα να το πω αυτό. Τίποτα από αυτά δεν το αισθανόμουν "δικό μου".

Μετά μπήκα στη σχολή και ήρθε η αναπόφευκτη hard rock/metal φάση του κάθε Έλληνα φοιτητή προηγούμενων δεκαετιών που σέβόταν τον εαυτό του και το φοιτητιλίκι του. Μακριές μαύρες φούστες, αρβυλάκια και Rainbow ή Uriah Heep πήγαιναν μαζί. Ναι, ξέρω, έχω ήδη κοκκινίσει αλλά δεν ωφελεί να κρυβόμαστε οι ένοχοι. Την πέρασα και αυτήν, ίσως και λίγο παραπανίσια, κάνα χρόνο κράτησε. Αλλά στις αρχές του '96 είχα βαρεθεί τα πάντα. Θυμάμαι τον εαυτό μου σ'ένα πάρτι κάποιου γνωστού μιας γνωστής μιας φίλης κάπου στη Νίκαια, σ'ένα παλιό σπίτι χωρίς καθόλου έπιπλα αλλά γεμάτο κόσμο, να περιφέρομαι με ένα πλαστικό ποτήρι γεμάτο βότκα λεμόνι ακούγοντας το "Somebody Put Something In My Drink" και να σκέφτομαι τι είναι τέλος πάντων αυτό που με εκφράζει κι αν έχει υπάρξει ποτέ κάτι το οποίο να νιώσω ότι μπορώ να υποστηρίξω, κάτι για το οποίο να παθιαστώ. Σχεδόν όλα όσα άκουγα, διάβαζα, πίστευα μου φαίνονταν δανεισμένα και ένιωθα να κατευθύνομαι προς μια ζωή λίγο generic. Συνηθισμένη, και χωρίς έντονους χρωματισμούς, σαν πολυκατοικία με χρωματάκια παλ άσπρο-κιτρινάκι, για να μην ενοχλεί. Προκάτ. Πράγμα που δε μου άρεσε. Αλλά δεν μπορούσα παρά να συνεχίσω προς τα εκεί, και ό,τι καθόταν. Μέχρι κάποιος ή κάτι να εμφανιζόταν για να με τραβήξει έξω, να με βγάλει από την πορεία.

Η αρχή έγινε με ένα τραγούδι. Το "Street Spirit" μπορεί να είχε ήπιο τρόπο και τόνο έκφρασης, αλλά αυτό ακριβώς ήταν που το έκανε να εισβάλλει στο μικρόκοσμό μου τόσο εντυπωσιακά. Σε μια ραδιοφωνική μπάντα γεμάτη από macho κιθάρες έμοιαζε με όαση γαλήνης. Αλλά όχι γαλήνης σε στυλ easy listening. Ούτε γαλήνης σαν τις μπαλάντες των '70s, με τις οποίες τόσο μα τόσο άστοχα το παρομοίασε κάποτε ο Νίκος Μποζινάκης (Μα "το 'Dust in the Wind' των '90s";;!; Μα έλεος...). Δεν ήταν μια γαλήνη άδεια, απλά κάτι απαλό για τ'αυτιά. Είχε κάτι εκεί μέσα, κάτι πολύ έντονο, κάτι το οποίο έκαιγε παρά την ηρεμία στην επιφάνεια.

Όπως και να'χε το θέμα, την πρωτη φορά που το άκουσα έπαθα σοκ. Έψαξα, και τελικά με βοήθησε το MTV. Βρήκα από ποιους είχε γραφτεί αυτό το θεσπέσιο πράγμα. Ήταν οι ίδιοι που κάποια φορά, το φθινόπωρο του '94, με είχε φωνάξει η μάνα μου να δω νομίζοντας ότι ήταν οι Nirvana (επειδή ο τραγουδιστής ήτανε ξανθός), κι εγώ είχα κολλήσει παρ'όλο που προφανώς δεν ήταν. Εκείνο το τραγούδι πάλι λεγόταν "My Iron Lung". Ήταν και τα δυο στον ίδιο δίσκο. Έπρεπε να τον πάρω. Αλλά τότε δε ρίσκαρα και πολύ. Κι αν δε μου άρεσαν τα υπόλοιπα; Τότε, το Μάιο, άνοιξε το Virgin της Σταδίου. Και είχε κάτι που δεν είχα δει σε κανένα άλλο ελληνικό δισκάδικο: listening posts! Μπαίνοντας μέσα για να ρίξω μια πρώτη ματιά στο μαγαζί, στο πρώτο listening post είδα το χαρακτηριστικό εξώφυλλο του The Bends. Να η ευκαιρία! Διάλεξα στην τύχη ένα από τα άλλα τραγούδια για ν'ακούσω, κι αν μ'αρεσε κι αυτό θα έπαιρνα το δίσκο. Έριξα μια ματιά στους τίτλους. Χμμ... "Black Star". Αυτό ήταν το εκλεκτό. Στην τύχη.

Ένας κατακλυσμός από μελωδικές κιθάρες γέμισε το ακουστικό μου πεδίο. Γλυκές, σχεδόν μελένιες. Το ρεφραίν είχε μια επική, χορταστική μελωδία. "Ε, αν είναι όλα τόσο καλά..." Πείστηκα. Κι έτσι φτάσαμε στην Πέμπτη εκείνη (καλό το Virgin με τα ακουστικά του αλλά το είχε ένα χιλιάρικο ακριβότερα).

Την πρώτη ακρόαση που με άφησε τόσο, μα τόσο μαλάκα ακολούθησαν και άλλες, το ίδιο βράδυ. Ήταν μουσική που έμοιαζε σαν να την περίμενα χρόνια, και τελικά ήρθε, ακριβώς όπως την είχα παραγγείλει. Ήμουν 19 χρονών και μισό, και ήταν η πρώτη φορά που το ένιωθα αυτό. Αργά, ίσως. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά, υποθέτω, για κάτι τέτοιο.

Οι μελωδίες ήταν φοβερές. Όλες. Κανένα τραγούδι δεν έμοιαζε με το προηγούμενο. Ούτε και με το επόμενο. Ήταν ορμητικά και ήρεμα, τραχιά και γλυκά ακριβώς στις σωστές δόσεις και στα σωστά σημεία. Ο ήχος ήταν γεμάτος, τίγκα στα μικροπραγματάκια εδώ κι εκεί. Αλλά κυρίως γεμάτος από κιθάρες, σε άπειρες πιθανές και απίθανες μορφές. Κιθάρες ψητές, τηγανητές, βραστές, στον ατμό. Κιθάρες-μπουρμπουλήθρες, κιθάρες-Black & Decker, κιθάρες-κουδούνια, κιθάρες-ρυάκια, κιθάρες-αεροπλάνα. Τα πάντα όλα.

Και μετά, ή μάλλον και πριν απ'όλα, ήταν ένας τύπος που τραγουδούσε όπως δεν είχα εγώ τουλάχιστον ξανακούσει κανέναν να τραγουδάει, και που είχε απλά Την Πιο Όμορφη Φωνή Που Είχα Ακούσει Ποτέ. Evah. Αλλά το κυριότερο ήταν ότι δεν έδειχνε να τον πολυνοιάζει αυτό. Δηλαδή σ'ένα κομμάτι απλά την άφηνε να κυλήσει, με μια σχεδόν ανυπόφορη γλύκα και ομορφιά, αλλά στο επόμενο σχεδόν τον έβλεπες μπροστά σου να χτυπιέται μαζί με την υπόλοιπη μπάντα αδιαφορώντας για τον αν ο ακροατής ψάχνει αυτόν τον πανέμορφο ήχο που άκουγε πριν και αναρωτιέται που να πήγε. Η συναισθησία μου είχε χτυπήσει κόκκινο με την πάρτη της. Στο "High & Dry" ο προτζέκτορας του μυαλού μου μού έδειχνε ξανθιά μπύρα και κεχριμπάρι. Στο "Fake Plastic Trees" μου έδειχνε έναν καταγάλανο ουρανό, στον οποίο η κιθάρα του βασικού κιθαρίστα άφηνε άσπρες συννεφένιες γραμμές σα μακρινό μετεωρολογικό αεροπλάνο. Η ίδια συναισθησία π.χ. όποτε ακούει τη φωνή του Michael Stipe, από οποιαδήποτε εποχή, μου δείχνει πάντα χαλκό. Και μόνο.

Στη δεύτερη ακρόαση έβγαλα το βιβλιαράκι με τους στίχους και άρχισα να τους παρακολουθώ. Πριν απ'αυτούς, το μάτι μου έπεσε στα αδέξια σκιτσάκια και μετά στα ονόματα. Πρώτη φορά έβλεπα το όνομα Thom. Μα γιατί γράφει έτσι τ'όνομά του αυτός; Χμμ. Ή ήθελε να (πιστεύει ότι) ξεχωρίζει ή απλά ήξερε ότι ξεχωρίζει. Ενδιαφέρον πάντως. Το σημείωσα, και προχώρησα στην ανάγνωση των στίχων. Διάολε. Σε μένα απευθύνονταν. Λέξη προς λέξη.

Σα να μην έφταναν όλα αυτά, οι τύποι φαίνονταν να έχουν φτιάξει αυτό το πράγμα χα-λα-ρά. Η πραγματικότητα δεν ήταν ακριβώς έτσι, όπως θα μάθαινα από τις συνεντεύξεις, αλλά η εντύπωση που έδιναν σε μένα ήταν ότι έπαιζαν σε ένα 50-60% των δυνατοτήτων τους και ότι είχαν πολύ παραπάνω να πάνε. Ανέβηκα στο τρένο τους με ενθουσιασμό: είχε έρθει η στιγμή και το κάτι που θα εκτροχίαζε το δικό μου τρένο από την προδιαγεγραμένη του πορεία. Είχε καταφτάσει Αυτό.

Ήταν θέμα χρόνου: την ίδια εβδομάδα άρχισα να αγοράζω ελληνικά και κυρίως ξένα μουσικά περιοδικά - το N.M.E. και το Melody Maker έγιναν σύντομα εβδομαδιαίοι σύντροφοι και κάθε Παρασκευή βράδυ ή Σάββατο πρωί ο περιπτεράς στο Δημοτικό γινόταν πλουσιότερος. Select, Q, Vox, Mojo, Spin, Magnet και φυσικά το Ποπ & Ροκ, τότε στα καλύτερά του, ξεφυλλίζονταν αχόρταγα με τα αντανακλαστικά σε τρελή εγρήγορση μήπως με τσακώσει στα πράσα ο περιπτεράς, και αρκετές φορές αγοράζονταν για να ξεφυλλιστούν πολύ πιο ενδελεχώς στο σπίτι. Άφησα όλους τους άλλους σταθμούς κατά μέρος και άρχισα ν'ακούω ολημερίς Ρόδον. Ένιωθα ότι είχα βρει κάτι σα λιμάνι, σαν προορισμό. Η μουσική απέκτησε κυρίαρχο ρόλο στην καθημερινότητά μου, και στην επέλασή της, που σάρωσε τα πάντα μέσα και έξω μου, οι Radiohead ήταν μεν στρατηλάτες αλλά όχι μόνοι. Ήμουν σαν πιτσιρίκι που κάποιος του άνοιξε κρυφά την πόρτα του ζαχαροπλαστείου: άρχισα να δοκιμάζω και ν'ακούω όλο και περισσότερα πράγματα. Μέχρι το τέλος της χρονιάς άκουγα π.χ. Screaming Trees, Pulp και Orbital. Είχα αγοράσει τα τριπλάσια CD απ'ότι είχα ως τότε. Και συνέχιζα.

Κι όσο άκουγα όλα τα άλλα, τόσο περισσότερο εκτιμούσα και λάτρευα αυτό που είχε πατήσει το μαγικό διακόπτη. Έψαχνα με μανία κάθε άρθρο, νέο ή συνέντευξη, αγόρασα ό,τι είχαν κυκλοφορήσει ως τότε, συν το φοβερό Live @ the Astoria σε βίντεο, και συνέχιζα ν'ακούω το The Bends με εξαντλητικούς ρυθμούς - αλλά κάθε φορά μου φαινόταν και καλύτερο. Κάποιοι κριτικοί ανέφεραν συχνά λέξεις όπως "αυτολύπηση" παρέα με το δίσκο, αλλά εγώ δεν το έβλεπα αυτό πουθενά. Το αντίθετο μάλλον. Ήταν το έναυσμα για να αποδεχτώ τον εαυτό μου ακριβώς όπως ήταν, και να καταλάβω επιτέλους που στην ευχή βρισκόμουν και τι θέση είχα στο γενικό χάρτη. Οι προτεραιότητές μου είχαν αλλάξει εντελώς σειρά, η αισθητική μου επίσης, και το κατά πόσο κόλλαγα με το περιβάλλον δε μ'ενδιέφερε πλέον καθόλου.

Άρχιζα να πρήζω γονείς και φίλους, και απορούσα για ποιον ακριβώς λόγο οι δημιουργοί μιας τέτοιας δισκάρας δεν ήταν ήδη household name τη στιγμή που κάτι ατομάκια σαν τους Οasis απολάμβαναν δόξες και τιμές πρωθυπουργού κράτους στην Αγγλία. Α, και επίσης γιατί οι Έλληνες διοργανωτές συναυλιών δεν τους έφερναν στη χώρα μας πριν να γίνουν απλησίαστα ακριβοί. Κι όλα αυτά, περιμένοντας τον επόμενο δίσκο τους με τον οποίο ήμουν σίγουρη ότι θα κατακτούσαν τους πάντες και τα πάντα. Ο δίσκος αυτός ήταν φυσικά το OK Computer. Που είναι τα στοιχηματικά γραφεία όταν τα χρειάζεσαι, οέο;

Έχουν περάσει από εκείνη τη μέρα 13 χρόνια, και μέχρι χτες η ίδια κόπια του The Bends αναπαυόταν, χιλιογρατζουνισμένη και ταλαιπωρημένη, στην κούτα που βρίσκονται και όλοι οι συγγενείς της - τα υπόλοιπα 23 CDs των Radiohead, συν bootlegs και άλλα σχετικά μικροπραγματάκια. Σήμερα όμως την ξύπνησα από τη χειμερία νάρκη της, και την πήρα μαζί μου για μια διαδρομή που έπρεπε να κάνω με το αυτοκίνητο. Παρατήρησα ότι είναι τρομερός δίσκος για να οδηγείς, με κίνδυνο σε κάποια σημεία να παρασυρθείς σε πολύ νευρική οδήγηση. Πρόσεξα πως τα παμπάλαια ηχεία του αυτοκινήτου δεν μπορούσαν να αποδώσουν την τέλεια διαφάνεια του falsetto του Thom στο "High & Dry". Πρόσεξα την jazzy υφή που έχουν κάποιες από τις κιθάρες του Jonny γύρω στο δίλεπτο του "Just". Και συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να "κρίνω" αυτόν το δίσκο. Κάθε στιγμή του μοιάζει να έχει χαραχτεί πάνω στο DNA μου και να μεγαλώνει μαζί μου. Έτσι, ήρεμος και χαμογελαστός, ο 32άρης εαυτός μου συνάντησε τον 19άρη και τραγούδησαν μαζί, έξω φωνή, το ρεφραίν του "The Bends" κοπανώντας το τιμόνι καθώς το αμάξι έβγαινε στην ευθεία του Φαλήρου και έβαζα για πρώτη φορά πέμπτη. Κάπου ψηλά, στον καταγάλανο ουρανό, ένα μετεωρολογικό αεροπλάνο άφηνε παχιές συννεφένιες γραμμές πίσω του βουίζοντας χαρούμενα...

4.5.09

Your future's bleak/ You're so last week

Το παρακάτω λίαν αποκαλυπτικό και ενδιαφέρον άρθρο δημοσιεύτηκε στο blog Ακυβέρνητες Πολιτείες στις 27/4/09.

Η βιομηχανία της μουσικής και ο ρόλος των δισκογραφικών εταιρειών.
Του yiannis63

Θα ξεκινήσω ανάποδα. Οχι από την αρχή, αλλά από το τέλος της διαδρομής για την μουσική βιομηχανία στην Ελλάδα με την μορφή που την ξέραμε εως τώρα. Κάθε «τέλος εποχής» αυτοπροσδιορίζεται κατά έναν περίεργο τρόπο από έναν πρακτικό «συμβολισμό». Για την χώρα μας ένας τέτοιος συμβολισμός αποτελεί η στιγμή της κατεδάφισης των studio ηχογράφησης της columbia. To ποιοί πήραν την απόφαση για την συγκεκριμένη ενέργεια αποκτά τεράστια σημασία. Είναι οι σημερινοί ιδιοκτήτες -οι απόγονοι του ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑ- του χώρου που έγινε η κατεδάφιση, όπου στεγαζόντουσαν γραφεία, αποθήκες και τα studio της Ελληνικής μουσικής αυτοκρατορίας που «έχτισε» ο ίδιος. Για ποιόν λόγο έγινε αυτό; Μά φυσικά για να φτιαχθεί ένα μεγάλο συγκρότημα πολυτελέστατων κατοικιών. Το να γκρεμιστεί μέσα σε μία νύχτα, με ευθύνη του υπουργείου πολιτισμού που δεν «ήξερε» και δεν «κατάλαβε» ότι χάνεται στην κυριολεξία ένα μουσείο τέχνης το οποίο «μεγάλωσε» μουσικά γενιές και γενιές και το οποίο φιλοξένησε συνθέτες και μουσικούς που σφράγισαν με την παρουσία τους την ιστορική διαδρομή της νεώτερης Ελλάδας, αποτελεί την οπτική γωνία με την οποία χρόνια τώρα βλέπουν οι δισκογραφικές εταιρείες και το Ελληνικό κράτος το «βιομηχανικό προιόν» που ακούει στο όνομα μουσική.

Υπηρετώντας αυτόν τον χώρο τα τελευταία είκοσι χρόνια σχεδόν, από την πλευρά των «συνεργατών» όπως αποκαλούσαν οι δισκογραφικές εταιρείες τους ιδιοκτήτες δισκοπωλείων και το απασχολούμενο προσωπικό τους, είχα την τύχη να αποκτήσω εμπειρία για το πώς σκέφτονται και λειτουργούν τα μονοπώλια, πώς ρυθμίζονται οι νόμοι της «ελεύθερης αγοράς» του συγκεκριμένου προιόντος. Είχα την τύχη να συνειδητοποιήσω από πολύ «πρώτο χέρι» το παντελώς ηλίθιο της σημασίας του όρου «υγιής ανταγωνισμός».

Το εκπληκτικό με τον συγκεκριμένο χώρο είναι, ότι κάθε πολυεθνική δισκογραφική εταιρεία αποτελεί από μόνη της ένα μονοπώλιο ! Ολα αυτά τα μονοπώλια συγκροτούν ένα καρτέλ που διαμορφώνει απόλυτα και εντελώς αυθαίρετα όχι μόνο την τιμή του προιόντος - πράγμα παράνομο απο την Ευρωπαική νομοθεσία- αλλά και την διαχρονική εξέλιξη σε καθαρά πολιτιστικό επίπεδο της μουσικής κουλτούρας και διαπαιδαγώγησης του ευρύτερου παγκόσμιου μουσικού κοινού. Με λίγα λόγια οι δισκογραφικές εταιρείες προσπαθουν να «επιβάλλουν» μέσω συγκεκριμένων τρόπων προώθησης, το είδος της μουσικής που θα ακούει ο ακροατής και εν δυνάμει καταναλωτής.

Πόσοι από εμάς έχουν συνειδητοποιήσει ότι στην ουσία δεν υπάρχει -παρά στο ελάχιστο- ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των εταιρειών; Στα σούπερ μάρκετ μπορείς να βρείς και να συγκρίνεις τιμές μεταξύ βασικών αγαθών. Συγκρίνεις τις τιμές στο αλεύρι λόγου χάρη, συγκρίνεις τις τιμές στο γάλα, στα γιαούρτια, σε όλα τα είδη.

Στην μουσική βιομηχανία δεν υπάρχουν τέτοιοι νόμοι. Γιατί ο κάθε καλλιτέχνης, μουσικός, ερμηνευτής, συνθέτης μπορεί να υπογράψει συμβόλαιο συνεργασίας μόνο σε μια εταιρεία, και η δουλειά του μπορεί να εκδωθεί μόνο από την εταιρεία που έχει τα δικαιώματα του για όσο χρόνο διαρκεί το συνήθως αποικιοκρατικό συμβολαιο που καλείται να υπογράψει κυρίως ο νεοεμφανιζόμενος καλλιτέχνης. Με λίγα λογια η κάθε εταιρεία κατέχει στην κυριότητα της ένα μοναδικό προιόν που αποκλείεται να το βρείς από κάπου αλλού για να μπορείς να συγκρίνεις τιμές.

Δανειζομαι στην τύχη ένα όνομα. Γιάννη Πάριος. Γνωστός και μη εξαιρετέος. Εκατομμύρια πωλήσεις στην καριέρα του σε δίσκους, κασσέτες, CD και τώρα DVD. Εαν θέλεις να ακούσεις την νέα μουσική δουλεία του συγκεκριμένου καλιτέχνη μπορείς να την προμηθευτείς μόνο από την MINOS-EMI. Από πουθενά αλλού. Καμία άλλη εταιρεία δεν έχει τα δικαιώματα του. Εαν θέλεις να ακούσεις τον Παχάλη Τερζή, μόνο από την SONY-BMG. Από πουθενά αλλού. Εαν γουστάρει το παιδί σου να ακούσει το τραγούδι του Ρουβά, που θα μας εκποσωπήσει στην EUROVISION, μπορεί να το αγοράσει ο καταναλωτής αλλά και η επιχείρηση που θα του το προσφέρει μόνο από την UNIVERSAL. Απο πουθενά αλλού! Μια ωραία πρωία λοιπόν συνεδριάζει το Διοικητικό συμβούλιο του I.F.P.I. που αποτελείται από τους διευθυντές των Εν Ελλάδι δισκογραφικών εταιρειών και μεταξύ άλλων, συζητάνε και το θέμα των τιμών. Πρώτη τον χορό των αυξήσεων ξεκινάει η MINOS-EMI. Η ναυαρχίδα της Ελληνικής μουσικής βιομηχανίας είτε στο Ελληνικό, είτε στο διεθνές ρεπερτόριο γιατί καλύπτει το 60% περίπου της παραγωγής στην Ελληνική μουσική βιομηχανία. Είναι ο λεγόμενος «καινούργιος τιμοκατάλογος» που έν ήδοι κυβερνητικού διατάγματος αποστέλεται σε όλους τους «συνεργάτες». Σε λιγότερο από μια εβδομάδα ακολουθούν «νέοι τιμοκατάλογοι» από σχεδόν όλες τις υπόλοιπες δισκογραφικές εταιρείες. Με αυτόν τον τρόπο το cd το βρήκα σαν εμπόρευμα στα εννέα ευρώ( 2.700 δρχ. τότε…) περίπου -οι νέες κυκλοφορίες- το 1989, και τα άφησα στα είκοσι δύο ευρώ !!! το 2008. Μια αδικαιολόγητη αύξηση του 150% περίπου. Και να σκεφτεί κανείς ότι η τιμή του cd, στις νέες κυκλοφορίες σταθεροποιήθηκε στα δεκαοχτώ με είκοσι ευρώ από το 2.000 !!!. Εαν δεν είναι αυτός ο ορισμός του καρτέλ, τότε ποιός είναι ;

Μεταφερόμαστε Χριστούγεννα του 1995(;). Συνήθως στις εορταστικές περιόδους της αγοράς, στην δισκογραφία κυκλοφορούν όλες οι νέες μουσικές δουλειές των γνωστών ονομάτων. Τότε βέβαια δεν υπήρχε κρίση. Θα σας καταθέσω μια μαρτυρία για το πώς οι ίδιες οι εταιρείες δημιούργησαν με την πολιτική τους την κρίση στην δισκογραφική αγορά, πρίν καν αυτή επεκταθεί σε όλους τους τομείς. Τότε είμαι μέλος του Δ.Σ. του Πανελληνίου συλλόγου δισκοπολών, που αντιπροσωπεύει περίπου 200 μικρομεσαία δισκοπωλεία από τον Εβρο εώς την Κρήτη. Εννοείται πως η τότε αλυσίδα δισκοπωλείων «METROPOLIS» αλλά και τα μεγάλα δισκοπωλεία της Θεσσαλονίκης «ΠΑΤΣΗΣ» αρνούνται να γίνουν μέλη στον σύλλογο μας γιατί θέλουν να έχουν «μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας στις κατ’ ιδία διαπραγματεύσεις με τις εταιρείες» όπως μας δηλώθηκε. Κατανοητό αυτό. Εκείνη την εποχή λοιπόν το cd με βάση τους νέους τιμοκαταλόγους που μας έστειλαν, παρουσίαζε μια αύξηση μέσα σε πέντε χρόνια 100%. Αρχίζουμε να διαμαρτυρόμαστε σαν σύλλογος πιά. Παίρνω τηλέφωνο τον οικονομικό διευθυντή της ΜΙΝΟΣ και ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος :

- Kύριε τάδε μου (σημ. συντάκτη…που δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομα σου ρε κερατά…) δεν καταλαβαίνετε ότι η συγκεκριμένη οικονομικη πολιτική που ακολουθείτε με τις συνεχόμενες αυξήσεις θα επιφέρει μεγάλο πρόβλημα στην αγορά; Δεν καταλαβαίνετε ότι το συγκεκριμένο προιόν έχει ανάγκη από μια διαφορετική αντιμετώπιση ;

- Και τι θέλετε να κάνουμε. Οταν πέφτουν οι πωλήσεις εμείς αυξάνουμε τις τιμές για να ισοσκελίσουμε τον ισολογισμό της εταιρείας. Σε ένα μήνα είμαστε υποχρεωμένοι να παρουσιάσουμε το ισολογισμό βάσειτων οικονομικών στόχων που μας έβαλαν οι απ’ έξω. ( Οπου οι «απ’ έξω» στην συγκεκριμένη περίπτωση βάζεται τον οικονομικό διευθυντή της EMI στην Αγγλία που μοιράζει τους οικονομικούς στόχους της κάθε χρονιάς στους εδώ διευθυντές των θυγατρικών. Η ΕΜΙ έχει ήδη εξαγοράσει την ΜΙΝΩΣ στην εποχή που αναφέρομαι.)

- Μα είναι λογική αυτή που μου λέτε; Πως εμείς θα δώσουμε στον καταναλωτή ένα cd στην τιμή των 16 και 17 ευρώ ; Δεν καταλαβένεται ότι εμείς τα μαγαζιά θα πληρώσουμε την πολιτική σας και οι καταναλωτές θα γυρίσουν την πλάτη σε όλους μας ;

- Τι να σου κάνω εγώ; Οποιο μαγαζί θέλει ας μην αγοράσει τον Πάριο. Ο καταναλωτής που θέλει να τον αγοράσει, θα τον βρεί στο επόμενο μαγαζί, αλλά και συλογικά να μου πείς ότι δεν θα τον αγοράσετε θα το δώσουμε στα μεγάλα μαγαζιά και στις «αλυσίδες». Εσείς θα χάσετε. Πάριο έχουμε μόνο εμείς, και εμείς καθορίζουμε τις τιμές.

Τέλος διαλόγου. Εκβιασμός είπατε; Εχει και συνέχεια !

Kατα αρχάς να ζητήσω συγνώμη προκαταβολικά, δεν θυμάμαι εάν όλα αυτά έγιναν το 94, το 95, ή το 96. Οπως θα δείτε έχει μικρή σημασία. Τα πρώτα σημάδια λοιπόν της πτώσης στις πωλήσεις ηχογραφημάτων δεν άργησαν να φανούν. Λογικό, εάν σκεφθεί κανείς ότι ακόμη και σήμερα χρειάζεται ενα ημερομίσθιο του βασικού μισθού για να αγοράσει κανείς ένα cd!. Αμέσως μετά από εκείνον τον διάλογο και το τέλος της εορταστικής περιόδου, πραγματοποιούμε γενική συνέλευση σαν σύλλογος και αποφασίζουμε να αντιδράσουμε. Κανονίζουμε να δούμε όσους διευθυντές μπορούμε ξεχωριστά τον καθένα στην αρχή, να επισκεφθούμε το σωματείο των Ελλήνων Τραγουδιστών, να επισκεφθούμε τον τότε υφυπουργό εμπορίου Κ. Χρυσοχοίδη, να διοργανώσουμε μια κεντρική εκδήλωση στο Θέατρο ΠΑΛΛΑΣ για να ενημερώσουμε τον κόσμο για την πολιτική των εταιρειών και τέλος να παραστούμε στην επόμενη συνεδρίαση του I.F.P.I. και να συζητήσουμε τα προβλήματα της μουσικής βιομηχανίας παρουσία όλων των διευθυντών των δισκογραφικών εταιρειών. Και ήρθε η ώρα να μιλήσω με ονόματα. Προσωπικά συμμετέχω σε δύο συναντήσεις στην αρχή. Με τον κ. ΜΙΛΤΟ ΚΑΡΑΤΖΑ τότε διευθυντή της BMG ο οποίος ήταν και ο πρόεδρος του Δ.Σ. του τότε I.F.P.I. και στην συνέχεια με τον κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΠΠΟ ο οποίος ήταν διευθυντής της Ελληνικής MUSIC-BOX που τότε πρόσφατα είχε συγχωνευτεί με την ΛΥΡΑ, μια από τις ιστορικότερες Ελληνικές εταιρείες της μουσικής βιομηχανίας που αποτελούσε το αντίπαλο δέος για τις πολυεθνικές εταιρείες στην εγχώρια μουσική αγορά. Υποσχέσεις και από τους δύο, κυρίως όμως από τον κ. ΚΑΠΠΟ για υποστήριξη των αιτημάτων μας, στο επερχόμενη κρίσιμη συνεδρίαση. Συνάντηση με τον Χρυσοχοίδη και δευσμεσή του ότι θα εξετάσει το αίτημα μας για μείωση του ΦΠΑ στα μουσικά είδη από 18% σε 8%. Αυτομάτως θα είχαμε μια μείωση τιμής της τάξης του 10%. Υποσχόμαστε και εμείς σαν σύλλογος να πιέσουμε τις εταιρείες και τα μέλης μας για περαιτέρω μείωση των τιμών. Συναντάμε εκπροσώπους από τους τραγουδιστές, όπως ΚΩΣΤΑ ΤΟΥΡΝΑ και ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ. Πλήρης ταύτιση απόψεων, ενώ μας διαβεβαιώνουν ότι και εκείνοι αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα με την μη καταβολή των πνευματικών δικαιωμάτων από τις δουλειές τους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα λογιστήρια των εταιρειών δεν τους επιτρέπουν να δουν στοιχεία πωλήσεων από τους δίσκους τους !!! Διοργανώνουμε με την υποστήριξη τους, μια καταπληκτική συζήτηση-μουσική εκδήλωση σε ένα ασφυκτικά γεμάτο θέατρο ΠΑΛΛΑΣ που την ονομάζουμε «για την χαμένη “τιμή” του Ελληνικού τραγουδιού». Το μουσικό μέρος της εκδήλωσης απ’ ότι θυμάμαι καλύπτει η ΤΑΝΙΑ ΤΣΑΝΑΚΛΙΔΟΥ και ο ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Ενημερώνουμε τον κόσμο για τις ενέργειες μας και για τα προβλήματα της Ελληνικής δισκογραφίας, προσπαθώντας να αναδείξουμε την πολιτιστική διάσταση του προβλήματος και ότι σαν προιόν καλλιτεχνικής έμπνευσης διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα άψυχα εμπορικά προιόντα, απαιτώντας παράλληλα την δραστική μείωση των τιμών έτσι ώστε να είναι εύκολα προσβάσιμο σε κάθε σπίτι και κοινωνική τάξη.

Μετά από όλα αυτά έρχεται η μέρα της κρίσης. Μια πενταμελής επιτροπή του συλλόγου μας, μεταξύ αυτών και εγώ, συμμετέχουμε στην συνεδρίαση του ΔΣ του IFPI. Συμμετέχουν οι κ.κ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ, ΚΑΠΠΟΣ, ΙΩΑΝΝΟΥ από την UNIVERSAL και ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ - ο γνωστός μουσικός παραγωγός- τότε διευθυντής της VIRGIN.

Toυς διευθυντές της MINOS - EMI και της SONY δεν τους θυμάμαι. Η ατμόσφαιρα είναι από εχθρική εώς πολεμική. Μας δηλώνουν απερίφραστα, ότι εαν μειωθεί το ΦΠΑ σε 8% την άλλη μέρα θα βγούν όλες οι εταιρείες μαζί και θα ανακοινώσουν νέες αυξήσεις των προιόντων τους της τάξης του 10% !!!. Αρνούνται οποιαδήποτε μείωση τιμών, ενώ θυμάμαι τον κ. ΙΩΑΝΝΟΥ σηκωμένο όρθιο, να φωνάζει και να λέει «δεν θα κάνετε εσείς ότι θέλετε, εμείς θα καθορίσουμε τις τιμές, είναι δικά μας τα προιόντα και όποιος γουστάρει ας αγοράζει». Αυτός ήταν ο ρόλος του σκληρού «μπάτσου». Δείτε τώρα και τον ρόλο του καλού «μπάτσου». Απο τον διευθυντή της ΜΙΝΩΣ ή της SONY (δυστυχώς αυτή την λεπτομέρεια δεν την θυμάμαι καλά…) να μας λέει… «ελάτε ρε παιδιά ας βρούμε μια λύση, αφού έτσι και αλλιώς το σίγουρο είναι ότι τουλάχιστον τα μισά σας μέλη θα ακολουθήσουν την πολιτική μας, με κάποιες “παροχές” επιπλέον που θα τους δώσουμε, ενώ άμεσος στόχος μας είναι να βοηθήσουμε τις μεγάλες λιανικές αλυσίδες του προιόντος μας, να ανοίξουν και άλλα σημεία πώλησης σε μεγάλους δήμους. Είναι κρίμα εσείς να “πεταχτέιτε έξω” από την αγορά». Ωμός εκβιασμός είπατε ;

Οσοι είχαν πεί ότι θα μας υποστηρίξουν είχαν πιεί το αμίλητο νερό, ενώ ακόμα θυμάμαι τον ΓΙΑΝΝΗ ΠΕΤΡΙΔΗ επί τρείς ώρες που κράτησε η κουβέντα, να έχει σκύψει το κεφάλι του, να μην καταφέρνει να αρθρώσει μία λέξη και να μην συμμετέχει καθόλου στην συζήτηση. Προφανώς διαφωνούσε απόλυτα με αυτά που έλεγαν οι συνάδελφοι του, αλλά που θάρρος να διαφωνήσει ανοικτά μαζί τους. Μεγάλη υπόθεση η καρέκλα του Διευθυντή σε δισκογραφική εταιρεία.

Ουτε καταλάβαμε πώς πέρασε ο χρόνος της συνάντησης. Φύγαμε εντελώς απογοητευμένοι από αυτά που ακούσαμε. Μετά από έναν μήνα περίπου, κάναμε γενική συνέλευση στο κτήριο της ΓΕΣΕΒΕ με πάνω από 100 μέλη από όλη την Ελλάδα. Εκεί, σε αυτήν την συνέλευση απλά επικυρώθηκε ο «θάνατος του εμποράκου». Κοινώς «όσο αντέξει ο καθένας μας». Προφανώς είχαν προηγηθεί τηλεφωνήματα από ανθρώπους των εταιρειών σε συγκεκριμένα μαγαζιά, στους πιό «παλιούς» του χώρου και άρχισαν οι τοποθετήσεις του στύλ «έχω οικογένεια να ζήσω, δεν μπορώ στα πενήντα μου να τα βάλω με τις εταιρείες»…«κοιτάχτε να συμβιβάσετε τα πράγματα»….«να πάρουμε τις εκπτώσεις που μας δίνουν»…χωρίς η πλειοψηφία των μελών να έχει την διάθεση να αντιληφθεί ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ένα μικρό ποσοστό έκπτωσης ή μια παράταση πληρωμής κατά ένα μήνα, αλλά γενικότερα πρόβλημα της οικονομικής πολιτικής των εταιρειών και ότι σύντομα θα το βρίσκαμε μπροστά μας. Μια πρόταση που έγινε για την διερεύνηση δυνατοτήτων μήπως σαν σύλλογος φτιάξουμε έναν δικό μας συναιτερισμό στο πλαίσιο της κοινής αγοράς του προιόντος από τις εταιρείες, μαζικά από όλα τα μέλη του συλλόγου, διεκδικώντας έτσι καλύτερες τιμές, αποδοκιμάστηκε εν τη γενέσει του.

Ουσιαστικά από τα τέλη της δεκαετίας του 90 αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Αυτό έρχεται σαν αποτέλεσμα των βραχυπρόθεσμων οικονομικών πολιτικών των δισκογραφικών εταιρειών που ενδιαφέρονται μόνο για άμεσα αποτελέσματα στα «κλεισίματα» των ισολογισμών χωρίς επί της ουσίας να υπάρχει μακροπρόθεσμη πολιτική για την προστασία του προιόντος. Τότε βέβαια ξεκινάει και η τεχνολογική έκρηξη του «κατεβάσματος» μουσικής από το internet, αλλά σας πληροφορώ ότι οι εταιρείες απλά παρακολουθούν χωρίς να μπορούν να επέμβουν στο συγκεκριμένο φαινόμενο. Η αντίδραση τους στην κρίση είναι σπασμωδική. Αρχίζουν να πουλάνε σε εξευτελιστικές τιμές με τον σορό, μουσικά προιόντα σε εφημερίδες και περιοδικά. Οσο η αγορά των cd γονατίζει και τα μικρομεσαία μαγαζία κλείνουν το ένα πίσω από το άλλο, αρχίζουν να αναζητούν νέα σημεία πώλησης. Τα βρίσκουν στα σουπερμάρκετ, χρηματοδοτούν νέες αλυσίδες πολυκαταστημάτων, μοιράζουν αφιδώς τα προιόντα τους στα περίπτερα, αρχίζει η πώληση μουσικών κομματιών σε εταιρείες κινητής τηλεφωνίας. Η πτώση όμως συνεχίζεται. Αρχίζουν οι απολύσεις προσωπικού, περικοπές μισθών, υπερωρίες δεν πληρώνονται πουθενά, μειώνουν τα κόστη της παραγωγής του προιόντος, πνευματικά δικαιώματα μόνο στα «πρώτα» ονόματα αποδίδονται, κλείνουν τις αποθήκες τους στις οποίες δούλευαν εκατοντάδες άνθρωποι, πουλάνε περιουσιακά τους στοιχεία μέχρι και τα αυτοκίνητα διανομής, διαλύουν τα δίκτυα διανομής τους, ξενοικιάζουν γραφεία μετακομίζοντας σε μικρότερα και τέλος συγχωνεύονται μεταξύ τους. Η ζημιά όμως έχει γίνει και είναι ανεπανόρθωτη. Το προιόν έχει ευτελιστεί, έχει χάσει την «μαγεία» του, ενώ οι καλές μουσικές δουλειές είναι πλέον ελάχιστες. Και εδώ αναρωτιέται κανείς : Που πήγαν όλα αυτά τα εκατομμύρια των εκατομμυρίων σε καθαρά κέρδη που την περίοδο 1970-1990 συσώρευσε η Ελληνική μουσική βιομηχανία;

Αλήστου μνήμης, η προσωπική μαρτυρία πρώην διευθυντή Ελληνικου Ρεπερτορίου της ΜΙΝΩΣ να μου λέει ότι «όταν έπεσε η χούντα και μπορούσαμε να ακούμε ελεύθερα ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, ΜΑΝΟ ΛΟΙΖΟ, ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙ, πήγαμε και ανοίξαμε τις κλειδωμένες αποθήκες της εταιρείας. Χιλιάδες δίσκοι και κασσέτες βρέθηκαν εκεί. Είχαν φτιαχθεί πριν από το πραξικόπημα. Τα καθαρίσαμε και τα πουλήσαμε με τιμές του 75 και του 76 ενώ αυτά είχαν φτιαχθεί δέκα χρόνια πρίν. Μιλάμε για τεράστιο κέρδος. Το πολιτικό τραγούδι μέχρι το 85 μας άφησε τεράστια ποσά». Είπατε κάτι;

Για να σας «φτιάξω» λίγο περισσότερο ακόμα, να σας πώ ότι οι δισκογραφικές πληρώνουν μειωμένη φορολογία. Πώς γίνεται αυτό ; Το κράτος παρέχει το δικαίωμα κάθε χρόνο να φτιάχνεται ένα πρωτόκολο καταστροφής «άχρηστων εμπορευμάτων». Το λεγόμενο stock. Οι εταιρείες λοιπόν καταστρέφουν ότι «σαβούρα» τους έχει μείνει από παλαιότερες αποτυχημένες εμπορικά κυκλοφορίες, και το ποσό που αντιστοιχεί στο κατεστραμένο υλικό, αφαιρείται αμέσως από το ποσό που καλούνται να πληρώσουν κάθε χρόνο στην Εφορία. Καλό;

Την δεκαετία του 60 υπήρχαν καταγεγραμμένα γύρω στα 700 καταστήματα δίσκων σε όλη την Ελλάδα. Αυτήν την στιγμή δεν γνωρίζω εάν έχουν μείνει πάνω από 100 μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε όλη την χώρα. Ακόμα και οι «μεγάλες αλυσίδες» αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας. Οι παλιοί τους σύμμαχοι, τους έχουν εγκαταλείψει. Ομηρικοί καυγάδες ξεσπούν μεταξύ τους, γιατί οι εταιρείες προσπαθούν να πάρουν πίσω τις παροχές που τους έδωσαν, σε εκπτώσεις, παρατάσεις πληρωμών και παρακαταθήκες εμπορευμάτων. Τα Virgin Megastore κλείνουν το ένα μετά το άλλο.

Η λογική της απληστίας του κέρδους κατά την περίοδο της «χρυσής εποχής» της Ελληνικής Δισκογραφίας και οι τακτικές των τελευταίων ετών κατά την περίοδο της κρίσης είχαν τα συγκεκριμένα αποτελέσματα. Με ποιά λογική ένας δίσκος cd του Μάνου Χατζιδάκη - Το χαμόγελο της τζοκόντας ας πούμε - μετά από περίπου σαράντα χρόνια από την αρχική του έκδοση και έχοντας πουλήσει παγκοσμίως πάνω από 3.000.000 αντίτυπα !!!…συνεχίζει να βρίσκεται στην κατηγορία Top Price της ξεφτιλισμένης MINOS-EMI και να πωλείται σήμερα στην τιμή των 17 ευρώ περίπου; Μιλάμε για μια από τις μεγαλύτερες «απάτες» στην ιστορία της βιομηχανίας. Είναι τα αποτελέσματα της αυτορρύθμισης της αγοράς από τα μονοπώλια των δισκογραφικών εταιρειών.

Και οι υπόλοιποι ενδιαφερόμενοι ( καλλιτέχνες - δισκοπώλες ) που είναι ; Πουθενά !!! Ο καθένας στο μαγαζάκι του να περισσώσει ότι μπορεί. Οι μαγαζάτορες να προσπαθούν να ελειχθούν «κατά μόνας», ενώ η πλειοψηφία των καλλιτεχνών να κυνηγάει ένα καλό συμβόλαιο, με καλούς συνθέτες που θα τους δώσει μια πρόσκαιρη επιτυχία ανεβάζοντας έτσι έστω και προσωρινά τα νυχτοκάματα τους στις βραδυνές πίστες. Ολοι τους καταλαβαίνουν ότι είναι αναλώσιμα προιόντα και προσπαθούν να εκμεταλευτούν το γεγονός αυτό, για όσο ακόμα τα φώτα της διασημότητας θα «πέφτουν» επάνω τους. Ακόμα και νέοι καλλιτέχνες, νέα συγκροτήματα δίνουν γή και ύδωρ στις δισκογραφικές για λίγο glamour, λίγη φήμη, λίγη δημοσιότητα. Τα παλιά «βαριά» ονόματα έχουν αποσυρθεί και κάνουν μάλλον περιοδικές εμφανίσεις στην μουσική σκηνή του τόπου. Ετσι και αλλιώς δεν έχουν ανάγκη. Οι ίδιες οι εταιρείες δεν έχουν ανάγκη πιά. Υπάρχει όπως λένε «χρονικός ορίζοντας ανάκαμψης». Και μην σας φαίνεται περίεργο. Στήνουν τα δικά τους μαγαζιά στο internet. Αυτό σημαίνει δραστική μείωση του κόστου παραγωγής, λόγω μη κατασκευής φυσικού προιόντος. Σημαίνει βέβαια περισσότερες απολύσεις και νέα αποικιοκρατικά συμβόλαια προς τους καλλιτέχνες. Αλλά ποιός νοιάζεται ; Μήπως το κράτος ; Αυτό παρακολουθεί απλά την αυτορρύθμιση της αγοράς. Η ιστορία θα επαναλειφθεί. Μοναδική διέξοδος σε όλα αυτά φαντάζει να είναι η διακίνηση του μουσικού προιόντος από τους ίδιους τους δημιουργούς του στο internet. Χωρίς μεσάζοντες, χωρίς νταβάδες στην έμπνευση και στην δημιουργία. Για τον καταναλωτή καλό θα ήταν να στηρίξει τέτοιες προσπάθειες και κυρίως να στηρίξει μικρά επιλεγμένα δισκοπωλεία που έχουν εξειδίκευση στο ρεπερτόριο τους, σε ποιοτική μουσική από τον Ελληνικό και διεθνή χώρο. Για τους υπόλοιπους κατεβάστε άφοβα ότι θέλετε από το internet, χωρίς να δίνεται σημασία στο ηλίθιο σλόγκαν «η πειρατεία σκοτώνει την μουσική». Οι εταιρείες την δολοφόνησαν πολύ πριν εμφανισθεί η «πειρατεία».

To άρθρο όπως εμφανίζεται στο blog Ακυβέρνητες Πολιτείες.

- Το Pirate Bay στο σκαμνί
- Ο φοιτητής Joel Tenenbaum διώκεται για παράνομο κατέβασμα 7 τραγουδιών, με την RIAA να ζητάει $1Μ: Joel Fights Back
- Στο μεταξύ, οι δισκογραφικές για τις οποίες τόσα ωραία μαθαίνουμε προσπαθούν ακόμα να κατανοήσουν τι συμβαίνει. Καααλά κρασιά.

Radiohead - "Down Is the New Up" (solo, live, acoustic From The Basement, 2006)

2.5.09

Some Questions #8: Clinic!

Μέχρι τώρα, σε κάθε Some Questions κάναμε μια μικρή εισαγωγή στον καλλιτέχνη που ανακρίναμε. Αυτή τη φορά όμως απλά δε χρειάζονται συστάσεις. Οι Clinic, ένα γκρουπ χρόνια στο κουρμπέτι, με εξαιρετικούς δίσκους στο ενεργητικό του, που είχαμε δει live στη χώρα μας όταν άνοιξαν τις τρεις συναυλίες των Radiohead το 2000 (κι ακόμα περιμένουμε να ξανάρθουν, μόνοι τους αυτή τη φορά) είναι οι σημερινοί μας καλεσμένοι. Με χαρά και μια μικρή δόση υπερηφάνειας λοιπόν σας παραδίδουμε τον Ade "The Magician" Blackburn (άσχετο, αλλά ο mr.grieves από δίπλα μόλις άκουσε Blackburn αναφώνησε «σας παρακαλούμε αφήστε μας τον Matt τον Derbyshire άλλον ένα χρόνο!») και τις απαντήσεις του!

Could you please tell us...

1. Three albums you’d take along on a desert island?

Pharoah Sanders - Karma
Jimmy Webb - Archive
Kim Fowley - Outrageous

2. A song you wish you’d written?

"McArthur Park" (Jimmy Webb)

3. Your Sunday morning song?

"Here Comes the Sun" (The Beatles)

4. Your favourite b-side?

"Rudolph the Red Nosed Reggae" (Paul McCartney)

5. Your favourite Beatles song?

"For The Benefit of Mr Kite"

6. A musician/band you think is criminally underrated?

Tim Hardin

7. Your favourite place for writing music?

The bathroom

8. What your music-related plans are for the next 12 months?

We're recording two new albums. Οne is a commercial album and the second one is along the lines of the faust tapes.

9. What you wish to do once you retire from music?

Political journalist or possibly gardener.

10. A stylistic choice you’ve made and are now ashamed of?

A lot should have been better but generally mistakes are worth making, so i'm not ashamed of anything.

11. Which role you would like to have played if you were an actor?

Benoit, Man Bites Dog.

12. A recurring childhood dream of yours?

Pure evil just out of view but definitely there.

13. If you are superstitious?

Yes but not black cats.

14. A sentence containing the words ”some” and ”beans”?

Some of my best friends are beans.

"Thanks Ranya and Nick, entertaining questions."

Clinic - "For The Wars" (Walking With Thee)

1.5.09

Radio Beans #10

Δέκα! Αν λείψαμε από κανέναν ως ραδιοπαραγωγοί, voila, είμαστε πίσω. Πήραμε ένα ρεπό για να ανασυνταχθούμε και επειδή δε μας έφτανε, πήραμε κι άλλη μισή εβδομάδα. Κι όλα αυτά για τη δεύτερη συνέχεια του αφιερώματος στα αγαπημένα μας παιδικά cartoons. Όσοι αγαπημένοι ήρωες δε χώρεσαν στο πρώτο μέρος, πριν από τρεις εκπομπές, παρελαύνουν αυτή τη φορά από τα ραδιοκύματα που καταλαμβάνουμε γι'αυτή τη μια ώρα. Κι εμείς αρκούμαστε στο να τους συνοδεύουμε με - λίγο ή πολύ, ή λιγότερο - σχετικά μ'αυτούς τραγούδια στο δρόμο τους προς το Hall of Fame.

Αυτό το Σαββατοκύριακο δεν θα έχει κι άλλη εκπομπή, αλλά το επόμενο θα είναι κατά κάποιο τρόπο εορταστικό. So stay tuned. Α, και καλό μήνα! ;-)

Radio Beans 10

Tracklisting:
Orbital - "The Box"
Her Space Holiday - "Two Tin Cans and a Length of String"
Billie Holiday - "Strange Fruit"
The Antlers - "Bear"
Dungen - "Panda"
The Coasters - "Three Cool Cats"
Blonde Redhead - "Magic Mountain"
My Brightest Diamond - "Magic Rabbit"
New York Dolls - "Bad Detective"
Modest Mouse - "Florida"
The Cramps - "Primitive"
Joni Mitchell - "Blue"

28.4.09

Sometimes I Don't Agree With My Thoughts On Being Free

Περάσαμε μια δύσκολη περίοδο στην αρχή της χρονιάς. Τότε πάρα πολλά indie και όχι τόσο indie μέσα προσπαθούσαν να μας πείσουν, μια εβδομάδα μετά την κυκλοφορία του, πως το Merriwheather Post Pavillion των Animal Collective είναι το καλύτερο άλμπουμ της δεκαετίας.

Διαβάσαμε κωμικοτραγικά του στυλ «το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς», «μεγάλη έκπληξη αν βγει κάτι καλύτερο στους επόμενους έντεκα μήνες», ενώ το κορυφαίο ακούστηκε από κάποιον Έλληνα, όπως πάντα άλλωστε. Ονόματα λέμε και υπολήψεις θίγουμε, αλλά ο συγκεκριμένος είναι τυχερός, λόγω του σχετικά έντιμου πρότερου βίου του. Ο μουσικός κριτικός, λοιπόν, έγραψε, σε μια άτυχη στιγμή, σε ένα site με όχι και τόσο πρότερο έντιμο βίο: «Σύμφωνα πάντως με αυτά που διαβάζουμε, το 2009 μπορεί να λήξει εδώ και τώρα, μιας και πολλοί έχουν ήδη βρει το καλύτερο album του, ενώ οι bloggers επιδίδονται σε μακροσκελείς συζητήσεις για το αν το Merriweather Post Pavilion είναι καλύτερο από το OK Computer ή όχι. Τι να σας πω, μάλλον είναι καλύτερο. (Για το The Bends το συζητάμε πάντως).»

Πέρα από την παράνοια του να συγκρίνεις κάποια εντελώς άσχετα άλμπουμ μεταξύ τους, εδώ την εξτρά σάλτσα της συνήθειας των προβάτων να πηγαίνουν όλα μαζί μας τη δίνει η σύγκριση ενός δίσκου που τότε είχε κυκλοφορήσει μερικές εβδομάδες με δύο δίσκους που κυκλοφόρησαν 12 και 14 χρόνια πριν αντιστοίχως.

Τώρα, τέσσερεις μήνες μετά, κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει στα σοβαρά αν το Merriwhether Post Pavillion είναι το καλύτερο δισκάκι της χρονιάς. Τι να σας πω. Μάλλον δεν είναι. (Για του Ιανουαρίου το συζητάμε πάντως).

Για να σοβαρευτούμε πάντως, ας τελειώσει με το καλό η χρονιά και θα βγάλουμε το άχτι μας για βαθμολογίες, λίστες, ποιος την έχει μεγαλύτερη και τα λοιπά. Βλέπετε, αυτό είναι το τίμημα μιας εποχής που σε βομβαρδίζει με επιλογές. Αισθάνεσαι την ανάγκη να ξεσκαρτάρεις αρκετές από αυτές ώστε να βάλεις σε κουτί και να ελέγχεις όλο αυτό το ατελείωτο κύμα. Βεβαίως, εξ’ορισμού η διαδικασία του ξεσκαρταρίσματος σε οδηγεί σε αδικίες και σε παρανοήσεις. Έτσι, καταλήγεις να βασίζεσαι στις μόδες, έχοντας στην ουσία αντί για γούστο και προσωπικότητα μια μουτζούρα που χρωματίζεται αναλόγως τις προτιμήσεις ούτε καν του ζωγράφου, αλλά του μάνατζέρ του.

Όταν βγάλαμε τα καλύτερα της περσινής χρονιάς (το ίδιο ισχύει και για τις επόμενες φορές) το μοναδικό κριτήριο που είχαμε στο μυαλό μας ήταν απλά και μόνο ποια άλμπουμ του 2008 ακούσαμε περισσότερο. Δεν πιστέψαμε στο πολύ ασαφές κριτήριο του «καλύτερου», απλά απομονώσαμε όσο μπορούσαμε εξωτερικούς παράγοντες και επικεντρωθήκαμε σ’ αυτό που γούσταρε να ακούει το αυτάκι μας. Από αυτό που γούσταρε περισσότερο, μέχρι αυτό που γούσταρε λιγότερο μεν, αλλά αρκετά ώστε να μας δίνει αφορμές όταν το ακούμε να νιώθουμε καλά.

Εντάξει. Η μεγάλη παρένθεση τελείωσε.

Οι Animal Collective λοιπόν είναι μια μπάντα που προσπαθεί να κάνει πράγματα που δεν γίνονται από πολλούς αυτή τη στιγμή. Τονίζω το «προσπαθεί» και συνεχίζω. Οι επιρροές της είναι προφανείς αλλά έχει μάθει καλά το μάθημα της το οποίο επιβάλλει, σε μια μουσική φάση που όλα λίγο-πολύ ανακυκλώνονται, να παίζεις τον τυμβωρύχο και να ψάχνεις ποπ θησαυρούς σε περασμένες δεκαετίες συνδυάζοντας τα παράλληλα με beats που έχουν σαν πρόθεση την επανάληψη αγγίζοντας με τα ακροδάχτυλα το jamming. Οι κριτικοί τα λατρεύουν κάτι τέτοια όποτε συνέβη το εξής παράδοξο. Οι Animal Collective, ενώ βάδιζαν σε μονοπάτια που είναι σχετικά μοναχικά και περιθωριοποιημένα, εν γνώσει τους διάλεγαν τον πιο ασφαλή και σίγουρο τρόπο προκειμένου να μπουν στις καρδιές των κριτικών και των indie παιδιών. Με περιορισμένη θλίψη, βεβαίως, διαπιστώνω τώρα τελευταία πως τα αυθεντικά indie θύματα-παιδιά θεωρούν το Feels πολύ καλύτερο δίσκο (μάλλον επειδή εξαιτίας του Merriwheather Post Pavillion τόλμησε περισσότερος κόσμος να μάθει τους Animal Collective). Δεν είναι μακριά έτσι όπως πάμε και η μέρα που θα τους βγάλουν ξεπουλημένους.

Μακάρι να μπορούσα να πω «τέλος πάντων, αυτά μικρή σημασία έχουν μπροστά στην ίδια τη μουσική του δίσκου» αλλά πραγματικά αυτή τη φορά, μ’ αρέσει δε μ’ αρέσει ο δίσκος, με απώθησε τόσο πολύ αυτό το φεστιβάλ μαλακίας που τον συνόδευσε, που αδυνατούσα για κάποιο καιρό να το ακούω χωρίς να σκέφτομαι «αυτό πρέπει να μου αρέσει, επειδή αποκλείεται να αρέσει σε τόσο πολύ κόσμο με παρόμοια ακούσματα χωρίς λόγο» ή «αυτό δεν πρέπει να μου αρέσει γιατί ο περισσότερος κόσμος που το προωθεί είναι πουλημένοι ηλίθιοι».

Όταν τελικά κατάφερα (;) να ακούσω τον δίσκο άνευ των κουραστικών ντεσού που είχαν μαζευτεί σαν μύγες σε χεσμένη πάνα τον Ιούλιο, μπορώ να πω με ασφάλεια ότι μου άρεσε. Προφανώς, όμως, δεν είναι το καλύτερο της δεκαετίας και ήδη υπάρχουν πολύ πιο λατρεμένες φετινές προσπάθειες.

Το συνολικό αποτέλεσμα είναι άνισο με μερικές πολύ καλές στιγμές, και με άλλες πολύ αδιάφορες. Όταν γίνονται πομπώδεις, μακροσκελείς και επαναλαμβανόμενοι σε κουράζουν ("Brothersport", "Daily Routine", "In The Flowers", εσάς κοιτάω), αλλά όταν γίνονται συναισθηματικοί με μια υποψία χαριτωμένης αφέλειας (ή υποκρισίας θα πει ο νάνος με τα κόκκινα δόντια που κουρνιάζει στη γωνία) τους αισθάνεσαι κοντά σου. Αυτή τη φορά κοιτάω εσάς "My Girls", "Bluish" και "No More Running".

Όταν λοιπόν σε πείθουν για τις καλές τους προθέσεις και σε καλούν σε συναδελφικά α λα παιδιά-των-λουλουδιών ξυπόλυτα sing-alongs, σκέφτεσαι πως τρία-τέσσερα κομμάτια υπό ευνοϊκές προϋποθέσεις θα μπορούσαν να γίνουν πανέμορφα καλοκαιρινά χιτάκια. Πιο χαρακτηριστικές είναι οι αρμονίες των Beach Boys που κάνουν όλη τη δουλειά, καθώς και η εφευρετικότητά τους στο να κολλούν beats μεταξύ τους που τείνει να γίνει παροιμιώδης.

Συγκεκριμένα, όταν τραγουδά σαν παιδάκι εκκλησιαστικής χορωδίας ή σιγομουρμουρίζει αδύναμα ο Panda Bear, αμέσως ξεκινάς με διάθεση να του χαϊδέψεις το κεφάλι. Η απόλυτη αντίθεση με την άτεχνη, κακάσχημη, κοκορίσια γκαρίδα του Avey Tare που ξεκινάς με τη διάθεση να τον κλωτσήσεις στο ίδιο κεφάλι.

Επιτρέψτε μου πάντως να αφιερώσω μια παράγραφο στο τραγούδι που αγάπησα από την αρχή και συνεχίζω να θεωρώ ως το πιο ολοκληρωμένο του δίσκου. Αυτό είναι το "Lion In A Coma".

Είναι από τις λίγες φορές που τους βγαίνει κάτι τόσο φυσικά και χωρίς προσπάθεια. Τα tribal στοιχεία δεν είναι αυτά που σου τραβάνε την προσοχή από την αρχή, γιατί φοβάσαι ότι θα ακούσεις κάτι σαν παρωδία παρόμοιων τραγουδιών. Αυτό που σε μαγνητίζει και σε κάνει να το λατρεύεις είναι το δέσιμο των δύο φωνών από το ρεφρέν και έπειτα, καθώς και η στιχουργική ευστροφία που είναι ένα βελάκι ακριβώς στον στόχο και τον τρόπο σκέψης της σημερινής γενιάς. Τότε αρχίζουν να εμφανίζονται τα παιδιά που, κρατημένα χέρι χέρι, χορεύουν γύρω από τη φωτιά γιορτάζοντας την αφασία και την αδράνειά τους. Το μεγαλεπήβολο τελείωμα ανεβάζει τη φωτιά στα ύψη, κοντά στον συννεφιασμένο μαύρο ουρανό, και σε στέλνει ευτυχισμένο και καταϊδρωμένο για έναν ικανοποιημένο και πλήρη ύπνο που θα μπορούσε να είναι το "No More Running".

"I don't mean to seem like I care about material things like a social status/
I just want four walls and adobe slabs for my girls"

Τέτοιες δηλώσεις είναι επικίνδυνες. Αλλά εκτιμώ αυτούς που τις τολμούν. Σε μερικά χρόνια ή θα τις υπενθυμίζει κάποιος στους Animal Collective ψέγοντάς τους επειδή άλλα έλεγαν και άλλα έκαναν ή θα τους θαυμάζουμε που παραμένουν τόσο ανεξάρτητοι και πιστοί στις αρχές τους.

Υπάρχει και μια τρίτη, πιο πιθανή κατάληξη βεβαίως. Να μην ενδιαφέρεται κανείς για το τι κάνουν και τι έλεγαν και, όσοι από εμάς θυμούνται, να λένε «κάποτε ήταν μια μπάντα που μετά από 9 άλμπουμ έγινε της μόδας για τρείς μήνες, αλλά μετά εξαφανίστηκαν γιατί όλοι ασχολούνταν με το Veckatimest των Grizzly Bear, που με τη σειρά του και αυτό εξαφανίστηκε γιατί έβγαλαν έναν πολύ καλό δίσκο οι Phoenix, που και αυτοί στη συνέχεια χάθηκαν, γιατί σαγήνευσε κοινό και κριτικούς η στροφή του Alex Turner στο εναλλακτικό πανκ με τη συνοδεία κλαρίνου και μπλα μπλα μπλα…»

24.4.09

Some Questions #7: Meridene!

Σημερινοί μας καλεσμένοι είναι οι Meridene. Η τετράδα από το Wisconsin κυκλοφόρησε τον πρώτο της δίσκο, You're Not Pretty, You're Worse, τον περασμένο Νοέμβριο από την Ambledown Records, και σιγά-σιγά η ανοιχτόκαρδη, ηλιόλουστη power pop τους κατακτά τη blogόσφαιρα. Οι ίδιοι αναφέρουν στις επιρροές τους ένα τσούρμο από σύγχρονες αμερικανικές indie σταθερές (Wilco, Bright Eyes, Sufjan Stevens, Shins, Death Cab For Cutie, National) και στα δικά μας αυτιά αυτή (η σταθερά) που περισσότερο προσεγγίζουν από το τσούρμο είναι οι New Pornographers - γι'αυτό ίσως να φταίνε τα γυναικεία δεύτερα φωνητικά πίσω από τον ηγέτη της μπάντας Trevor Ives. Επίσης οι Pavement, τους οποίους δεν αναφέρουν, μοιάζουν να είναι σημαντική επιρροή, τουλάχιστον ηχητικά (άλλωστε οι στίχοι και η παρουσία του Malkmus δύσκολα αναπαράγονται από οποιονδήποτε). Το line-up είναι ακόμα λίγο ασταθές (μόλις το Φλεβάρη έφυγε ο κιθαρίστας και παραγωγός του δίσκου Eric Rykal ενώ στις αρχές αυτού του μήνα προστέθηκε η μπασίστρια Alyssa Rieper, που αποτελεί ταυτόχρονα το ήμισυ των γλυκύτατων Feathe) αλλά ο Trevor μοιάζει φιλόδοξος τύπος και έτοιμος να πάει την μπάντα του ψηλά. Δείτε τι μας είπε!

Could you please tell us...

1. Three albums you’d take along on a desert island?

Fleetwood Mac's Rumors
Cursive's Ugly Organ
and The Beach Boys Pet Sounds

2. A song you wish you’d written?

"Martha Ann" by David Karsten Daniels

3. Your Sunday morning song?

"(They Long to Be) Close To You" by Carpenters

4. Your favourite b-side?

Rilo Kiley's "Patiently"

5. Your favourite Beatles song?

"Bungalow Bill"

6. A musician/band you think is criminally underrated?

Randy Newman

7. Your favourite place for writing music?

I like writing it on the couch at the house I grew up in.

8. What your music-related plans are for the next 12 months?

I've been working on many parts to many songs and trying to put them together. Also hopefully by the end of the year we will be working on recording our next full length,

9. What you wish to do once you retire from music?

I would love to just be. To enjoy records and drinks and let that be everything.

10. A stylistic choice you’ve made and are now ashamed of?

...

11. Which role you would like to have played if you were an actor?

I would have played Greg Peppard's role in Breakfast at Tiffanys.

12. A recurring childhood dream of yours?

I constantly have that dream where you're falling off a cliff and are jerked awake just before you hit the bottom. I've heard that if you don't wake up before you hit that you actually die. So, you know, I'm a real dream extremist.

13. If you are superstitious?

Yes, when I play darts I have to rub my hands before I throw and I knock on wood constantly.

14. A sentence containing the words ”some” and ”beans”?

If I ever get some time off, I would like to take you and Tilly to the Beans Factory.

Meridene - "Kill The Memory" (You're Not Pretty, You're Worse)
 
Clicky Web Analytics